Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

Η ΚΥΡΑ ΤΟΥ ΚΑΜΠΟΥ 3

Η Μαρουσιάννα από την ώρα που ο Τσαούσης της ανακοίνωσε το θάνατο του παπά, είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου και του τόπου. Κράταγε το βρέφος σφιχτά να μην της το πάρει κάνεις, έτρεμε από φόβο.
Όλα ανάκατα μες το μυαλό της, πράγματα που δεν είχαν καμιά σημασία εκεινη την ώρα. Δεν ήξερε τι έπρεπε να σκεφτεί, δεν ήθελε να σκεφτεί, τα αφτιά της βούιζαν, το μωρό έκλεγε, οι γυναίκες μπαινόβγαιναν στο δωμάτιο και εκείνη ήθελε ησυχία.
Ο αφέντης της πεθαμένος. Οι γονείς της μακριά στα βουνά. Το σπίτι της είχε μια ξύλινη πορτούλα που έμπαζε αέρα και το χειμώνα την στούμπωνε με χράμια για να κράτα τη ζέστη της φωτιάς μέσα. Όσο ζούσε ο Αναστάσης, δε την φόβιζε τίποτα. Τώρα, ακόμη και η ιδέα αυτής της ξεχαρβαλωμενης θύρας την τρόμαζε. Έπρεπε να βρει τρόπο, να φτιάξει εκείνη την καταραμένη πόρτα. Μα τι διάολο σκέφτομαι ψιθύρισε. Είμαι χήρα, έμεινα χήρα, με ένα μωρό χωρίς πατέρα.
Ο παπάς της ήταν καλός, τρελός για εκείνη, η αγάπη του την τύλιγε σαν ζεστό ρούχο, δεν την πείραζε η φτώχεια. Τώρα όμως δεν υπήρχε ούτε εκείνος ούτε η ζεστασιά του, κάθε σιγουριά είχε φύγει.
Εικόνες έρχονταν  στα μάτια της, ο γάμος τους, ο χορός που χόρεψαν, τα χείλη του να χαμογελούν και να λάμπει από ευτυχία. Οι γονείς της την στιγμή που την ξεπροβοδούσαν νύφη, καβάλα στο άλογο. Το χωράφι τους, τα ζωντανά τους, ποιος θα άρμεγε απόψε τα κατσίκια; Ποιος θα τάιζε τα βόδια; Ρωτούσε τον εαυτό της και απάντηση δε έπαιρνε, ούτε είχε δύναμη να σκεφτεί λύσεις,ήθελε να γυρίσει ο Αναστάσης, να την πάρει αγκαλιά και να της πει να κάτσει κοντά του να δειπνίσουν όπως κάθε βράδυ στην φτωχική τους τάβλα. Ήθελε να νοιώσει τα ζεστά χέρια του στη μέση της. Τι σημασία είχαν τα όσα ήθελε..

Τον Τσαούση τον φοβόταν, τα δυο χρόνια που ζούσε στον κάμπο, τον υπηρετούσε όποτε την φώναζαν στο αρχοντικό, χωρίς να αμείβετε, επειδή δε έπαιρνε από τον παπά μετρικό απ το χωράφι, ούτε στάρι ούτε καλαμπόκι. Εκείνη τον φοβόταν,νόμιζε ότι την κοιτάει πονηρά. Όμως τούτος σήμερα τη μάζωξε στο κονάκι του με το μωρό της, για να μην μείνει μοναχή. Δεν έβαζε κατά νου κακό για εκείνον τούτες τις ώρες η Μαρουσιάννα, αφέθηκε να την περιποιηθούν οι γυναίκες του σπιτιού, έξω είχε άστρα, η βραδιά Μαγιάτικη γλυκεία, εκείνη όμως έτρεμε.
Η Κωστάντο την έφερε κοντά στον μπουχαρί στη μεγάλη σάλα,την έβαλε να καθίσει σε μια άνετη πολυθρόνα, που όμοιά της δεν είχε όλος ο κάμπος, ύστερα της σήκωσε τα πόδια και τα απόθεσε σε ένα μπαγκούλι* ξύλινο με ύφασμα από πάνω. Ντράπηκε για μια στιγμή η κοπέλα, όλη μέρα γύρναγε στη ρούγα ποτίζοντας και σκαλίζοντας τα λουλούδια ξυπόλητη και τα ποδάρια της ήταν βρώμικα.Ένα ζευγάρι πασούμια είχε η φουκαρού η παπαδιά, μα δε τα φορούσε, τα είχε μόνο για τις σχόλες.Όλα τα σκέφτονταν αυτή την ώρα, πως άφησε πίσω το σπιτάκι της; Γιατί δε πήρε τα πασούμια της; Τι έκανε εδώ;Που ήταν το μωρό της;
Όλα ανάκατα μες το μυαλό, μπας και σάλεψα ; Σκέφτηκε δυνατά.
Σςς της χάιδεψε το κεφάλι * η Κωστάντο ησύχασε κόρη, μην σε νοιάζει τίποτις, το γιόκα σου τον έπλυνα, τον άλλαξα πανιά, γύρε λίγο εδώ στη φωτιά να ξαποστάσεις. Η Κωστάντο της χάιδεψε το κεφάλι, ξανα. Κοιμίσουν κυρα μου, πάρε δύναμη, έχεις γιο να μεγαλώσεις.
Η κούραση και ο πόνος την  νίκησαν, τα μάτια της έκλεισαν και αποκοιμήθηκε στην πολυθρόνα.
Το μωρό ήθελε γάλα, έκλαιγε όση ώρα το έπλεναν και το συγύριζαν οι γυναίκες, η Κωστάντου πήρε ένα γυάλινο μπουκάλι το γέμισε με  φρέσκο γάλα καλοβρασμένο, έβαλε μπροστά ένα πανάκι καθαρό και το έφερα κοντά στο στόμα του μικρού αγοριού. Ρούφαγε το δόλιο με δύναμη, ήθελε τροφή, ήθελε τη ζωή του!
Όταν ξύπνησε η Μαρουσιάννα, το σπίτι ήταν θεοσκότεινο και η νύχτα προχωρημένη, σηκώθηκε και με τη μασιά* σκάλισε λίγο τη φωτιά. Με τις λίγες σπίθες που ξεπήδησαν είδε που είναι τα ξύλα,έριξε δυο και έσκυψε καθισμένη στα γόνατα να φυσήξει να ανέβουν οι φλόγες.
Σαν έγινε η φωτιά σηκώθηκε, βρήκε τη λάμπα και την άναψε. Δεν έκανε φασαρία, μα η Κωστάντο είχε καλό αυτί, η κάμαρη της ήταν πίσω από τη μεγάλη σάλα στο ισόγειο του σπιτιού. Άνοιξε την πόρτα της και είδε τη Μαρουσιάννα να κάθετε λυπημένη στο τραπέζι και να κράτα το κεφάλι της με τα δυο χέρια.
Κόρημ, γιατί μανούλα μου σηκώθηκες; Σου έσβησε η φωτιά;
Κυρά, πές μου σε παρακαλώ πέθανε ο κύρης μου; Ρώτησε η Μαρουσιάννα.
Αχ μανούλα μου γλυκιά, ότι σου είπε ο Τσαούσης αλήθεια είναι. Μαζί του δεν ήμουν, μα για να κάνει αυτός τόσες ετοιμασίες μάλλον κακό μας  βρήκε,  αποκρίθηκε η Κωστάντο.
Έλα να σε πάω μέσα να ιδείς το γιόκα σου, να τον πάρεις στο κόρφο σου να ζεσταθείτε μαζί. Άγγελος είναι τούτο το μωρό, μόνο γάλα και πανιά καθαρά θέλει, ήσυχο είναι το τσιόνι μου*.
Πήρα από το κονάκι σου τη σαρμανίτσα* του και την έχω δίπλα στο κρεβάτι μου. Έλα κόρη μου, να γύρεις μαζί μου στην κάμαρη και άμα ξημερώσει ο θεός τη μέρα, βλέπουμε τι θα πράξουμε.
Στο ξημέρωμα το αρχοντικό ήταν στο πόδι, οι άντρες που υπηρετούσαν στο κονάκι έρχονταν νύχτα, γέμισαν τα καζάνια νερό από το πηγάδι, άναβαν μια φωτιά για να κάψει ο φούρνος και τραβούσαν πίσω στην αχερώνα.* Έπαιρναν τα φτυάρια και καθάριζαν όλο το στάβλο, έδιναν στα ζώα να φάνε και μετά με δυο καρδάρες* νερό έπιαναν να πλύνουν τα μαστάρια των ζώων για να τα αρμέξουν.
Ο ποιο ηλικιωμένος  άντρας, ο Ζήσης ο κουτσός κάθονταν σε ένα σκαμνί και τις άρμεγε μια μια.Αυτή ήταν η δουλειά του και αμείβονταν καλά, με ένα καρδάρι γάλα κάθε πρωί, το πήγαινε στην Ζήσενα και αυτή το έβραζε. Έπηζε τυριά και γιαουρτάκια, έκανε πίτες και κάθε Κυριακή τα έπαιρνε ο Ζήσης νύχτα στο γαϊδούρι και κατέβαινε στα Τρίκαλα. Σαν σχόλαγαν οι εκκλησιές, οι κυράδες περνούσαν από την πλατεία και τα μοσχοπούλαγε, οι μεγαλοκυράδες που ζούσαν στο πάνω μαχαλά κάτω από το φρούριο, Βαρούσι* το έλεγαν οι ντόπιοι, θέλαν το καλό τυρί του Ζήση μα και τις πίτες για να τραπεζώνουν τους μουσαφίρηδες, χωρίς να τσακίζουν τη μέση τους ανοίγοντας φύλλα για πίτες.
Η Ζήσενα ήταν νοικοκυρά, έκανε τα φύλλα διάφανα και μεγάλα, τα ράντιζε με βούτυρο και τα γέμιζε με τυρί ανάμικτο από γάλα πρόβειο και γελαδινό. Πάντα είχε παραγγελίες ο Ζήσης, κάθε βδομάδα, πότε για κρεατόπιτες με τραχανά και κότα, πότε γαλατόπιτες με κουρκούτι ζαχαρένια και κανέλα και σχεδόν όλο το καλοκαίρι και το χινόπωρο* είχε τα σινιά με τις λαχανόπιτες στο κεφάλι. Το γαϊδούρι φορτωμένο, ξινόγαλο στο γκιούμι* και έπαιρνε τις γειτονίες με τη σειρά, από την Μπάρα μέχρι το Βαρούσι! Βγαίναν κι οι παστρικές απ τα μπορντέλα, να πάρουν πίτες και να πιουν ξινόγαλο να αφρατέψουν και να κάνουν κόκκινο μάγουλο. Οι άντρες θελαν σφιχτά τα μπούτια και απαλά κόκκινα τα μούτρα τους. Αγόραζαν πάντα βούτυρο και καλό καϊμάκι, με αυτό πασαλειβόταν στη μούρη τους για να είναι απαλή και μετά το ξέβγαζαν με ανθόνερο που το έπαιρναν από τον Ααρών Μωσέ στη στράτα με τα καλά μαγαζιά.
Εκείνη τη μέρα λοιπόν, με το ξημέρωμα, το αρχοντικό ζωντάνεψε και γέμισε κόσμο η ρούγα.
Οι γυναίκες του σπιτιού είχαν ετοιμάσει το τραπέζι για τους παραγιούς, στο φούρνο η φωτιά είχε πυρώσει καλά και η Κωστάντο άρχισε να ρίχνει μέσα τα καρβέλια, οι κόρες της άνοιξαν παραθύρια και πόρτες να αερίσουν και να καθαρίσουν στα γρήγορα, πριν σηκωθεί ο αφέντης.
Έφεραν οι γυναίκες το γάλα και το τυρί, ένα σινί* μπατζίνα* και κύπελα τσίγκινα με ξινόγαλο στους παραγιούς, έφαγαν και κίνησαν για τα χωράφια.
Ο αφέντης δε φάνηκε, Μαρουσιάννα παρακολουθούσε μέσα από το παραθύρι το ξεκίνημα της μέρας στην ρούγα, με τον κοσμάκη να πηγαινοέρχεται μηχανικά σα να είχαν κάνει τις κινήσεις εκατομμύρια φορές.
Το αγοράκι άρχισε να κλαίει και η μικρομάνα γύρισε στον οντά της Κωστάντους, πήρε το παιδί αγκαλιά και έκατσε με την πλάτη στο τοίχο σε ένα σκαμνί να το θηλάσει.
Το μωράκι ρουφούσε και δυσανασχετούσε, δεν έβρισκε ησυχία, κούναγε το κεφαλάκι του πάνω στο στήθος ψάχνοντας.
Άρχισε πάλι να κλαίει, η Μαρουσιάννα το κουνούσε πάνω στην αγκαλιά της και του μιλούσε γλύκα.
Το μωρό δε σταματούσε το κλάμα, έκλαιγε απαρηγόρητα και τέντωνε τα μικρά του ποδαράκια με θύμο.
Η Ανθή φώναξε τη μάνα της, σύρε βρε μάνα μέσα,το κούτσκου* τς παπαδιά σκούζ* τόσην ώρα δε το ακούς;
Τα ακούω γιέμ*, σαν τι να κάνω; εχ' τη μάνατ* εκεί, είπε η γυναίκα και σκουπίζοντας τα χέρια στην πόδια πήγε στην κάμαρη της.
Τι είναι κόρημ; Γιατί σκουζ το κούτσουκ; Δεν ξέρω κυρα, το θηλάζω και δε θέλει, το κουνάω και δε ησυχάζει, το άλλαξα και πάλι κλαίει.
Έλα εδώ μαρί να σι δου, της λέει, περνωντάς την από το μπράτσο η Κωστάντου.
Πάτα το βζυς* να σ'δου* εξ γάλα;
Πατάει η κοπέλα το στήθος της τίποτα, σταγόνα, το πιάνει η Κωστάντου  το πιέζει τίποτα.
Αχ κακομοίρα. Τι κακό σι βρίκει φουκαρού, δες φτάν το θανατκό,  απόκοψες* κιόλας.
Βάλε στο κούτσκου το δάχλος (το δάχτυλο σου ) μες στου στόματ και πάω να σ' βράσω γάλα, έρχομαι...............
Τσακίστηκε η καημένη να πάρει φρέσκο γάλα απ το καρδάρι να το βάλει στο μπρίκι και μόλις έβραζε το πήγε στη μικρομάνα να το ταΐσουν σιγά σιγά με το μπουκάλι.
Που είναι και αυτός ο βλογημένος μαρί η μαύρημ*, είπε η Κωστάντου , ενώνοντας τον αφέντη της.
Άλλες μέρες νύχτα σκόνετε ( ξυπνάει), λες και έχει αγκάθια του κρεβάτ , τς τς τς ο αχαΐρευτος σήμερα ραχατέβ!
Μα όσο τα έλεγε ο Τσαούσης ήρθε στη ρούγα με τον αραμπά.
Όλη νύχτα είχε πάει να βρει παπά να φέρει στο χωριό, να κάνουν τρισάγιο στον παπά Αναστάση να αναπαυθεί η ψύχη του.

