Κυριακή, 29 Απριλίου 2012

Σαν να ήταν παραμύθι

Σαν να ήταν παραμύθι
σαν να ξύπνησα από λήθη
σαν νεράιδα σε ποτάμια
σε μιας όχθης τα πλατάνια.

Με βαρύτιμα γιορντάνια
και βελανιδιάς στεφάνια
γιο κατακτητή γεννάω
όμως νιώθω πως πονάω .

Άλογο λευκό καλπάζει
τη Βεργίνα εξουσιάζει
τον Ελλήσποντο περνάει
και της Σάρδεις προσπερνάει
κυριεύει την Ασία ,φτάνει μέχρι την Ινδία
στρατηλάτης ξακουστός της Ολυμπιάδας γιος.

Σαν να ήταν παραμύθι
το κουκί και το ρεβίθι
έφτασε στη Βαβυλώνα και
εκεί θάφτηκε στο χώμα .


Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

Κάθε σταγόνα μια ευχή

Στου Ψηλορείτη την κορφή ,φυσάει άνεμος με ορμή
βροντές ακούγονται ,θα ρθει βροχή κάθε σταγόνα μια ευχή.

Βλέπω ένα όνειρο και περπατώ σε ένα σοκάκι μυθικό,
Κνωσσό  το λένε το μέρος αυτό και ακούω  ψίθυρο γλυκό.
Η Αριάδνη περπάτα μες το Λαβύρινθο αργά, ξετυλίγει μια κλωστή,πλέκει το μύθο της και αυτή.

Δεν λησμονήθηκε  ο θησαυρός , του Μίνωα το τόσο βιός.
Παλάτια με ψηφιδωτά, του Δαίδαλου τα δυο φτερά.
Αξίνα χτύπησε σαν ήρθε η αυγή, Ηράκλειο ,Ρέθυμνο Άγια γη. 
Πήλινα βγαίνουν, γεννήματα γης  η ιστορία μιας εποχής.

Βροντές ακούγονται , θα ρθει βροχή  κάθε σταγόνα μια ευχή. 
Άραβες και Βυζαντινοί ,κάστρα που χτίσαν  Βενετοί,
μια Αρετούσα που θρηνεί,αίμα που ρέει σαν πηγή
οι Καστρινοί να πολεμούν ,του Τούρκου ρίζα αψηφούν
Μαχαίρι μαύρο απ τα Σφακιά έφερε πάλι λευτεριά.

Στου Ψηλορείτη την κορφή ,φυσάει άνεμος με ορμή
βροντές ακούγονται ,θα ρθει βροχή κάθε σταγόνα μια ευχή.

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2012


Έναστρες νύχτες

Από το χέρι με κρατούσες και κατεβαίναμε μες την νυχτιά,
διπλά στη θάλασσα και μου μιλούσες όπως το κύμα στην αμμουδιά.

Γλυκός ο ήχος της φωνή σου, αστέρια τα μάτια σου στον ουρανό
η άμμος ζεστή σαν το κορμί σου,τα δεντρά μουρμούριζαν πως σ' αγαπώ.

Έναστρες νύχτες ,φεγγάρι που λάμπει, κιθάρα μου παίζεις τα δειλινά
φωτιές ανάβεις για μένα στην άμμο θα σ' αγαπάω παντοτινά.

Σαν κύμα που σκάει πάνω σε βράχο  είναι ο έρωτας ορμητικός,
εμείς βοτσαλάκια πάνω στην άμμο,που κάνουν όνειρα και ύπνο γλυκό.

Ώρες ατέλειωτες  γλυκιά η νύχτα και εμείς περιμένουμε  τον ήλιο να 'ρθει
να απλώσει, το χρώμα του  και όλα να γίνουν πορτοκαλί.
 

Έναστρες νύχτες ,φεγγάρι που λάμπει, κιθάρα μου παίζεις τα δειλινά
φωτιές ανάβεις για μένα στην άμμο θα σ' αγαπάω παντοτινά.

 

Μετανάστες

Από πατρίδες μακρινές
ξεκίνησαν να 'θρούνε
νέα πατρίδα για να βρουν,
νέα ζωή να φτιάξουν

Ένας από την Αφρική
δυο από το Λάος,
δεκάδες από το Πακιστάν
χιλιάδες απ' την Κίνα.

Καλός σας βρήκαμε άρχοντες,
ψωμί, δουλειά ζητάμε,
δικαίωμα έχουμε και εμείς
και για ζωή διψάμε.


Δουλειά δεν έχει ούτε για μας,
πάντε άλλου να βρείτε
και σπιτικό να στήσετε
πατρίδα για να βρείτε.

Πεινούν, διψούν, κρυώνουνε
χιλιάδες έγιναν πόνοι,
σε ξένη χώρα, ξένη γη
χωρίς δουλειά, χωρίς ψωμί.

Κλέβουν, σκοτώνουν, τιμωρούν,
για το όνειρο που δε θα δουν

Μαζί σου θέλω να ενωθώ


Μαζί σου θέλω να ενωθώ
μον' το δικό σου το νερό, μου σβήνει κάθε μου καημό.

Μαύρα μου μάτια σκοτεινά, βελούδινα μου χείλη
μαύρο μετάξι για μαλλιά , δάκρυα που πέφτουν απαλά
σαν τη βροχή του Απρίλη

Στον ουρανό ψηλά πετώ
Νέκταρ σαν πίνω και μεθώ
είμαι θνητή κι είσαι Θεός
είμαι ποτάμι που κυλά και εσύ είσαι
θάλασσα πλατιά.