Κυράδες που είστε;
Που να είμιστει γιεμ; Φώναξε με αγανάκτηση η Κωστάντου, τράβα να βρεις βυζερό*, η παπαδιά έχασε το γάλα, με το πανί δε γένετε δλεια.(δουλειά)
Φεύγω τώρα για τα Τρίκαλα, δώστε στο παπά να φάει και να ξεκουραστεί, θα μείνει εδώ μέχρι να κάνει τα χρειαζούμενα για τον σχωρεμένο.
Κωστάντου, να κανονίσεις για τα χρειαζούμενα και να πάτε με την Ανθή να καθαρίσετε την εκκλησιά του Άι Γιώργη.
Πες στα παλικάρια, μέχρι το μεσημέρι,  να πάνε να κάνουν ένα σταυρό και να τοιμάσουν μια γούρνα για τον σχωρεμένο, να έχει η παπαδιά ένα τόπο να ανάβει κερί.
Έφυγε φουριόζος ο Τσαούσης, καβάλα στο άλογο, δεν ήξερε που να βρει βυζερό και τράβηξε ευθεία στον φαρμακοποιό των Τρικάλων.
Ο Μπέλος είχε ένα φαρμακείο δίπλα από το ζαχαροπλαστείο του Μέγα. Τα ράφια του, ήταν γεμάτα με γυάλινες σκούρες μπουκάλες και μεταλλικά γουδιά, που κοπανούσε τα γιατροσόφια του. Δίπλα από την πόρτα, είχε άλλο παράθυρο με ράφι, γεμάτο με πορσελάνινα βάζα που έκλειναν με καπάκι σαν τις φοντανιέρες. Μα ετούτΑ, είχαν γιατρικά και όχι γλυκίσματα, το κάθε ένα, είχε ζωγραφισμένο και ένα φυτό,μια λεβάντα εδώ, ένα χαμομήλι εκεί,μια καλεντούλα το άλλο. Μύριζε περίεργα εκεί μέσα, άμα δε ήσουν άρρωστος δεν πατούσες εκεί το ποδάρι σου. Ο Τσαούσης μπήκε στο φαρμακείο δρασκελώντας τα σκαλιά δυο δυο, άνοιξε την πόρτα με δύναμη, κάνοντας το καμπανάκι να τρανταχτεί απότομα πολλές φορές. Ο Μπέλος ήρθε αμέσως από το πίσω μέρος που είχε το εργαστήρι του.Φορούσε συρμάτινα γυαλιά στα μάτια και είχε φαλάκρα, ένα συμπαθητικό ανθρωπάκι με λευκή ποδιά, σαν αυτή που φορούν και οι νοικοκυρές όταν πλένουν και μαγειρεύουν, αλλά λίγο ποιο περιποιημένη και κεντημένη στο στήθος με ένα φίδι κάτω από το όνομα του φαρμακοποιού.
Μπέλο έχεις βυζερά; για μωρά βυζερά λέω έχεις; τον ρώτησε δεύτερη φορά,με αγωνία.
Από πότε βυζαίνεις ρε Τσαούση; Αστειεύτηκε ο Μπέλος. 'Αστα τα χωρατά ορέ και εχω βιάση, άμα έχεις δώσμε και ειδάλλως να κινήσω για άλλου, να πάω στο φαρμακείο του Κουλουρίδα!
Έχω έχω μη σκιάζεσαι,  του είπε γελώντας ειρωνικά ο φαρμακοποιός. Σκάρωσες κάνα μπάσταρδι ρε και στού φέραν στη ρούγας;
Σκάσε αρέ ζιούνταβε*,(μικροσκοπικέ ) μη σε κάνω ένα με τη γης. Για μια χωριανή το θέλω, έκοψε το γάλα της, επειδή έμαθε πως χήρεψε. Και το μικρο είναι ίσα με σαράντα μερών, αν δε φάει, δεν εχ ζουή.(ζωή)
Άντε καλά, αφού το λες εσύ, αλλά θέλει και μπουκάλι να το βάλεις και κοίτα να το βράζετε που και που ε, Γιατί αυτό δεν είναι βυζί!!!
Φερε και μπουκάλι και ένα και δυο αμά έχεις. Να πάρε παράδες.............
Ο Μπέλος πήρε τα λεφτά και του έδωσε τα μπουκάλια και τις πλαστικές ρώγες.
Ανέβηκε στον άλογο και έγινε καπνός ο Τσαούσης, έτρεχε λες και ήταν δικό του το βρέφος που πεινούσε. Όλα για χατίρι της τα έκανε. Ακόμη και το μωρό θα έκανε δικό του, φτάνει να το θέλει και αυτή, συλλογίζονταν σε όλο το δρόμο καλπάζοντας για την Τσιάρα .
Η παπαδιά μέχρι να γυρίσει ο Τσαούσης έπλυνε το μωρό της, το τάισε όσο μπόρεσε με το γελαδινό γάλα και το κοίμισε ξανά. Πήγε στη ρούγα και μίλησε με τον παπά που είχε φέρει ο Τσαούσης στο χωριό για να γίνει μια στοιχειώδης κηδεία για το νεκρό.
Πήγε σπιτάκι της, συγύρισε με τη βοήθεια την Ανθής, έβαλε στάρι να βράσει στο τσουκάλι και κοπάνισε το καρύδι, έκαψε αλευράκι και έριξε τα μυρωδικά στο ταψί, με υπομονή και δάκρυα ετοίμασε το στάρι του κύρη της. Άνοιξε το σεντούκι, έβγαλε ένα ρόδι φυλαγμένο και στόλισε το τελευταίο φαΐ του Αναστάση. Ύστερα έβγαλε τη νυφική της στολή από το σεντούκι, την κράτησε στα χέρια της και τη χάιδεψε αργά, τραγουδώντας ψιθυριστά το τραγούδι που άρεσε στον παπά.

Δόντια πυκνά και μαργαριταρένια
φωνή σαν τ αηδονιού, στόμα χελιδονιού
με πήρατε το νου!

Μια Κυριακή πρωί και μια καλήν ημέρα
ήρθε μια περιστέρα, μια καγκελοφρυδάτη
να μην την είχα δει στη μαύρη γης να μπει.

Μαλαματένια πόρτα με ασημοπέρωνα
η σκύλα η πεθερά σου θέλει μαχαίρωμα
ως το ξημέρωμα!

Έτσι τον αποχαιρέτησε, η παπαδιά, με το τραγούδι που τον πρωτοείδε να χορεύει στα αλώνια του χωρίου της.
Η Κωστάντο είχε ειδοποιήσει όλο το χωρίο να μαζευτούν το απομεσήμερο στον Άι Γιώργη για την κηδεία.
Ο Ζήσης είχε φτιάξει ένα σταυρό από κλωνάρια και τον έστησε στο πίσω μέρος του ιερού, το έθιμο έλεγε ότι οι παπάδες θάβονταν εκεί, έτσι ο τάφος του παπά Αναστάση, έγινε δίπλα από τον τάφο του παππού του ,τον συχωρεμένο τον παπά Θύμιο .
Ήρθε ο Τσαούσης, έγινε η τελετή χωρίς πολλά πολλά. Ο Τσαούσης έφυγε για να πάει τον παπά πίσω στο χωριό του, κοντά στο Μουζάκι. Κάτω από τους πρόποδες του βουνού έμενε ο παπάς και ήξερε τον Τσαούση από τα ταξίδια του όταν ανέβαινε εκεί για κυνήγι στον Κόζιακα. Οι χωρικοί έκατσαν στη ρούγα της παπαδιάς και έφαγαν ψωμί και ελιές, λίγο βρασμένο ρύζι και ήπιαν μια γουλιά κρασί να συχωρέσουν τον πεθαμένο και την τελευταία σταγόνα την έριξαν στη γη.
Πολλά δε ξέρανε, αθώοι άνθρωποι ήσαν και ούτε ρώτησαν τι και πως.
Η παπαδιά όλες αυτές τις ώρες, βουβή έκανε το χρέος της κουβαλώντας στην πλάτη ζαλωμένη το βρέφος της.
Σαν νύχτωσε μαντάλωσαν την πόρτα του σπιτιού και έφυγαν πεζές με την Κωστάντο και την Ανθή.
Άλλη μια μέρα ολάκερη χωρίς τον παπά της και όμως άντεχε, ζούσε, έκανε δουλειές και είχε ένα μωρό, αυτά σκέφτονταν σε όλο το δρόμο μέχρι να φτάσουν στο αρχοντικό.

Τότε οι χήρες, αν ήταν νέες ή παντρεύονταν σε λίγο καιρό μετά το θάνατο του κύρη τους ,ή μέναν για πάντα μαυροντυμένες,  ως να πάνε να συναντήσουν το ταίρι τους τη μέρα που θα πέθαιναν και αυτές.
Η Μαρουσιάννα ήταν ένα αθώο κοριτσόπουλο είκοσι χρόνων, σε ξένο μέρος, με ένα βρέφος και  φτωχή.
Θέλει μεγάλο αγώνα για να κρατηθείς στη ζωή, ποιος θα της παραστέκονταν; τότε οι γυναίκες είχαν ανάγκη από ένα  προστάτη.
Έτσι, όταν ο Τσαούσης της είπε πως θέλει να την κάνει κυρα του, δέχθηκε με ένα νεύμα, σκύβοντας το κεφάλι.
Ο Τσαούσης τη σεβάστηκε μέχρι τη μέρα που τη στεφανώθηκε με δόξα και τιμή και την πέρασε νύφη στην πόρτα του αρχοντικού του. Εκεί την περίμεναν οι γυναίκες του σπιτιού να τους μελώσουν το στόμα και να τους βάλουν σίδερο στο σκαλί να πατήσουν πριν μπουν στο σπίτι.
Σαν νεράιδα που βγήκε από παραμύθι έντυσαν την Μαρουσιάννα οι γυναίκες του σπιτιού!
Τα γιορντάνια και το χρυσό ζωνάρι που της είχε αγοράσει απ την πόλη ο Τσαούσης, έλαμπαν πάνω στη φορεσιά της. Άσπρο σύννεφο σε γαλανό ουρανό το φουστάνι της.
 "Χαρά" στο κονάκι τους ποτέ δεν είχαν κάνει άλλη φορά και η Κωστάντο τη  δέχτηκε για κυρα της με μεγάλη αγάπη. Μες τα θαλασσιά μετάξια της, με άσπρα σιρίτια από βελούδο η Μαρουσιάννα έλαμπε. Χτένισε τις κοτσίδες στο κεφάλι στεφανωμένες, με ρόδα ανάμεσα και φύλλα λεμονιάς, κόκκινη μεταξωτή ποδιά κεντημένη με λουλούδια και πουλιά. Στο γαλάζιο μπροκάρ μεταξωτό σαγιά της, ο Τσαούσης είχε απαιτήσει να της ράψουν βελούδινα λευκά, κόκκινα και χρυσά σιρίτια.  Όχι μαύρα όπως συνήθιζαν οι γυναίκες του κάμπου. Οι φούντες στα βελούδινα λευκά μανίκια, ήταν κόκκινες και λεύκες από μετάξι, και το μακρύ λευκό πουκάμισο από λινό κεντημένο στον ποδόγυρο, με περισσή φροντίδα από την Σιχμά και τη Μερκάδα.
Η δική μου η κυρα, δεν είναι Καραγκούνα και τα μαύρα δε της πηγαίνουν,.Χαρά έχουμε, θέλω άσπρα σιρίτια, άσπρες και τις φούντες στο σαγιά και το σεγκούνι το θέλω όλο από βελούδο θαλασσί με άσπρα κεντίδια. Αυτή την διαταγή έδωσε στη Σιχμά όταν παράγγειλε τη φορεσιά της Μαρουσιάννας. Μέρες έραβαν οι Σιχμά και η Μερκάδα μέσα στο μαγαζί του Ζαδίκ.
Μόλις τελείωσαν τα στέφανα, βάπτισαν το μωρό, του έδωσαν το όνομα του πατέρα του, Αναστάσης.
Ένας έφυγε απ τη ζωή και άλλος γεννήθηκε, είχε πει η Μαρουσιάννα και ότι έλεγε δε το έπαιρνε πίσω. Ήταν πεισματάρα και ήξερε τώρα πια την αδυναμία του Τσαούση, είχε απαιτήσει το όνομα του παιδιού της να είναι το όνομα του συχωρεμένου. Το γλέντι του γάμου ήταν λαμπρό όπως αρμόζει σε άρχοντες.
Ήρθε όλο το χωριό, ψήθηκαν αρνιά στη σούβλα, πήραν φωτιές οι γάστρες και οι φούρνοι να ψήνουν πίτες,φαγιά και γλυκά και το κρασί κόκκινο από σταφύλι μοσχάτο φερμένο απ το Καστράκι.* (Περιοχή κάτω στους πρόποδες των Μετεώρων)
Τα όργανα άρχισαν το τραγούδι της νύφης και ο γαμπρός τη σήκωσε κρατώντας την απ το χέρι,Την οδήγησε στη μέση της αυλής του να χορέψει. Kουμπάροι, ήταν το αντρόγυνο απ τα Γιάννενα, που είχαν το μαγαζί με τα γιορντάνια και τα δαχτυλίδια στα Τρίκαλα, όλοι μαζί μπήκαν στο χορό με την Κωστάντο να κάνει τα πάντα, για να δώσει χαρά και δύναμη στη νύφη. Τα όργανα τα είχε φέρει ο κουμπάρος απ τα Γιάννενα. Οι  Χαλκιάδες ήταν η καλύτερη κομπανία!
Παίξτε ορέ για τη νύφη μας, είπε ο κουμπάρος και έριξε μέσα στο ντέφι μια χρυσή και άλλη μια ο γαμπρός, ξεκίνησε το κλαρίνο να μπουμπουνίζει και να σηκώνει φουρτούνα στα βουνά και στα αλώνια, να χύνετε ο ήχος του σαν νερό από καταρράχτη και να μερακλώνουν καρδιές!
Το κλαρίνο, το λαούτο και το βιολί έπαιζαν και ο άντρας που έπαιζε ντέφι τραγουδούσε με γάργαρη φωνή σαν κελαρυστό ποταμίσιο νερό..................

Άιντε Αγορός από σειρί, νύφη απ την ανατολή
πως ήρθαν κι ανταμώσανε σε δάφνινο ποτάμι.

Εκεί μωρέν που ειν οι δάφνες οι ψηλές και οι πολλές τρανταφυλλιές.

πέρα στου πέρα μαχαλά,
στον πέρα και στον δώθε 
περπατείς ανάρια, ανάρια, περπατείς δασιά και ανάρια,ορέ σαν την πάπια στα λιβάδια

Πέρα στουν πέρα μαχαλά, στουν πέρα και στουν δώθε
εκεί μάναμ εκεί παντρεύουν μια ξανθιά,  ξανθιά πρασινομάτα
 Άιντε περπατείς δασιά κι ανάρια, άιντε σαν την πάπια στα λιβάδια

κάνουν νουνό του Βασιλιά και μπράτι το Βεζίρη
άιντε περπατείς δασιά και ανάρια όρε σαν την πάπια στα λιβάδια!

Το τραγούδι αυτό διαρκούσε πολύ ώρα, μέχρι να περάσουν όλοι οι καλεσμένοι να δώσουν τα δώρα στη νύφη, καρφιτσώνοντας ένα κόσμημα στο σιγκούνι της,ή λίρες και γιορντάνια στο λαιμό της!
Ύστερα ήρθε η σειρά του γαμπρού, ο Τσαούσης έβγαλε μια χρυσή και την πέταξε μέσα στο καπέλο του βιολιτζή.
Μπήκε όλη η κομπανία στη μέση του χορού να παίξουν την παραγγελιά του γαμπρού.
Βαράτε την Νταίλιάνα ορέ, τους πρόσταξε δίνοντας άσπρο μαντίλι στον κουμπάρο του....

 δε μπόρεσα  Νταιλιάνα μου, 
δε μπόρεσα να βρω καμιά,  με την δική σου ομορφιά,

τι να τα κάνω Νταιλιάνα μου, 
αχ τι να τα κάνω τα φλουριά προς τη δική σου λεβεντιά.

Θέλω να γίνεις Νταιλιάνα μου,
θέλω να γίνεις ταίρι μου, όμορφο περιστέρι μου.

Χορτάτοι από το φαΐ και το γλέντι, έφυγαν οι καλεσμένοι και οι κολίγοι του Τσιφλικιού.
Ο Τσαούσης είχε ανοίξει το κονάκι για όλους και όλοι ήπιαν και έφαγαν αρχοντικά.
Σαν έμειναν μονάχοι στην κάμαρη, η Μαρουσιάννα του ζήτησε να γυρίσει για να ξεντυθεί, εκείνος έπεσε στα πόδια της και της μίλησε με φωνή που δήλωνε υποταγή αλλά και επιθυμία.
Κυρά μου,  άσε με να σε καμαρώσω, μήνες περίμενα να έρθει τούτη η ώρα....