Μαζί σου θέλω να ενωθώ
σε ένα ταξίδι μακρινό.
Σε ωκεανούς και κύματα σε βράχους
με ραγίσματα,υγρό στοιχείο που κυλά
και σβήνει κάθε μου φωτιά.

Μαζί σου θέλω να ενωθώ
μον' το δικό σου το νερό, μου σβήνει κάθε μου καημό.

Ο άντρας του κάμπου

Στις ταβέρνες τις βραδιές ,
με Τσιτσάνη για πενιές
ξέρεις πάντα να γλεντάς
και με λίγα να περνάς.
Τον κάμπο δουλεύεις πάντα σκληρά,
τα χέρια σου γίνανε τώρα τραχιά.

Δαμάζεις τα άλογα , τη γη ,τον καημό,
γλυκά φιλάς και ειν' δροσερό
αυτό το φιλί σαν το νερό.
Σταρένιο δέρμα , μαύρα μαλλιά
κανέλα και μέντα για μυρωδιά.

Γαρίφαλα πάνω σου όλοι πετούν και
στοίχους του Βήρβου σου τραγουδούν
γυναίκες που γύρευαν ένα φιλί ,
εσύ περιφρόνησες μόνο γι΄αυτή .

Τον  κάμπο αγάπησες ,τη γη σου τιμάς,
μαζί της δέθηκες την αγαπάς, 
πιάνεις το χώμα της και το κοιτάς
σοδειά περιμένεις και λαχταράς,
βροχή να έρθει να ποτιστεί
καρπό να σου δώσει ετούτη  η γη.



Το τραγούδι του γάμου

Νύφη 'τοιμάζει τα προικιά,
ολημερίς υφαίνει.
Σαγιά, σιγκούνι, κέντησε
φούντες μακριές τους βάζει.

Στοίβες κάνει με μάλλινα
Σουφλιώτικα μετάξια.
Φλουριά, γιορντάνια αγόρασε
στο στήθος να φορέσει,
Γιαννιώτικα χαλκώματα νοικοκυριό να κάνει.

Μπρατσέρες ναύλωσε
ο γαμπρός να πάει να τη φέρει.
Στα αμπάρια φόρτωσε κρασί
γλυκό από τη Σάμο

Φρόνιμη κόρη όμορφη, εγώ ήρθα να σε πάρω,
γίνε κυρά και αρχόντισσα στο αρχοντικό μ' απ' αύριο.

Το Λαύριο

Μεσ' του Λαυρίου τα στενά
κρύο και άνεμος τα δειλινά.
Οι φοίνικες έγερναν και πιο ψηλά
τα πεύκα ανέδυαν μια μυρωδιά.
Βελόνες πράσινες, ρετσίνι, βροχή,
μοσχοβολούσε βρεγμένη η γη.

Ήτανε δύσκολη τότε η ζωή.
Εργάτες που πήγαιναν κάθε πρωί
στις γύρω φάμπρικες για το ψωμί.
Τ' αμπάρια γέμιζανε οι φορτωτές,
καράβια που φεύγανε για ξενιτιές.

Και αφού τα σπλάχνα άδειασαν στη γη
μια μέρα έκλεισαν  τη Γαλλική
και αφού στημόνια και κλωστή
σεντόνι γίνανε ροδή
και πούλησαν πολλά απ' αυτά,
δεν σκέφτηκαν την εργατιά.

Δεν έχουμε τώρα Δουλειά, τους είπανε τ' αφεντικά,
κι έτσι γίνηκαν πολλοί,οι άνεργοι ένα πρωί.
Τώρα το Λαύριο δεν έχει πια τα εργοστάσια τα πολλά.
Οι φοίνικες σε καρτερούν και στο λιμάνι σ' οδηγούν
Διαβάτες που έχουν κινητά,
καράβια που φεύγουν για τα νησιά,
αδιάφοροι, όλοι, χωρίς σκοπό
και όμως ξεκίνησαν όλοι από εδώ,
κανείς δεν θυμάται το παρελθόν
και είναι στο σήμερα πάλι  απών.

Ελλάδα μου

Δεξιά ζερβά έχεις θάλασσα,
βράχια ψηλά στη μέση,με μοναστήρια
πέτρινα ψηλά στις κορυφές σου.

Ρόδια σπάσαν οι άγγελοι
και εφτιάξαν τα νησιά σου
το Αργοστόλι βάλαν ζερβά
την Τήνο στα δεξιά σου.

Σου φύτεψαν παντού μυρτιές 
μαστίχες και πορτοκαλιές,
κρασί σου φέραν και ελιές
για να ναι οι μέρες σου γλυκές.

Χρυσό γιορντάνι ο ήλιος σου
και δάφνες στα μαλλιά σου
και γαλανά σε ντύσανε
για να φανεί η αρχοντιά σου.

Σαπφώ την λέγαν την κυρά
που σε έφτιαξε  τραγούδι
με αυλούς και λύρες σου το λεν
οι μούσες στο ακρωτήρι.

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012

Καράβι είμαι ταπεινό

Μες το γαλάζιο σου ουρανό, σύννεφο έγινα μικρό
και ταξιδεύω αργά, αργά σε καμαρώνω από ψηλά.
Μες τις μικρές σου γειτονιές, είδα χιλιάδες ομορφιές,