Όλα δικά σου κυρά μου, τις είπε με βαθιά φωνή γεμάτη πόθο. Εσύ θα διατάζεις και εγώ θα σε υπηρετώ. Της σήκωσε απαλά τον ποδόγυρο απ το σαγιά της, της άγγιξε τα πόδια, έσυρε τα χέρια του στους αστραγάλους της, ανέβηκε μέχρι ψηλά στους γοφούς της, τη φίλησε στα γόνατα και στις γάμπες έτσι όρθια όπως στέκονταν. Έξω άρχισε να βρέχει δυνατά,τα παραθύρια ήταν ανοιχτά διάπλατα στην κάμαρη. Απ το μπαλκόνι ήρθε η μυρωδιά της βροχής και ο αέρας έσβησε τα κεριά απότομα. Το ζευγάρι έπεσε στο στρώμα. Παραδόθηκαν στη δίνη του πάθους και στη φωτιά που παίρνουν τα κορμιά όταν αγκαλιαστούν. Τα νιάτα έχουν επιθυμίες και η Μαρουσιάννα ήταν γυναίκα, τον άφησε να την κατακτήσει κρατώντας του το κεφάλι και κοιτώντας τον στα μάτια που έλαμπαν μες το σκοτάδι, μαύρα και λαμπερά μες την νύχτα. Ήταν όμορφος άντρας ο κύρης της και τα φιλιά του ζεστά, τα χάδια του μαγικά, την έκαναν να ξεχνάει τα πάντα.
Ήταν καλός στο φιλί ο Τσαούσης, ήξερε να χορταίνει τη γυναίκα με χάδια και είχε κορμί ατσαλένιο παρόλο που ήταν 40 ετών. Τον γεύτηκε με χαρά, ήθελε να τον έχει ευχαριστημένο και δούλο της.
Την άλλη μέρα το πρωί, σαν έφαγε το μωρό καλά και το περιποιήθηκε,την πήρε εκείνος από το χέρι και την έκατσε στην αυλή, πάνω στη μεγάλη πέτρα της εισόδου. Δείχνοντας της την αυλή και το σπίτι της είπε: Όλα δικά σου από τη ρούγα και μέσα, μα έξω από το σπίτι εγώ κάνω κουμάντο!
Ένευσε καταφατικά εκείνη και αυτή ήταν η συμφωνία τους!
Ότι σου άφηκε ο παπάς θα είναι για το γιο σου,τα χωράφια και τα ζωντανά σου θα τα δουλεύουν οι παραγιοί μου, μα ότι βγάζουν θα σου ανήκει. Το αρχοντικό να το κουμαντάρεις με αγάπη κυρα, είναι το βιός μας.
Γέμισε το σπίτι με δώρα, έφερε μάστορα να κάνει καινούριο μαγερειό, με νερό που έβγαινε από μια χειροκίνητη τουλούμπα και έπεφτε μέσα σε μαρμαρένια κοπάνα δροσερό και καθαρό.Έχτισε καινούριο ψηλό μπουχαρί για να μπορεί η γυναίκα του να βάζει τη μεγάλη πυροστιά με το καζάνι πάνω να μη βγαίνει έξω το χειμώνα και του κρυώσει, έβαλε στο μέσα μέρος μια χοντρή αλυσίδα και την ένωσε με το χέρι της γάστρας* να μπορεί η κυρα να σηκώνει εύκολα το τεράστιο μαντεμένιο καπάκι, που είχε πάνω του πάντα μπόλικη στάχτη, για να κρατά την θερμοκρασία μέσα στο ταψί. Έφερε μια πλάκα μαρμαρένια,  δίπλα από την τουλούμπα να καθαρίζει εκεί τα κυνήγια που της έφερνε για να τα ζεματάει και να τα πλένει με άφθονο καθαρό νερό.Έκοψε τα πολλά ταξίδια στη Λάρισα και στην Αθήνα πήγαινε μια φορά το τρίμηνο και άρχισε να ασχολείται με τα χωράφια του με ζήλο.Έφερε και άλλες αγελάδες στον αχερώνα και γέμισε το σπίτι υφάσματα για να ράψει η γυναικά του κουρτίνες και φουστάνια όλο το χειμώνα. Ακόμα και μεσάλια* (τραπεζομάντιλα) από τη Βενετιά με δαντέλες ως κάτω στο πάτωμα, άσπρα σαν το γάλα, της τα αγόρασε από τον Λεβήν τον Οβριό.
Άνοιξε επιτέλους το αρχοντικό και είδαν κόσμο να έρχεται.
Μέχρι τραπεζίτες και κάτι στρατιωτικοί και υπουργοί του Βενιζέλου τους ήρθαν στην αρχή του πολέμου,όταν γύριζαν από τη Βουλγαρία που συζητούσαν για την συμμαχία! Ο δρόμος μακρύς ως την Αθήνα και έκαναν διανυκτέρευση στου Τσαούση. Γερές γνωριμίες ο Τσαούσης, που διάολο τον ήξεραν δε ρώτησε η Μαρουσιάννα ποτέ.
Η Κωστάντο, οι κόρες της και η Μαρουσιάννα ταίριαζαν και ζούσαν αρμονικά, έραβαν για τα φτωχοκόριτσα του χωριού, κουρτίνες για το αρχοντικό, έκαναν χράμια και βελέντζες για τους φτωχούς χωρικούς κρυφά απ τον Τσαούση. Έψηναν του κόσμου τα γλυκά και τα ψωμιά και τα μοίραζαν για συχώριο στο όνομα του νεκρού παπά, σε αυτό αντιρρήσεις δε σήκωνε η Μαρουσιάννα. Αφέντης μου και κύρης μου θα είσαι, του είπε μια μέρα, μα ο παπάς ήταν πατέρας του παϊδιού μου και με αγάπησε πολύ!! Ποτέ δε ξανα κάναν κουβέντα για αυτό. Ο Τσαούσης είχε αγοράσει ένα αυτοκίνητο και γύριζε με δαύτο από πόλη σε πόλη. Ενώ η φτωχολογιά πεινούσε και ο Βενιζέλος πίστευε στην κατάκτηση των εδαφών της Μακεδονίας.
Ένα Γερμανικό ξεσκέπαστο, ατσούμπαλο και θορυβώδης όχημα, με λαστιχένιες χοντρές ρόδες και μια τεράστια κόρνα, που τη ζούλαγε μόλις έμπαινε στο χωρίο μέχρι να μπει στη ρούγα τους και ξεσήκωνε τον τόπο όλο. Ο μόνος που χαιρόταν με όλη αυτή τη φασαρία, ήταν ο μικρός Αναστάσης. Άρχιζε να κλωτσάει τα ποδάρια από χαρά που γύριζε ο πατέρας!!! Άρπαζε αυτός το δίχρονο παιδί και το στριφογύριζε πιάνοντας το από τις μασχάλες μέχρι να ζαλιστούν και οι δυο, ο μικρός ξεκαρδίζονταν στο γέλιο. Όταν πήγαινε στο ποτάμι για ψάρεμα καβάλα στο άλογο έπαιρνε και τον Αναστάση, γραπώνονταν με τα μικρά χεράκια από τη σέλα, αλλά ο Τσαούσης είχε πει στη Μαρουσιάννα να του κάνει ένα μεγάλο πάνινο ζωνάρι και με αυτό δένονταν με το παιδί απ τη μέση για να είναι σίγουρος ότι δε θα πέσει. Δυο χρόνια πέρασαν με τη Μαρουσιάννα και παιδί δεν έκαναν. Ο Τσαούσης το ήξερε πως δε κάνει παιδιά, είχε περάσει μια αρρώστια από μικρός και έμεινε άκληρος, έτσι έκανε παιδί του τον Αναστάση και από τόσο δα, μια σταλιά του μίλαγε και του έδειχνε τα χωράφια! Το βιός τους!
Αν και οι καιροί ήταν επικίνδυνοι ο Τσαούσης δε είχε φόβους χρεωκοπίας, έκαμε πάντα τα λεφτά του σε χρυσές και είχε το κεφάλι ήσυχο. Είχε γεμίσει και μια γυάλινη βιτρίνα με σειρές από ακριβά γιορντάνια με πολύτιμες πέτρες που έπαιρνε απ τον κουμπάρο του τον Γιαννιώτη.
Ήταν κρυφός Βασιλικός και δεν εμπιστεύονταν το Βενιζέλο με τις μεγάλες του βλέψεις για το βορρά και τη Μακεδονία και ήξερε πως η συμμαχία, ήταν εικονική με τους Βαλκάνιους. Αυτοί, δε λογάριαζαν την Ελλάδα σαν δύναμη στρατιωτική, είχε γίνει δεκτή η συμμαχία από τους Βούλγαρους μόνο και μόνο επειδή υπολόγιζαν στον καλό στόλο της χώρας. Ήξεραν πως οι Έλληνες θα έκαναν τα πάντα για να ανακόπτουν τον ανεφοδιασμό των Οθωμανών από τα παράλια της Μικράς Ασίας. Δεν καλό έβλεπε την κόντρα με την Τουρκία και ήξερε πως οι Τούρκοι είχαν προτείνει στο Βασιλιά να μην αναμειχθούν και θα έδιναν τάχαμ οριστικά την Κρήτη!


Ένα βράδυ, ήρθε ο Τσαούσης από ταξίδι και ζήτησε να έρθουν όλες οι γυναίκες να δειπνήσουν μαζί.
Κυρα, είπε κοιτώντας την Κωστάντο, σου έχω καλά νέα, βρήκα γαμπρό για την Ανθή!
Η Ανθή σήκωσε το κεφάλι απότομα με ορθάνοιχτα τα μάτια, ποτέ δεν είχε αντιμιλήσει στον αφέντη της και πολλά λόγια μαζί του δε είχε, πάντα τον απεφευγε. Είχε κάτι επάνω του, που την φόβιζε, μα τώρα ήθελε να πει όχι.
Δεν θέλω αφέντη να φύγω απ το χωριό, εδώ μεγάλωσα, έχω τη μάνα, την αδερφή μου εδώ, και η κυρα με χρειάζεται, έτσι δεν είναι κυρα; Ρώτησε τη Μαρουσιάννα
Η Μαρουσιάννα δε πρόλαβε να απαντήσει.
Εδώ είσαστε ένα σωρό γυναίκες της είπε ο Τσαούσης, καιρός να πας να κάνεις φαμελιά Ανθή. Δεν θα μας μείνεις στο ράφι, το έχω υποσχεθεί στη μάνα σου, έγινες είκοσι πέντε χρονών!!
Σε μια βδομάδα φεύγουμε για την Αθήνα, να είσαι έτοιμη. Ο άντρας που θα πάρεις, είναι καλός και καλοστεκούμενος σε είδε τη μέρα που τους τραπεζώσαμε όταν γύριζαν από τη Βουλγαρία.
Η Κωστάντο δε ήξερε τι να πει, μέχρι να σηκωθούν από το τραπέζι κανείς δε μίλαγε πια.
Η Ανθή, νόμιζε πως όλη της τη ζωή, θα ζει μέσα στη ρούγα του αρχοντικού, ο έξω κόσμος της ήταν άγνωστος και τη φόβιζε λίγο.
Μα αν ο Τσαούσης δεν την ήθελε άλλο μες το σπίτι του, που θα πήγαινε η έρμη; Λεφτά δε είχε και όπως φαίνονταν τα πράματα, δεν όριζε τον εαυτό της. Ο Τσαούσης είχε πάνω της δικαιώματα επειδή την μεγάλωσε και την τάισε τόσα χρόνια.
Η κοπέλα άρχισε σε λίγες μέρες να ετοιμάζετε, γέμισε ένα μπαούλο με τα προικιά της που τα είχε υφάνει νύχτες και μέρες στον αργαλειό και άλλα με βελόνες, τραγουδώντας για τον άντρα που θα έπαιρνε και για το σπίτι που θα στόλιζε.
Η Μαρουσιάννα, δεν είχε αντιδράσει, επειδή δε ήθελε να κόψει το τυχερό της κοπέλας. Πίστευε πως ο Τσαούσης είχε βρει ένα καλό άνθρωπο για να παντρέψει το κορίτσι.
Το κορίτσι έφυγε με τον Τσαούση πάνω στον ξεσκέπαστο αυτοκίνητο κουκουλωμένη με μια πλεκτή σάρπα και φράγκικα ρούχα! Στα Τρίκαλα πήραν το τρένο για την Αθήνα.
Το σπίτι που την πήγε ο Τσαούσης για νύφη, ήταν ένα μπορντέλο που του ανήκε. Τα προικιά της, τα μοσχοπούλησε στον Πειραιά σε κάτι τύπους, που τα αγόραζαν πάντα για να τα πάνε στο παλάτι ως εθνικό πλούτο! Την έντυσε σαν φρατζέζα* με φτερά, της έκοψε τα μαλλιά και την έβαλε να μάθει να καπνίζει. Η μαστροπός, της  εξηγούσε τι θα κάνει σαν έρθει ο πρώτος πελάτης και πως αν δε το κάνει θα την πετάξει στο δρόμο χωρίς ρούχα ξεβράκωτη! Κοιτά μωρή σε τι σπίτι μπήκες, κοίτα σαλόνια και μεγαλεία. Είχες και στο χωριό σου τέτοιο κρεβάτι;''Η σάματις  άμα έπαιρνες κάνα κολίγο, θα ήξερε να χαϊδεύει; Εδώ έχεις όποιον θέλεις κάθε βράδυ μωρή και δε βρωμάει ο άντρας που θα σε αγκαλιάσει. Την πασάλειβαν με ροδέλαια και την έβαφαν με κραγιόν και κάτι μπογιές στα μάτια, έβλεπε τον εαυτό της στον καθρέφτη και τρόμαζε.
Η κοπέλα είχε χάσει τη γη κάτω από τα πόδια, η ψυχή της είχε παγώσει και ο Τσαούσης είχε χαθεί.
Η συμφωνία που έκλεισε για την παρθενιά της Ανθής με τον πρόξενο της Γαλλίας ήταν πολύ καλή.
Δέκα χρυσές και δέκα μπουκάλια σαμπάνια νεοφερμένα από την Τουλούζη. Θα έκαναν μεγάλο γλέντι εκείνο το βράδυ στο μπορντέλο της Κολέτ. Και ο Γάλλος όμως θα έβγαζε παράδες φέρνοντας φίλους και παίρνοντας από την μαντάμ Κολλέτ μεράδι!
Η Ανθή, δε ήταν το πρώτο κορίτσι που παζάρευε ο Τσαούσης και ο Γάλλος, στην Αθήνα ήταν γνωστός στους πλούσιους άντρες, που ήθελαν κοριτσόπουλα για να χορταίνουν το πάθος τους για σεξ. Οι γυναίκες που παντρεύονταν, ήταν πολύ καθώς πρέπει για να τους κάνουν τέτοια χατίρια και η συνηθισμένοι οίκοι ανοχής δεν ήταν ασφαλείς χώροι για κυρίους! .
Έτσι είχε "καλοπαντρέψει" πολλά κορίτσια ο αχαΐρευτος.
Η Ανθή ήθελε να επιβιώσει, ήθελε να εκδικηθεί, ήθελε να χαρεί τη ζωή της σαν γυναίκα φυσιολογική.
Ήθελε να φύγει από εκεί μέσα, μα στο χωριό ντρεπόταν να ξαναπάει, άσε που αν γύριζε και έλεγε την αλήθεια στη μάνα της, ίσως γινόταν μεγάλο κακό. 'Ισως ο Τσαούσης να τις ξεπάστρευε μάνα και κόρη για να μην μαθευτεί τίποτα.
Ο Τσαούσης, γύρισε στα Τρίκαλα σαν καλός νοικοκύρης, έπαιρνε το μερίδιο της σοδειάς από όλο τον κάμπο της Τσιάρας και των γύρω χωριών, έπαιρνε το μεράδι του απ τα μπορντέλα της Λάρισας και της Αθήνας και πλούτιζε όλο και περισσότερο.
Έβγαζε το πάθος του πάνω στο κορμί της Μαρουσιάννας γιατί με πουτάνα δε ξαναπήγε, φοβόταν μην κολλήσει πάλι τίποτα και πεθάνει.
Η Κωστάντο και η δεύτερη κόρη της, περίμεναν να μάθουν νέα από την Ανθή μα τίποτα δε έρχονταν απ την πόλη.
Όλα καλά, έλεγε ο Τσαούσης σαν τον ρωτούσαν, αρχόντισσα ! Μας ξέχασε η άτιμη, έλεγε γελαστός.
Περάσαν έτσι τρία χρόνια. Οι γυναίκες στο σπίτι προσεύχονταν και ανάμεναν κάθε μέρα νέα της.
Κορίτσια σαν τα κρύα νερά, έμπαιναν στο πορνείο της μαντάμ Κολλέτ και έμεναν εκεί μέχρι να χάσουν όλη τους τη νιότη και τη φρεσκάδα. Η  Ανθή, είχε πλέον προσαρμοστεί από ανάγκη και κοίταγε να βρει την ευκαιρία για τη μέρα της απόδρασης και της εκδίκησης. Έκρυβε μέσα σε μια γλάστρα όλα τα δαχτυλίδια που τις έφερνε ο Πρίγκιπας και πάνω στην ντουλάπα είχε σπρώξει το τραπέζι αθόρυβα και έβαλε χίλιες δραχμές και ένα κολιέ με μαργαριτάρια που της χάρισε ο Καμπριγιάννη ένας Ιταλός. Τον τρέλανε με χάδια και αναστεναγμούς και εκείνος ότι είχε και δεν είχε η γυναίκα του σε χρυσό και μαργαριτάρι, τα είχε φέρει σε εκείνη. Ειχε μεινει χηρος στα πενηντα του. Οι γιοι και οι νύφες, δε ήθελαν στο σπίτι να φέρει γυναίκα. Βρήκε την Ανθή αυτός, στο μπορντέλο και εκεί ξημεροβραδιάζονταν στα σεντόνια της, όσες ώρες  οι γιοι του πήγαιναν στο δικηγορικό τους γραφείο.Τις Κυριακές και τις σχόλες ήταν σπίτι κύριος!
Ο τρόπος για να φύγει η Ανθή βρέθηκε τη μέρα που στο πορνείο ήρθε ο Αιμίλιος Αυγέρης!

Αρχοντόπαιδο ο Αυγέρης, νεοφερμένος γιατρός από την Ιταλία, ήρθε με δυο φίλους Ιταλούς και τον Καμπριγιάννη,που ήθελαν να "γλεντήσουν" με Ελληνίδες.
H μαντάμ Κολλέτ, φώναξε τα κορίτσια να έρθουν να διαλέξουν καβαλιέρους. Ηρθε και η Ανθή, στητή λεπτή με σταρένιο δέρμα και μαύρα μάτια. Ο Αιμίλιος μαγεύτηκε μαζί της. Όλη τη νύχτα, έμεινε στο δωμάτιο της. Μετά το σμίξιμο τους, παράγγειλαν καφέδες και κρατώντας της συντροφιά, της μίλησε για την Ιταλία, για το κρύο και το χειμώνα της Βενετιας. Της είπε ότι ήταν γιατρός και έμαθε από εκείνη, πως ήρθε στο μπορντέλο και από που καταγόταν.
Την άλλη μέρα ήρθε νωρίς το απόγευμα, ζήτησε από τη μαντάμ Κολλέτ την Ανθή φλογισμένος, την πήρε με πάθος και χαιρόταν που έδειχνε ότι το απολαμβάνει και εκείνη. Ήταν σαν να είχε φτιαχτεί για αυτόν και μόνο, οι Ιταλίδες πόρνες τον ξεπετούσαν χωρίς να του μιλάνε και να τον φροντίζουν απαλά με φιλιά στο στόμα και στα μαλλιά. Της είπε να έρθει να την πάρει την Κυριακή, να πάνε βόλτα στον εθνικό κήπο και στο σύνταγμα να της δείξει την Αθήνα.
Μα εγώ δε βγαίνω από εδώ ποτέ, μόνο στον κήπο στο πίσω μέρος για να κάνω ηλιοθεραπεία, η μαντάμ Κολλέτ θέλει να έχω ωραίο χρώμα, αλλά έξω στην πόλη δε πάω ποτέ. Δεν θα με αφήσει, του είπε με απογοήτευση. Μόνο αν γεράσω και δε κάνω για τούτη τη δουλειά θα με διώξουν από εδώ. Εσύ  Ανθή θες να βγεις; τη ρώτησε εκείνος.
Αν θέλω; Φυσικά θέλω να βγω και να μην ξανά έρθω ποτέ. Πνίγομαι εδώ μέσα, είναι ένα παλάτι για τα μάτια των περαστικών απ έξω, για όσους δε ξέρουν τι γίνεται εδώ μέσα. Για τα κορίτσια και για μένα, είναι το σπίτι που μας έφεραν, για να γλεντάνε οι αριστοκράτες τούτης της άθλιας πόλης. Που να πάω Αιμίλιε; Στο χωρίο; Στο αρχοντικό; Και τι να πω στην μάνα μου; με πήγε σε μπορντέλο ο Τσαούσης και πληρώθηκε για την παρθενιά μου; Δεν υπάρχει επιστροφή, όσο αντέξω εδώ μέσα, θα ζήσω κάνοντας όνειρα για τα στερνά μου, μαζεύοντας φράγκα για να μην βρεθώ ζητιάνα στο δρόμο. Όλος ο κόσμος μου ήταν δυο σπίτια, το αρχοντικό του Τσαούση και τούτο το μπορντέλο.
'Ασε με να το κανονίσω βρε, έχω τον τρόπο μου, της είπε.
Αιμίλιε, να με πας που; Τι θα κάνω μόλις βγω από εδώ; Δεν έχω που να πάω, στο ξαναλέω.
Εκείνος την καθησύχασε και φεύγοντας είδε την μαντάμ Κολλέτ.
Κολλέτ, θέλω να πάρω αύριο μαζί μου την Ανθή και να πάμε να αγοράσει τίποτα της προκοπής, δε με φτιάχνουν αυτά που φοράει. Το ξέρεις ότι τα ρούχα των κοριτσιών είναι άθλια; Θα πληρώσω καλά, θα στην ταΐσω κιόλας! Άπλωσε το χέρι η Κολλέτ, χωρίς λόγια της έδωσε  ένα μάτσο λεφτά.
Το Σάββατο ήρθε και την πήρε νωρίς το πρωί, περπάτησαν στην πόλη, της έδειξε το παλάτι, την αγορά, την ανέβασε στην ακρόπολη και όταν κουράστηκαν έκατσαν σε ένα εστιατόριο να φάνε. 
Η Ανθή ήταν χαρούμενη, αυτή η βόλτα δίπλα στον γοητευτικό άντρα της έδινε φτερά.
Πως σου φαίνεται η πόλη Ανθή;
Νόμιζα ότι μια πρωτεύουσα, θα ήταν λίγο διαφορετική, άλλα όσο απομακρύνεσαι από το κέντρο, μοιάζει με χωριό!!
Ο Αιμίλιος γέλασε, είσαι έξυπνη Ανθή, παρατηρητική, μου αρέσει αυτό!!
Μόλις φάμε, θα πάμε να πάρεις ένα όμορφο καπέλο και θα σε πάω να δεις μερικά υφάσματα, νομίζω ότι τα ρούχα που έχεις, δε είναι κατάλληλα για την πόλη.
Ναι μοιάζω λίγο με χωριάτα ε; Αυτά έφερα απ το χωριό, δε φαντάζομαι να ήθελες να κυκλοφορήσεις μαζί μου, αν φορούσα από εκείνα τα μεταξωτά κιμονό της Κολλέτ!!!
Ο Αιμίλιος έκανε μια γκριμάτσα. Η Ανθή γέλασε, είμαι καλή για παρέα στο κρεβάτι Αιμίλιε, αλλά για να σε συνοδεύω στον έξω κόσμο είμαι ότι χειρότερο μπορούσες να βρεις!!
Εγώ πάλι βλέπω μια όμορφη, έξυπνη γυναίκα, που μεγάλωσε με αρχές, που είναι ακόμη πολύ νέα, για να χαραμίζει τη ζωή της σε ένα χώρο που δε επέλεξε εκείνη για να ζει.
Ανθή μου; Πες μου σε παρακαλώ, τι ξέρεις να κάνεις καλά; Φαντάζομαι στο κτήμα είχες κάτι να ασχολείσαι!
Σου είπα, η μάνα μου είναι οικονόμος στο αρχοντικό του τσιφλικιού, εμείς φροντίζαμε το σπίτι, η μάνα το μαγερειό, υφαίναμε, κεντούσαμε. Πότε πότε, πουλούσαμε στην πόλη κάτι από όσα κάναμε σε πλουσιόσπιτα για τις προίκες των κοριτσιών. Η μάνα μου έκανε κομπόδεμα με αυτό τον τρόπο, μας το επέτρεπε ο Τσαούσης, σίγουρα έβγαζε και αυτός από τις πωλήσεις, η μάνα δε πήγαινε ποτέ να δει που τα πουλούσε εκείνος. Δεν ξέρω τίποτα ιδιαίτερο Αιμίλιε.
Στην πρωτεύουσα όμως οι κοπέλες έχουν ανάγκη από πολύτιμα προικιά, όσο και στην επαρχεία Ανθή, θα μπορούσες να κεντάς για κάποιες κοπέλες, ακόμη και να υφαίνεις, θα βρω ένα όμορφο χώρο, να στήσεις ένα εργαστήρι, παραδοσιακής τέχνης, να μάθεις σε κοπέλες αργαλειό, κέντημα, τι λες;
Εκείνη τον κοίταξε με απορία, λες να θέλουν τα κορίτσια να μάθουν να κεντούν; Δεν ξέρω, δε γνωρίζω κόσμο, πως θα βρω πελάτες να πουλήσω ότι φτιάξω;
Άστο αυτό, θα βρω εγώ τον τρόπο, απλά θέλω να ξέρω αν έχεις διάθεση.
Γέλασε η Ανθή, λες να έχω μεγαλύτερη διάθεση να ανοίγω τα ποδάρια στον κάθε χήρο, στον κάθε βρομιάρη που μου ζητάει να του κάνω τα κέφια;
Ανθή αν έχω την άδειά σου, θα βρω τρόπο να σε βγάλω από εκεί, το θες;
Του κούνησε καταφατικά το κεφάλι, δε έχω αρκετά λεφτά Αιμίλιε, θα τα καταφέρω;
Δεν θα είσαι μόνη Ανθή, δε θα σε πάρω από εκεί μέσα για να σε αφήσω στο έλεος του Θεού.
Έφαγαν σιωπηλοί, πλήρωσαν και βγήκαν ξανά στην πόλη για ψώνια.
Ο Αιμίλιος της αγόρασε ένα όμορφο καπέλο με βέλο και ροζ βελούδινες κορδέλες, ασορτί γάντια από εκρού δαντέλα και ένα ζευγάρι εκρού μποτίνια με ροζ σατέν κορδόνια. Χαιρόταν σαν μικρο κοριτσάκι, ήθελε να τα φορέσει αμέσως, αλλά το φόρεμα και η εσάρπα της, δε ταίριαζαν με τίποτα για αυτά τα αξεσουάρ. Θα πάμε τη Δευτέρα να πάρεις υφάσματα και θα ράψεις κάτι καλό, χρειάζεσαι και σακάκια κορίτσι μου. Αυτές τις εσάρπες οι γυναίκες της πόλης της φορούν στο σπίτι τους, στο κήπο, άλλα δε γυρίζουν μέσα στην πόλη με κάτι τόσο απλό.
Εγώ στο χωριό, τη φορούσα στην εκκλησιά κάθε Κυριακή!!
Φαντάζομαι ότι είχες την ωραιότερη εσάρπα του χωριού, αλλά εδώ είναι Αθήνα!!
Ο Αιμίλιος, της έδειξε την Αθήνα, της είπε να αγοράσουν και ένα νικλιζέ, γιατί η μαντάμ θα ρωτούσε αν της ψώνισε. Πήγαν σε ένα κομμωτήριο και άλλαξε λίγο την κόμμωση της. Μετά, την κέρασε γλυκό με σαντιγί, ποτέ δεν είχε ξανά φάει τέτοιο πράγμα η κοπέλα,αν και στο μπορντέλο καλό έτρωγαν η αλήθεια.
Εβδομάδες γινόταν κάθε απόγευμα το ίδιο. Ερχόταν, έπαιρνε την Ανθή, την κρατούσε από το χέρι και την γυρνούσε αργά το ξημέρωμα για να μην μπορεί να την πειράξει πια κανένας στο μπορντέλο.Την γέμιζε με δώρα και εκείνη για να μην δημιουργεί έχθρες με τις άλλες κοπέλες, τα χάριζε όλα σε εκείνες.
 Ο Αιμίλιος βρήκε ένα παλιό ραφτάδικο εγκαταλειμμένο και έβαλε εργάτες να το βάψουν, παράγγειλε μια ταμπέλα από καδρόνι και το πήγε σε έναν ζωγράφο να του ζωγραφίσει έναν αργαλειό και μια κοπέλα να κεντάει. Έφερε στο μαγαζάκι γλάστρες και χώμα, πήγε μέχρι τα Αναφιώτικα*( γειτονιά της Αθήνας, κοντά στην Ακρόπολη ),να ζητήσει από κάνα δυο γυναίκες βοήθεια, για το στήσιμο του μαγαζιού.
Οι γυναίκες φύτεψαν λουλούδια στις γλάστρες της εισόδου, κρέμασαν στο παράθυρο δυο ολόλευκες λινές κουρτίνες με κρόσσι και κέντημα και το μαγαζί έγινε παλατάκι. Κοντά στο μεγάλο παράθυρο, μπήκε ο αργαλειός, στο κέντρο του μαγαζιού ένα μεγάλο στρογγυλό τραπέζι, με άνετες καρέκλες ντυμένες με βελούδο, ένας μπουφές γέμισε με φλυτζάνια και πιατάκια, βαζάκια με γλυκά του κουταλιού και στον πάγκο υπήρχε ένα καμινέτο, για να φτιάχνουν ροφήματα. Μια μεγάλη σόμπα και λάμπες πετρελαίου, ένα παλιό μανουάλι με κεριά και λίγες εικόνες σε ένα τοίχο, ήταν όλα τα στολίδια του μαγαζιού. Η ταμπέλα έγραφε, Το σπίτι που αργαλειού!
Την Κυριακή, δυο εβδομάδες μετά την κουβέντα τους στο εστιατόριο, ο Αιμίλιος πήρε την Ανθή απ το χέρι και την οδήγησε στο μαγαζάκι που ήταν κοντά σε μια ταπεινή πλατεία στο δρόμο της Μητροπόλεως. Η Ανθή δεν πίστευε στα μάτια της, με το που είδε την ταμπέλα και τον αργαλειό να φαίνεται από το μεγάλο παράθυρο, έμεινε να κοιτάει σαν χαζή, με τα χέρια κρεμασμένα στα πλευρά της σαν παράλυτη.
Ανθή μου, δε λες κάτι; Σου αρέσει;
Είναι παλατάκι!! Πως το έφτιαξες; πότε;
Πάμε μέσα, έλα να δεις τι κρύβει αυτή η πόρτα! Τις έδωσε το κλειδί, με το δεξί κυρία μου, καλές δουλείες!
Η Ανθή έστεκε στη μέση του μαγαζιού, παρατηρούσε τα πάντα, τα μάτια της είχαν θολώσει, τράβηξε μια καρεκλά και έκατσε.
Αιμίλιε δε έχω λόγια, είναι κάτι σαν θαύμα αυτό που ζω. Το ετοίμασες για μένα; αλήθεια;
Ναι το ετοίμασα για σένα Ανθή, για να έχεις κάτι να ασχολείσαι, όταν εγώ είμαι στην κλινική!
Τον κοίταξε ταραγμένη, τι θες να πεις;
Θέλω να πω, ότι η σύζυγος ενός γιατρού, πρέπει να προσφέρει έργο στην κοινωνία που ζει μαζί με τον άντρα της, δε σε θέλω κλεισμένη μέσα στο σπίτι!!
Η Ανθή σηκώθηκε και του άγγιξε τα χέρια, έσκυψε και φίλησε τις παλάμες του, Αιμίλιε, όλα είναι όμορφα, αυτά που έκανες αυτά που είπες, η ευκαιρία που μου χάρισες για ζωή. Όμως δε μπορώ να δεχθώ ένα γάμο!
Γιατί; Δεν  είμαι όμορφος; Της είπε κάνοντας γκριμάτσα.......
Αιμίλιε, είσαι όμορφος, νέος, μορφωμένος, πλούσιος, τα έχεις όλα και η Αθήνα έχει ανοίξει τις πόρτες της για σένα, με εμένα δίπλα σου θα τις κλείσει.

Ανθή δε με ενδιαφέρουν οι πόρτες της Αθήνας, κάποιες κλείνουν, κάποιες ανοίγουν, αλλά την πόρτα του σπιτιού μου, θέλω να την ανοίγεις εσύ!! Δέχεσαι;
Η Ανθή έκλεισε τα μάτια, ακούμπησε το κεφάλι στο στήθος του, δέχομαι Αιμίλιε Αυγέρη, όταν σε ακουμπάω παίρνω ζωή, του είπε ψιθυριστά.
Την  μέρα που θα έφευγε για πάντα από το μπορντέλο, γέμισε την τσάντα της με ότι κοσμήματα είχε μαζέψει όλα αυτά τα χρόνια από τους εραστές της και περίμενε στο σαλόνι, αδιάφορη δήθεν για το αν ερχόταν ο Αιμίλιος. Άναψε την πίπα της και ρώταγε τα κορίτσια αν σκέφτηκαν πως θα στολίσουν το σπίτι για τις γιορτές των Χριστουγέννων και αν ήθελαν να τους μαγειρέψει εκείνη κάτι ιδιαίτερο, να χαρούν τις ημέρες αυτές. Να θυμηθούν τα παιδικά τους χρόνια, να μυρίσει το σπίτι με τις χριστουγεννιάτικες λιχουδιές. Ήταν τόσο ενθουσιασμένη που θα ερχόταν επιτέλους λίγες μέρες ησυχίας στο μπορντέλο, γιατί αυτές τις μέρες οι άντρες μένουν στα σπίτια τους και εκείνες έχουν λίγο χρόνο να ηρεμήσουν αλλά και να ανανεωθούν.Κανείς δε περίμενε ότι η Ανθή θα έφευγε για πάντα.
Όμως εκείνη τη μέρα, έφυγε οριστικά. Η Κολλέτ δε την κάκισε ποτέ, όταν έμαθε από τον Αιμίλιο ότι θα την παντρευτεί τους ευχήθηκε να είναι ευτυχισμένοι για πάντα.
Ο Αιμίλιος την πήγε πρώτα σε ένα κομμωτήριο και κατόπιν πήγαν στο σπίτι του όπου την παρουσίασε ως μέλλουσα σύζυγο του.
Η μάνα του στράβωσε λίγο, επειδή τους είπε ότι είναι ορφανή και πως ζούσε στην Αθήνα μόνη και κεντούσε για να ζήσει. Ομως, τον Αιμίλιο, τον είχε έναν και σαν πάτησε πόδι και της είπε ή την Ανθή ή καμία, το βούλωσε μια για πάντα η Αυγέρενα. Την έντυσε με τα καλύτερα και την παντρεύτηκε σε δέκα μέρες.
Τα τρία χρόνια στο μπορντέλο είχαν σκληρύνει την Ανθή, έγινε μια γυναίκα με πυγμή και θέλω, έστησε την μικρή της επιχείρηση και μπήκε στη ζωή της Αθήνας με θάρρος.
Την επόμενη άνοιξη το 1917 και ενώ είχαν περάσει πέντε ολόκληρα χρόνια από τη μέρα που άφησε πίσω αδερφή και μάνα, πέρασε την αυλόπορτα του αρχοντικού στην Τσιάρα.
Αγνώριστη η κοπέλα είχε τριανταρίσει πια και μέστωσε, με τα μαλλιά κότσο, όπως συνηθίζονταν εκείνο τον καιρό,ντυμένη στην πένα, με καπέλο και γάντια στα λεπτά της χέρια, κατέβηκε από το αυτοκίνητο.
Μανά,μάνα, ήρθα φώναξε η κοπέλα. Η Κωστάντο κόντεψε να πέσει κάτω από χαρά, βήμα δε μπορούσε να ρίξει η γυναικά προς την αυλή, έστεκε εκεί η κόρη της, η Ανθή της,.Με φράγκικα ρούχα και ένα λεβέντη με μπριγιαντίνη στα μαλλιά.Τους πέρασαν στη μεγάλη σάλα και τους τρατάρισαν γλυκό και κρύο νεράκι. Γυρόφερνε σαν βουρλισμένη, κοιτούσε το παιδί της και δεν πίστευε ότι είχε γυρίσει στο χωριό γα να την δει .Έφερε τσίπουρο στο γαμπρό της και έκατσε απέναντι από την πολυθρόνα να τον καμαρώσει. Λεβέντη μου, πασά μου, κάθε βράδυ, σας είχα στις προσευχές μου,παρακαλούσα να έρθετε. Γιατί αργήσατε τόσο να με θυμηθείτε; Σε τιμά η θυγατέρα μου; περνάτε καλά;
Όλα καλά καλή μου, η Ανθή ποτέ δε σας ξέχασε, είχαμε φύγει για την Ιταλία, δεν ξέρω αν σας το είχε πει ο Τσαούσης;
Όχι τίποτα δε μας έλεγε, νόμιζα ότι κάτι κακό τη βρήκε την Ανθή μου. Λαμπάδα θα ανάψω στον Άι Γιώργη!! Να είσαστε γεροί και ευτυχισμένοι παιδάκι μου, αρκεί που ήρθατε.
Τους φίλεψαν ότι καλύτερο είχαν και η Μυρτώ χώθηκε στην κουζίνα να φτιάξει πίτες για τον γαμπρό της και την αδερφή της. Καμάρωνε και εκείνη το γαμπρό και την αδερφή της, ήταν σαν αρχόντισσα με καπέλο και φράγκικα ρούχα!!
Η Μαρουσιάννα, της χάιδευε τα μαλλιά και την καμάρωνε μαζί με την Κωστάντο. Η Ανθή είχε μάθει να καπνίζει και έτσι έβγαλε την μακριά πίπα της και ο Αιμίλιος την βοήθησε να ανάψει το τσιγάρο.
Η Μαρουσιάννα γέλασε,  η Κωστάντου γούρλωσε τα μάτια, μαρί ξιπάστικες ντιπ, επειδή πήρες γιατρό και καζάντισες στην Αθήνα;
Τι ρεζιλίκια ειν τούτα;
Έλα καλέ μάνα, το κάπνισμα δε είναι ξιπασιά μια συνήθεια είναι. Τι να κάνω; Δε έχω τι να κάνω να περνώ την ώρα μου.
Ούιιιι θα μας τρελάνει αυτήν Παναγιά μου, είπε η Κωστάντο, δε σε έμαθα εγώ μαρί να κεντάς και να πλέκς; δε σε έμαθα εγώ νοικοκυριό;
Μάνα ότι μου έμαθες, το κάνω με αγάπη και μεράκι, τώρα ζω με τα λεφτά που βγάζω απ το κέντημα και τον αργαλειό!! Αλλά δε μπορώ να σταματήσω το κάπνισμα.
Ο γιατρός κατένευσε και είπε στην πεθερά του ότι η Ανθή το έχει ανάγκη, όποτε δε τον πειράζει.

Έφαγαν ήπιαν σαν άρχοντες και ύστερα η Ανθή ζήτησε να μείνει μόνη με τη Μαρουσιάννα.
Μαρουσιάννα θέλω να σου πω πολλά και είναι πικρά όσα θα ακούσεις!
Χαίρομε που δεν είναι εδώ ο Τσαούσης,δε ήθελα να τον δω,τον μισώ!
Η γυναίκα δεν ήταν προετοιμασμένη να ακούσει όσα άκουσε, πολλές φορές αναρωτιόταν τι έκανε ο Τσαούσης στη Αθήνα και στη Λάρισα κάθε τόσο, που έβρισκε τόσα λεφτά, πως γλύτωσε το στρατό το 1912 και τώρα σαν τα άκουγε, τα άδεια συρτάρια του μυαλού της γέμιζαν με τις βρομιές του Τσαούση.
Έσφιξε τα χέρια της Ανθής, της χάιδεψε τα μαλλιά και έδωσαν βουβό όρκο να  κρατήσουν τούτα τα μυστικά στις καρδιές τους, η κάθε μια χωριστά και για τους δικούς της λόγους.
Η Ανθή έφυγε πριν νυχτώσει και υποσχέθηκε στη μάνα της πως θα ξανάρθει με τον εγγονό που θα της χαρίσει σύντομα.
Ο Κίτσος Φότσιος, εξακολουθούσε να δουλεύει για τον Τσαούση, είχε δει την κοπέλα την ώρα που γύρισε το γιόμα στο αρχοντικό, για να φέρει τα γελάδια στον αχερώνα.
Παραφύλαγε να δει πότε θα γυρίσει ο Τσαούσης για να του πει όσα είδε.
Αργά τη νύχτα έφτασε ο Τσαούσης με τον αραμπά φορτωμένο με φρεσκοκομμένο τριφύλλι για τα ζωντανά.Ένοιωσε την παρουσία κάποιου στο στάβλο από την ανησυχία των ζώων, που ήταν ακόμη όρθια παρά την προχωρημένη ώρα και μούγκριζαν ανήσυχα, το άλογο του Τσαούση πισωπάτησε την ώρα που ο Φότσιος βγήκε μέσα από ένα παχνί.
Τι θες εδώ ρε διάολε; είπε ο Τσαούσης,γιατί δε πας στο κονάκι σου να κοιμηθείς και διαολίζεις τα ζωντανά τέτοια ώρα; Αι τράβα σπίτι σου.
Έχω να σου πω νέα και μην βιάζεσαι να με διάολο στείλεις.
Εγώ σε περιμένω απ το γιόμα εδώ μέσα.
Μπα; Και τι είμαι εγώ; Αμορόζα και με περιμένεις κριμένος;
Λέγε γρήγορα και άδειασε μου τη γωνιά, δε μου αρέσει να γυρνάς στην αυλή μου  νύχτα.
Αφέντη σήμερα το γιόμα ήρθε η Ανθή τς Κωστάντους ,τς Κωστάντου ντε, με έναν άντρα που λέει είναι ο άντρας της.
Σαν κεραυνός ήρθε η είδηση στον Τσαούση. Η μαντάμ Κολλέτ ,ποτέ δε του είχε πει ότι ήξερε που είχε εξαφανιστεί η Ανθή.
Και τι διάολο έκανε εδώ ορέ;
Τίποτις έφαγαν ήπιαν και έφυγαν. Από κοντά δε τς είδα ούτε άκουσα πολλά, είχα κρυφτεί στον αχερώνα.
Αφέντη εγώ τς ξέρου* τς δουλιές* δα , μεταξύ μας είμαστε*.... Στα λέω για να μην σε βρει κακό, αλλά έχω και εγώ ανάγκες και θέλω του κάτι-τισμ .
Ο Τσαούσης όρμισε καταπανο του, σκουλήκι, χαμένο κορμί, σε μένα ρε μπαστάρδι; Θες λεφτά για να μην με καρφώσεις στη κυρα μου; Τι θα πεις βρε ρουφιάνε; Κανέναν δε θα πιστέψει η κυρα μου, ξέρει ότι την αγαπώ, Βασίλισσα την έχω.
Ναι αλλά δε ξέρ' ότι τς σκότωσες τον άντρα; μόνο εγώ το ξέρω!
Εσύ πυροβόλησες, είπε ο Τσαούσης με μίσος.
Η Μαρουσιάννα τα άκουγε όλα, είχε ακούσει τον αραμπά να μπαίνει στην αυλή και βγήκε να λογαριαστεί μαζί του έξω από το σπίτι για να μην ακούσει το παιδί και τρομάξει. Αυτά που άκουσε, την έκαναν ακόμη ποιο έξαλλη. Αυτός ο σατανάς, είχε σκοτώσει τον πατέρα του παιδιού της; Και της πουλούσε αγάπη τόσα χρόνια!! Κοιμόταν με ένα φίδι στο ίδιο στρώμα;
Σήκωσε το φουστάνι της και άνοιξε το βήμα γοργά προς για το αρχοντικό. Η σκέψη ότι ο Αναστάσης φονεύτηκε απ το δικό του χέρι, την είχε τρελάνει μέσα σε ένα λεπτό.
Έβαλε άρωμα και ταίριασε τα μαλλιά της, πήρε ένα μαξιλάρι υφαντό και το μεγάλο ψαλίδι κοντά της και άρχισε να ράβει φούντες στο μαξιλαράκι που είχε υφάνει στον αργαλειό.
Κυρά μου!!!! Δε κοιμάσαι περιστέρα μου; Μπήκε με χαμόγελο ο Τσαούσης.
Μπα όχι αφέντη μου, ήθελα να σε καρτερήσω να σε δω λίγο, να σε κοιτάξω στα μάτια!
Μαρουσιάννα μου, κυρά μου εσύ! 'Απλωσε τα χέρια να την αγκαλιάσει πέφτοντας πάνω της ,με όλη του τη δύναμη.
Με αγαπάς κύρη μου ε; Τον ρώτησε.
Σ αγαπώ, θα έκανα τα πάντα για σένα, της απάντησε με τα χείλια κολλημένα στο λαιμό της.
Χμ τα πάντα ε, μέχρι που θα σκότωνες για να με έχεις;
Ο Τσαούσης πετάχτηκε όρθιος, όχι δα κυρα μου,  για τέτοιο με έχεις;
Εκείνη δε μίλησε, σηκώθηκε αργά απ το κρεβάτι και στάθηκε μπρος το κρεβάτι τους. Γονάτισε άντρα μου, σαν τη πρώτη φορά που γονάτισες στην κάμαρη την μέρα που με παντρεύτηκες. Φιλησε με σαν εκείνη τη φορά. Γονάτισε εκείνος και έσκυψε να αγκαλιάσει τα πόδια της τρυφερά και να την φιλήσει στα γόνατα όπως την πρώτη νύχτα.
Το ψαλίδι χώθηκε στην πλάτη του με δύναμη χωρίς οίκτο και τύψεις.Τράβα στον Άδη τωρα συχαμα!
Αρκετα με μαγαριζες τοσα χρονια. Ο θεός τιμωρεί Τσαούση, νομιζες πως θα μεινουν τα κριματα σου για παντα κρυφα; Μουγκριζε εκεινος πεσμενος καταχαμα, με το αιμα να κυλαει στο πατωμα. Εκεινη ειχε πια τρελαθει απο το μισος. Με ολη τη δυναμη της εχωνε το ψαλιδι ξανα και ξανα στην πλατη του. Καταριοταν και εβριζε, μεχρι που η δυναμη της τελειωσε και επεσε καταγης.
Περασε ωρα μεχρι να συνελθει και να σκεφτει τι θα κανει με το πτωμα του.

Τον άφησε με το ψαλίδι στην πλάτη και βγήκε στην αυλή, ο Κίτσος Φότσιος κάθονταν μπροστά στην τουλούμπα της αυλής, περιμένοντας να ακούσει μην τυχόν και γίνει φασαρία στο σπίτι, τότε θα ήξερε ότι είχε μπει φαγωμάρα στο αντρόγυνο. Θα έβρισκε τρόπο να τρώει λεφτά από τον Τσαούση, για να μην προδώσει  το μυστικό του φόνου στο Ζάρκο το 1910 όταν ξέκαναν τον παπά.
Η Μαρουσιάννα βγήκε με το δίκαννο του Τσαούση στα χέρια, Κίτσιο του είπε ήρεμα, έλα που σε θέλω μέχρι το σπίτι.
Ο Κίτσος είδε το δίκαννο που κρατούσε η γυναίκα και δεν κουνήθηκε,είπα έλα που σε θέλω μέσα στο σπίτι, του ξανά είπε αργά και καθαρά.
Ανέβηκαν μαζί τα σκαλιά, ο Κίτσιος  μπροστά και εκείνη με το δίκαννο κολλημένο στην πλάτη του, εκείνος πισωπάτησε σαν είδε τον νεκρό.
Κυρα μου  τι έκανες;
Χμ έβγαλε εκείνη ένα βρυχηθμό, τι έκανα εγώ; Όσα  κάνατε εσείς τόσα χρόνια δε μετράνε;
Κοιτούσε το Φότσιο με μίσος και απέχθεια, έδειξε το πτώμα και τον έσπρωξε με το δίκαννο. Πάρτον και πάμε για την Σαλαμπριά,* χωρίς κάρο, με τα ποδάρια, του είπε δείχνοντας το πτώμα. Ο Φότσιος τον φορτώθηκε στους ώμους και κατέβηκε τα σκαλιά τρικλίζοντας, βγήκαν μες την νύχτα και τράβηξαν για το ποτάμι, έξω ήταν θεοσκότεινα, ο ουρανός πίσσα σκοτάδι, το φεγγάρι είχε κρυφτεί σα να μην ήθελε να δει το φονικό. Πριν φτάσουν στην εκκλησιά του Άι Γιώργη  άρχισε να βρέχει με μανία, ο δρόμος γίνηκε δύσβατος απ τη λάσπη, δε μπορούσες να δεις ούτε στα δυο μέτρα. Ο Φότσιος βογκούσε απ το βάρος του πεθαμένου, γλιστρούσε και έπεφτε μες τα λασπόνερα, η Μαρουσιάννα του έχωνε την κάννη στα πλευρά αλύπητα και τον ανάγκαζε να σηκωθεί, σήκω, αργάς, βιάσου λέω, δε θα ξημερώσω μαζί σου στο δρόμο.Ο αέρας μούγκριζε μέσα στις φυλλωσιές των δέντρων, το νερό κάτω στο ποτάμι είχε ανέβει και ακούγονταν απειλητικό απ μακριά, τα πλατάνια έγερναν τις φυλλωσιές μέχρι τη γη με μανία και  σφύριζαν, ενώ  η βροχή έπεφτε ορμητικά και κατέτρωγε το ανάχωμα στην όχθη του ποταμού .
Σαν έφτασαν στο ποτάμι, του είπε να ανέβει με το νεκρό στο γεφύρι. Η γέφυρα ήταν καμωμένη από σχοινιά και σανίδια, τα άκρα της ήταν δεμένα στα δυο πλατάνια δεξιά ζερβά στο ποτάμι, από εκεί περνούσαν οι βοσκοί φορτωμένοι με τα καρδάρια γεμάτα γάλα απ τα βοσκοτόπια αντίπερα.
Το νερό κυλούσε ορμητικό, γεμάτο λάσπη απ τα χιόνια που είχαν πια λιώσει, οι πέτρες  έκαναν το νερό να αφρίζει. Η γυναίκα δεν ήθελε να ακούσουν θόρυβο οι βοσκοί που ζούσαν στην απέναντι μεριά του ποταμού, αν και ο αέρας λυσσομανούσε και το νερό έκανε τόσο θόρυβο που δε θα ακούγονταν αν ντουφέκιζε εκεινη την ώρα. Εβγαλε το μαντήλι απ το κεφάλι της και το έδωσε στον Φότσιο, δέσε την μια άκρη στο χέρι σου και την άλλη στο χέρι του Τσαούση, σφιχτά ούρλιαξε, κάνε κόμπο. Ο Φότσιος την κοίταγε παγωμένος,νόμιζε ότι θα άφηνε εκεί τον Τσαούση και θα γύριζαν μαζί στο χωριό, άρχισε να παρακαλάει, κυρα αυτός ειναι πεθαμένος.
Πρώτη φορά δεν είχε λόγια για να υπερασπιστεί τη χάρη του, μόνο ότι το αφεντικό ειναι νεκρό είχε να πει, ήταν καθισμένος στα γόνατα και έλεγε συνεχώς: αυτός ειναι πεθαμένος.
Και εσύ νεκρός είσαι, του είπε η Μαρουσιάννα με μίσος, σήκωσε τον κόπανο απ το δίκαννο και το κατέβασε με μανία στο κεφάλι του Φότσιου. Μια, δυο, τρεις. Την είχε πιάσει μανία. Όλα εδώ πληρώνονται ορέ, φώναζε με όση φωνή είχε, βγάζοντας όλο τον πόνο που της είχε φέρει η αποκάλυψη της αλήθειας.

Ο Φότσιος ήταν αναίσθητος πάνω απ το πτώμα του Τσαούση, η γυναίκα έσπρωξε με όση δύναμη είχε τα δυο πτώματα στο κενό, ο γδούπος που έκαναν της έφερε αγαλλίαση.
Πήρε το δρόμο για το χωριό, το σαγόνι της έτρεμε και τα μάτια της πλημμύρισαν δάκρυα, δε ήξερε γιατί έκλεγε, δε ήξερε αν ο φόνος, ο πόνος, ή το κρύο την έκαναν να τρέμει.
Περπατούσε με μεγάλες δρασκελιές και λαχάνιαζε, τα μαλλιά της είχαν κολλήσει στο πρόσωπο, και τα ρούχα της είχαν βαρύνει απ τη βροχή. Έφτασε στην εκκλησιά του Άι Γιώργη, μπήκε μέσα στο σκοτεινό εκκλησάκι και έπεσε κατάχαμα. Ήταν εξουθενωμένη και απελπισμένη, δε μπορούσε να σκεφτεί, δεν ήθελε να προσευχηθεί, ήθελε μόνο να κλάψει. Έμεινε ώρα μέσα στην εκκλησιά κατάχαμα και σαν ησύχασε η ψυχή της, βγήκε και τράβηξε το δρόμο για το αρχοντικό. Τύψεις δε ένοιωθε για τα φονικά, ο νους της έκανε σκέψεις, σχέδια για το πως θα τα φέρει βόλτα με το βιός της, το παιδί της.Μέχρι το προηγούμενο απόγευμα η μόνη έγνοια της ήταν τι θα μαγειρέψει και τι θα ράψει στον μονάκριβό της.
Τώρα έπρεπε να διαφεντέψει, να δώσει ψωμί σε κάθε σπίτι του τσιφλικιού. Αξημέρωτα έφτασε σπίτι, τράβηξε στην τουλούμπα και έπλυνε τα ποδάρια της που ήταν μες τη λάσπη, τα παπούτσια της τα είχε χάσει, ούτε που το είχε καταλάβει τόση ώρα. Έβγαλε όλα της τα ρούχα και μπήκε μες την κοπάνα με το κρύο νερό, καταλάγιασε η ψυχή της, η ανάσα της βρήκε ξανά το ρυθμό της. Πήγε στην κάμαρη της και ντύθηκε βιαστικά. Καθάρισε το δωμάτιο και κατέβηκε στη μεγάλη σάλα.

Σαν ξημέρωσε, φώναξε την οικονόμο του σπιτιού. Κωστάντο,  από σήμερα το σπίτι έχει τρεις γυναίκες, εσένα, έμενα, τη Μυρτώ και το χαϊβάνι μου, ο κύρης πέθανε, μη ρωτήσεις τι και πως. Τραβάτε να κάνετέ κόλλιβα με τη Μυρτώ και εγώ θα μαζόξω το χωριό να τους μιλήσω.
Τι μαντάτα είναι αυτά κόρη μου; είπε η Κωστάντου σταυρώνοντας τα χέρια κάτω απ την ποδιά της, πότε γίνηκαν ούλα τούτα και εγώ δε πήρα χαμπάρι;
Καιρό για λόγια δεν έχουμε Κωστάντου, σύρε να ετοιμάσεις το σπιτι για την κηδεία.
Καλά κυρα μου, πάω να βάλω να βράσω νερό να βάψουμε τα ρούχα μαύρα είπε η γυναίκα.
Η  Μαρουσιάννα της έκοψε τη φόρα, μαύρα δε βάνω εγώ Κωστάντο, δε θέλω πένθος, ο κύρης μου με ήθελε με στολίδια και γιορντάνια. Αυτά είναι για τις παρακατιανές, εγώ είμαι κυρα και αφέντρα στον κάμπο. Τα καλά μου θα φορέσω για να με δουν και να αναθαρρέψουν στο χωριό, μπορεί το σπίτι να έμεινε από αρσενικό, μα εγώ θα αφεντεψω σαν άντρας. Κάμε τα κόλλυβα και άνοιξε το σπίτι, στόλισε σα να έχουμε γιορτή να μπει ο κόσμος να πιει στην μνήμη του πεθαμένου και σε όσα καλά θα μας έρθουν απ εδώ και μπρος.



μπαγκούλι* σκαμπό
της  έκρινε* της μίλησε
τσιόνι* πουλί μου
αχερώνα* δίπατος στάβλος, όπου στον πάνω όροφο, αποθηκεύουν το τριφύλλι και το άχυρο που χρησιμοποιούν ως τροφή για τα ζώα
κούτσκου* μωρό
σκούζ* κλαίει
μπουχαρί* τζάκι
φρατζέζα* Γαλλίδα
σαρμανίτσα* κούνια
καρδάρες* ξύλινοι ή μεταλλικοί κουβάδες , χρησιμοποιούνται για το κουβάλημα υγρών, γάλα, νερού
Βαρούσι*η αριστοκρατική γειτονιά των Τρικάλων στους πρόποδες του φρουρίου της πόλης
βυζερό* μπιμπερό
γκιούμι* μεταλλικό σκεύος που χρησιμοποιείτε για μεταφορά υγρών
σινί* μεγάλο μπακιρένιο ταψί με λεπτό χείλος
Μπατζίνα* είδος τυρόπιτας, χωρίς φύλλα, μείγμα με  τυρί αυγά, αλεύρι, ζάχαρη και  κολοκύθι
χινόπωρο*φθινόπωρο
γιέμ* καλέ μου - καλή μου
βζί* στήθος
να σ'δου* να σε δω
απόκοψες*δεν έχεις πια γάλα
μαύρημ* η δύστυχη
Σαλαμπριά* το ποτάμι που διάσχιζε το χωριό

1 σχόλιο: