Τρίτη, 16 Απριλίου 2013

Η ΚΥΡΑ ΤΟΥ ΚΑΜΠΟΥ - Αλεξάνδρεια 6

Μια νύχτα που δεν την έπιανε ύπνος, βγήκε στη ρούγα του σπιτιού της, πήγε και έκατσε στην πέτρα που την έχει πάει ο Τσαούσης να κάτσει νεόνυμφη και της έδειξε το αρχοντικό, λέγοντάς της πως της ανήκει. Έκλεισε τα μάτια της και άρχισε να αναπολεί τα νιάτα, τη ζωή της, τις χαρές και τις τραγωδίες που έζησε μέσα σε αυτό το σπιτι.Την πήραν τα δάκρυα, η απουσία του Μερκούρη την πονούσε, τον έφερε στο μυαλό της, θυμήθηκε τις λεπτές ρυτίδες των ματιών του, το όμορφο μέτωπο και την κορμοστασιά του, να περπατάει δίπλα του μέσα στα δρομάκια της Βενετίας, κρατώντας τον από το μπράτσο. Άνοιξε ξανά τα μάτια, ο ήχος του νερού και το τραγούδι του γκιώνη ήταν παρηγορητικά, γλύκαναν τον πόνο της. Ή  Αίγυπτος ήταν μακριά, αν έφευγε ίσως δε ξαναγύριζε πότε πίσω. Ίσως να μην ξανά άκουγε γκιώνη, να μην ξανά μύριζε γαρίφαλο και γαρδένια. Μπορεί πάλι εκεί να ήταν όλα τόσο όμορφα όσο της είχε πει εκείνος και να ερωτευόταν τον τόπο του όσο και τον ίδιος.
Η ελευθερία που είχε νοιώσει στην Ιταλία, μαζί με τον έρωτα του μελαχρινού άντρα την έκαναν να μην αντέχει την μικρή κοινωνία του χωριού και την Ελληνική νοοτροπία της εποχής. Άραγε θα ένοιωθε τέτοια ελευθερία και στην Αίγυπτο; Η ίδια ήταν γεννημένη και μεγαλωμένη σαν αγριμάκι στα βουνά και στην εύφορες κοιλάδες, είχε μεγαλώσει παίζοντας με τα άλογα και τα κατσίκια του πατέρα της, ακούγοντας μέχρι αργά την νύχτα τη φλογέρα των βοσκών του κοπαδιού τους. Ήταν γεννημένη νομάδας, μαθημένη να ταξιδεύει.
 Έδωσα ότι έπρεπε στο κάμπο μονολόγησε , μεγάλωσα το αγόρι μου, τον έκανα λεβέντη πια. Έζησα τίμια, νοικοκυρεμένα, δε λέρωσα το όνομα ούτε του παπά , ούτε του Τσαούση και ας τον μίσησα τις τελευταίες ώρες της ζωής του. Τίμησα όσα μου άφησε ο Τσαούσης, με έκανε αρχόντισσα του κάμπου, με γέμισε φλουριά και μετάξια,μου άφησε κληρονομιά το τσιφλίκι και το αρχοντικό.
Είχε χρόνια να τον σκεφτεί, είχε θάψει μέσα της καθετί από εκείνον και τη νύχτα του φονικού, πίστευε ότι είχε κλείσει τους λογαριασμούς μαζί του.
Θα έφευγε, σηκώθηκε από το πεζούλι της αυλής της και μπήκε στο αρχοντικό, είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου να ανοίξει τα φτερά και ας ήταν σαράντα δυο ετών.

Σαν ξημέρωσε η μέρα που ήρθαν τα μηχανήματα από τη Βενετία για το εργοστάσιο, πήγε όλο το χωριό να βοηθήσει στο ξεφόρτωμα και στο στήσιμο των σιδερένιων θηρίων.
Φούρνοι, ξηραντήρια, ζυμωτήρες, κοπτήρες ζυμαρικών και ένα πλήθος εξαρτημάτων γέμισαν το χώρο του πέτρινου κτηρίου.
Μέχρι το μεσημέρι είχε έρθει από την Αθήνα ο Αιμίλιος, που ήξερε φαρσί τα Ιταλικά μιας που εκεί είχε σπουδάσει ιατρική,  μαζί του έφερε Ιταλούς τεχνικούς για το  μοντάρισμα των  μηχανημάτων.
Τούτα θα άλλαξαν τη ζωή στο χωριό, ο Αναστάσης λόγο απειρίας, είχε  αφήσει τον Αιμίλιο και την Ανθή να κάνουν μια συμφέρουσα συμφωνία για την νέα παραγωγή ζυμαρικών, με τον ελληνικό στρατό και με μπακάλικα της Αθήνας. Αν είχαν κέρδη θα προσπαθούσαν να κάνουν και εξαγωγές από την επόμενη χρονιά.
Η Ανθή βρήκε τρόπο να διοχετεύσει όλη την ενέργεια της στην οργάνωση πωλήσεων του Βεργά, μιας που δεν απέκτησε παιδιά παρ όλες τις προσπάθειες που έκαναν με τον Αιμίλιο τα πρώτα χρόνια.
Το εργοστάσιο ζυμαρικών ήταν το μέλλον του χωριού, το μέλλον του Αναστάση και της Ανθής αυτό θα τους έσωζε τον καιρό της κατοχής λίγα χρόνια αργότερα.

Η Μαρουσιάννα την πρωτοχρονιά του 1932 κάνει μια μεγάλη γιορτή, όλοι οι χωριανοί ήρθαν στο μεγάλο αρχοντικό να γιορτάσουν τον ερχομό του 1932.
Γέμισαν το τραπέζι της σάλας με φαγητά, άναψαν το μεγαλο τζάκι να ζεσταθεί η σάλα, έβαλαν παντού κεριά και γυάλινες λάμπες πετρελαίου για να φωτιστεί το σπιτι.
Οι άντρες του χωριού στρωθήκαν στα μιντέρια με τα μεγάλα μαξιλάρια και έπιασαν το τραγούδι, οι γεροί έκατσαν γύρω απ τη φωτιά να ψήσουν κάστανα για τα παιδιά και να πουν ιστορίες από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας και τους εξηγούσαν πόσο μεγαλο αγώνα έκαναν για να αποκτήσουν τούτη τη γη.
Οι γυναίκες έστρωναν τις τάβλες* μπροστά στα μιντέρια και στο τζάκι για να φέρουν κοντά τα εδέσματα που είχαν φτιάξει για τη γιορτή.Ο μπακλαβάς και το κανταΐφι μοσχοβόλαγαν κανέλα, οι πιατέλες ξέχειλες με ψημένο χοιρινό, κόκορα στη γάστρα με μανέστρα, πίτες με τραχανά και κοτόπουλο, σπανακόπιτες και γαλοτύρι μέσα σε βαθιά πιάτα. Οι μαστραπάδες γεμάτοι με κρασί και σερμπέτια από ρόδι για τα παιδιά. Όλο το σπιτι πλημμυρισμένο με κόσμο που λαχταρούσε να γιορτάσει, να γελάσει και να ευχηθεί καλή χρονιά.
Διασκέδασαν μικροί και μεγάλοι, αντάλλαξαν ευχές, έριξαν ντουφεκιές και έσπασαν ρόδια για το καλό του νέου έτους.
Σαν άλλαξε ο χρόνος, η Μαρουσιάννα τους ανακοίνωσε ότι θα φύγει για ένα μεγάλο ταξίδι.
Τους ζήτησε να μείνουν αγαπημένοι και ενωμένοι, να βοηθούν το γιο της, να προκόψει το εργοστάσιο αλλά και οι ίδιοι και πάνω από όλα να στηρίζουν την Κωστάντου γιατί την αφήνει στο ποδάρι της.
Πριν φύγει πήγε  με το γιο της και την Κωστάντου στα Τρίκαλα σε ένα δικηγόρο για να μεταβιβάσει το μερίδιό της στην οικονόμο της και στο γιο της.
Στο ταξίδι προς την Αθήνα την συνόδευσε ο γιος της, στο λιμάνι και την αποχαιρέτησε μαζί με το ζεύγος  Αυγέρη.
Η συγκίνηση ήταν γραμμένη στα μάτια τους.
Μάνα γιατί διαλέγεις το φευγιό;
Πρέπει, του απάντησε εκεινη, ενώ του χάιδεψε τα μαλλιά. Εσύ είσαι τώρα ο νοικοκύρης, δε με χωράει άλλο εδώ ο τόπος αγόρι μου. Εξάλλου όλα τα αρχοντόσπιτα έχουν έναν κύρη, δυο κοκόρια στην ίδια αυλή δε χωράνε!! Θα έρθω μόλις μου πεις ότι παντρεύεσαι, γέλασαν .......

Στο Μερκούρη δε έχει γράψει λέξη ότι θα πάει, γιατί φοβόταν την απάντηση, πήρε το ρίσκο του ταξιδιού με την πεποίθηση μιας ώριμης γυναίκας που παλεύει στη ζωή και κερδίζει.
Όσο ξεμάκραινε το καράβι, τόσο ξεχνούσε τα μυστικά που την στοίχειωναν τις νύχτες στο αρχοντικό, όσο ανοίγονταν στη θάλασσα τόσο χάνονταν οι σκιές των νεκρών που αφηνε πισω της. Σε όλο το ταξίδι ύφαινε τη νέα της ζωή. Τις νύχτες στο στενή κουκέτα  της καμπίνας της, αποκοιμίζονταν ακούγονταν το θόρυβο της μηχανής και σκεφτόταν τι θα έλεγε στο Μερκούρη όταν τον συναντούσε. Έπιανε τον εαυτό της να κάνει όνειρα σαν παιδούλα, να θέλει να ξανά αρχίσει τη ζωή της, σαν να μην είχε ζήσει τίποτα φρικτό και καταστροφικό. Άφηνε όσα την στοίχειωναν  να πέφτουν στη θάλασσα και τα ξόρκιζε. Σαν πέρασαν την Κρήτη το κλίμα έγινε ποιο ζεστό, ερχόταν έναν ζεστός γλυκός αέρας πάνω στο κατάστρωμα και οι γυναίκες φορούσαν λευκά και υπόλευκα ρούχα, οι φούστες είχαν ανέβει μέχρι τη γάμπα και οι γυναίκες απολάμβαναν τα βλέμματα των αντρών, αν και έδειχναν να αδιαφορούν, όλες τους ήθελαν την επιβεβαίωση για την ομορφιά τους. Η Μαρουσιάννα είχε υιοθετήσει τα παντελόνια που συνήθιζε να φορά η Μαρλέν Ντίτριχ στον κινηματογράφο, της άρεσε πολύ αυτή η γυναίκα και είχε υιοθετήσει το στιλ της, είχε δει τις δυο τελευταίες ταινίες της ( Μαρόκο, μια ταινία του 1930 και την ταινία Κατάσκοπος Χ/ 27 ). Περισσότερο την  είχε γοητεύσει μια ταινία που πρωτοείδε στην Αθήνα με τίτλο Γαλάζιος άγγελος. Άρχισε να την μιμείται όταν χαμογελούσε, ή όταν μισό έκλεινε τα μάτια της δείχνοντας πως σκέφτεται, καμάρωνε την όμορφη φιγούρα της μπροστά στον καθρέφτη. Στο χωριό δε σπαταλούσε ποτέ χρόνο για να καθρεφτίζετε,ούτε φόραγε στα χείλη κοκκινάδι. Είχε μάθει να βγάζει τα φρύδια της όπως εκείνη, κουνούσε το κεφάλι της γοητευτικά και μιλούσε πια αργά,  καθαρά και χαμηλόφωνα. Έδειχνε Ευρωπαία γιατί ήταν κατάξανθη και πρασινομάτα.
Της αρεσε το νέο στιλ της με τα κομμένα της μαλλιά και έριχνε το λευκό της σακάκι στο ώμο όπως η Μαρλέν! Κάθε φορά όμως που σκεφτόταν το χωριό και τι θα έλεγαν οι χωριανοί της αν την εβλεπαν, γινόταν κατακόκκινη. Είμαι εγώ έλεγε, κοιτάζοντας το είδωλο της στον καθρέφτη, απλά άλλαξα ρούχα και έκοψα τα μαλλιά μου και φοράω κοκκινάδι και μολύβι στα μάτια!! δεν ειναι κακό χρυσή μου, μονολογούσε κάνοντας νάζια σαν την Ανθή.

Η Ελληνική κοινότητα της Αλεξάνδρειας ιδρύθηκε το 1843 από τους πρώτους Έλληνες της παροικίας. Αλλά κατά την περίοδο του 1861 άρχισαν να πληθαίνουν οι Έλληνες της παροικίας, εκεινη την εποχή άρχισε ο εμφύλιος πόλεμος στην Αμερική που ήταν η κύρια δύναμη σε παραγωγή βαμβακιού, έστελνε βαμβάκι στη Γαλλία και την υπόλοιπη Ευρώπη για της ανάγκες της βιομηχανίας στον τομέα της κλωστοϋφαντουργίας,τότε άρπαξαν την ευκαιρία οι Έλληνες της Αιγύπτου, που μέχρι τότε ασχολούνταν περισσότερο με την παραγωγή ρυζιού και σιτηρών, οι οικογένειες Τοσίτσα, Ροίδή, Μπενάκη, Κασσαβέτη, Καζούλη, πολύ Συριανοί και Ηπειρώτες, έστρεψαν την προσοχή τους στην καλλιέργεια βάμβακος και καπνού. Έγιναν   οι τροφοδότες και οι μεγάλοι εξαγωγής της περιοχής, στέλνοντας βαμβάκι στα Λιμάνια της Τεργέστης και του Λίβερπουλ.Το βαμβάκι τροφοδοτούσε μια σειρά βιομηχανιών από εκκοκκιστήρια και κλωστήρια, μέχρι την παραγωγή βαμβακοελαίων και ζωοτροφών.
Η πόλη ήταν μια μικρή Ελλάδα, με τράπεζες, καφενεία, μαγαζιά, μέχρι θέατρα και κινηματογράφους που θα ζήλευε η Αθήνα εκείνης της εποχής.
Οι Έλληνες της παροικίας, είχαν μικρά εργοστάσια τσιγάρων,τεράστια καταστήματα υφασμάτων με ότι καλύτερο υπήρχε στην Ευρώπη, δεκάδες κοσμηματοπωλεία και καταστήματα υπόδησης!
Οι πάροικοι  γλεντούσαν ελληνικά, αλλά ήσαν ποιο ελεύθεροι και κοσμικοί από τους Ελλαδίτες.Στις βραδυνές εξόδους, το σμόκιν για τους άντρες και το βραδινό φόρεμα για τα θηλυκά ήταν απαραίτητα, οι ράφτρες έκαναν χρυσές δουλειές στην Αλεξάνδρεια εκείνη την εποχή.
Η Αλεξάνδρεια ήταν το Παρίσι της βόρειας Αφρικής , κοσμοπολίτικη όσο καμιά άλλη πόλη,γεμάτη με κέντρα διασκεδάσεως με μια κουλτούρα ξεχωριστή και ένα συνονθύλευμα φυλών.
Οι Αιγύπτιοι κρατούσαν τα παραδοσιακά επαγγέλματα, καμηλιέρηδες, χαμάληδες που κουβαλούσαν σακιά με χουρμάδες και ολόκληρα φορτώματα καπνού στην πλάτη ή με κάρα, μέχρι τα καράβια που ταξίδευαν για Αμερική. Είχαν μικρομάγαζα με μπακιρένια αντικείμενα, και σκάλιζαν φιγούρες από αλάβαστρο, μικρά μαγαζιά που έραβαν κελεμπίες και καπέλα που συνήθιζαν να φορούν οι ντόπιοι.Αλλοι είχαν μαγαζιά που επεξεργαζόταν το δέρμα, τσαγκαράδικα, ήταν ψαράδες και μικροπωλητές του δρόμου, με την πραμάτεια τους πάνω σε ποδήλατα κατασκευασμένα με τεράστια καλάθια για να εκθέτουν τα προϊόντα τους και συχνά πουλούσαν τρόφιμα και ζεστά φάλαφελ μέσα σε αραβικές πιτούλες, χούμους ένα είδος αραβικού σάντουιτς και Τααμίγια,αποξηραμένα φρούτα και γλυκά. Οι γυναίκες των Αιγυπτίων δούλευαν στα χωράφια και στα σπίτια των πλούσιων Ευρωπαίων που εκμεταλλευόταν τη γη της Αιγύπτου, αλλά και τη διώρυγα του Σουέζ.Η διώρυγα ήταν το μήλο της έριδος, εκεί πέθαναν χιλιάδες άντρες, για τη διώρυγα φαγώνονταν οι Γάλλοι,Ιταλοί, Εγγλέζοι και οι Βέλγοι,όλοι ήθελαν μεράδι στην ξένη γη, κανείς δε νοιάζονταν για το τι θέλανε οι ίδιοι οι Αιγύπτιοι, αυτό βέβαια έφερε κάποια στιγμή μετά από λίγα χρόνια την αγανάκτηση, όπως ήταν απολύτως φυσικό. Μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο κοντά στο τέλος του 1958 ο Νάσερ τους έδιωξε χωρίς καμιά αποζημίωση για όσα άφηναν πίσω και για την τεράστια προσφορά τους στην οικονομία του τόπου .......
Αλλά την εποχή που έφτασε η Μαρουσιάννα οι Ευρωπαίοι και οι Έλληνες περνούσαν πολύ καλά στην χώρα τούτη.
Ιδιαίτερα οι Έλληνες είχαν πολύ καλές σχέσεις με τους Αιγυπτίους και αμοιβαίο σεβασμό, μιας που οι περισσότεροι Έλληνες της πόλης ήταν φτωχοί νησιώτες, που ήρθαν να βρουν την τύχη τους σε αυτή τη γη.Καλύμνιοι, Συμιακοί, Ροδήτες πάρα πολύ Κωνσταντινουπολίτες και δεκάδες οικογένειες από την Ιωνία, είχαν καταφθάσει μετά την καταστροφή της Σμύρνης.Οι Θεσσαλοί ήταν ελάχιστοι και μέσα σε αυτούς η Μαρουσιάννα. Πολύ αργότερα μετά τον πόλεμο του 40 ήρθαν Θεσσαλοί και στέριωσαν στην κοιλάδα φτιάχνοντας τις μεγαλύτερες παραγωγές καπνού και βαμβακιού γονατίζοντας την Αμερικάνικη αγορά και ρυθμίζοντας την τιμή του βάμβακος μέσα από το χρηματιστήριο της Αιγύπτου. Ως το 1956 /1958 έζησαν εκεί ως άρχοντες!
Η Μαρουσιάννα στο λιμάνι δε χρειάστηκε να ψάξει για ταξί που θα την πήγαινε σε ένα ξενοδοχείο,με το που έφτανε ένα καράβι, δεκάδες άντρες με λευκές κελεμπίες ορμούσαν να σου πάρουν τις αποσκευές και με υποκλίσεις σε οδηγούσαν στο Ταξί ή στο μόνιππο που είχαν στο λιμάνι. Ήξεραν Ελληνικά, Γαλλικά, Αγγλικά και έτρεχαν από επιβάτη σε επιβάτη με το που κατεβαίναν τη σκάλα του πλοίου.Το να φτάσεις στον προορισμό σου μέσα από τους δρόμους που ξεκινούσαν από το λιμάνι προς το κέντρο της πόλης, ήταν μαραθώνιος, κάρα, πεζοί, ζώα ποδηλάτες με τεράστια φορτία, χαμάληδες διπλωμένοι στα δυο από το βάρος, μικροπωλητές με ταμπλάδες κρεμασμένους στο λαιμό που διαλαλούσαν την πραμάτεια τους,γυναίκες καλυμμένες μέχρι τα μάτια που έσερναν παιδιά που κρατιούνταν από τα φουστάνια τους, Ευρωπαίες με ομπρελίνα, μαγαζιά με μπακίρια που τα μαστοράκια σφυρηλατούσαν έξω στο δρόμο, καμήλες φορτωμένες που έπαιρναν το δρόμο της ερήμου με ολάκερα καραβάνια, φελάχοι, Γάλλοι, Εγγλέζοι, Έλληνες, Άραβες, ρακένδυτοι και πλούσιοι, όλοι στους δρόμους, σαν να είχαν βάλει σκοπό να κινούνται για να ζαλίσουν την Μαρουσιάννα!!
 Έκανε συνέχεια αέρα με την βεντάλια της και ένοιωθε τα ρούχα της κολλημένα στο πετσί της από τη ζέστη.Τη ζάλιζαν οι ήχοι, οι μυρωδιές των μπαχαρικών που πουλούσαν έξω από μαγαζιά μέσα σε μεγάλα ταψιά, φτιαγμένα σωρούς που έμοιαζαν με τις πυραμίδες των Φαραώ, τα βαριά αρώματα γυναικών  που περνούσαν ξυστά από το ταξί, ήθελε απελπισμένα να πιει νερό και να ξαπλώσει κάπου δροσερά.
Όταν έφτασε στην ρεσεψιόν του ξενοδοχείου,τα μάτια της γέμισαν από την πολυτέλεια του χώρου και των επίπλων. Σαν να έφτασε ξαφνικά σε άλλο κόσμο, έπιπλα μπαρόκ, βαριές βελούδινες κουρτίνες, κρυστάλλινη  πολυέλαιοι που κρέμονταν από επιχρυσωμένες αλυσίδες, κατάλευκα ταβάνια με περίτεχνα γύψινα σχέδια και ανεμιστήρες. Δεν περίμενε να δει κάτι τόσο όμορφο,είχε σχηματίσει την εντύπωση ότι η ομορφότερη χώρα ήταν η Ιταλία και η πολυτέλεια ήταν εκεί δεδομένη.
Να όμως που και η Αλεξάνδρεια είχε τις εκπλήξεις της.
Ο ήλιος περνούσε μέσα από τα μακρόστενα μεγάλα παραθύρια και οι ακτίνες του χύνονταν στο χώρο του φουαγιέ, κάνοντας τα πράσινα μάρμαρα και τα μπρούτζινα γυαλισμένα κάγκελα της μεγάλης σκάλας να λάμπουν εκτυφλωτικά .
Την οδήγησαν σε ένα  τεράστιο δωμάτιο  και την άφησαν μόνη, το Grand Neil ήταν ένα από τα καλύτερα ξενοδοχεία της Αλεξάνδρειας. Η βαριές κουρτίνες κρατούσαν τον ήλιο έξω από το δωμάτιο και ετσι ήταν αρκετά δροσερό όταν μπήκε μέσα, τα σκεπάσματα του κρεβατιού ήταν σκούρα μπλε με χρυσές ρίγες από χοντρό ταφτά και λευκά σεντόνια, έριξε το κορμί της με δύναμη στο κρεβάτι και έπεσε ανάσκελα ξεθεωμένη. Στην οροφή γύριζε γρήγορα ένας ανεμιστήρας και ο ήχος την νανούρισε, έκλεισε τα μάτια και κοιμήθηκε ετσι ντυμένη και με τα παπούτσια στα πόδια. Ξύπνησε αργά το απόγευμα και μπήκε στο μπάνιο, εκεί ήταν ακόμη ποιο δροσερά, όλα ήταν καλυμμένα με μάρμαρο και η αλήθεια ήταν πως κάτι ανάλογο δε είχε ξαναδεί ποτέ, εντυπωσιάστηκε, οι πετσέτες ήταν κατάλευκες και χνουδάτες,πίσω από την πόρτα  υπήρχε κρεμασμένη μια ρόμπα από το ίδιο ύφασμα κατάλευκη και μαλακιά σαν αφρός, τα σαπούνια ήταν μωβ και μοσχοβόλαγαν λεβάντα,μπήκε στην μεγάλη μπανιέρα και άρχισε να πειραματίζεται με τις βρύσες, το μπάνιο ήταν τόσο απολαυστικό που της έφτιαξε το κέφι,άρχισε να τραγουδάει και να παίζει σαν παιδί με τους αφρούς.Ένα τέτοιο μπάνιο θα ήθελε να έχει και εκείνη κάποτε ........
Μέχρι το βράδυ η Μαρουσιάννα είχε ανοίξει τις βαλίτσες της, είχε φρεσκαριστεί είχε χτενίσει τα μαλλιά της προσεκτικά.και φρόντισε να μάθει την ώρα που σερβιριζόταν το δείπνο στη μεγάλη τραπεζαρία του ξενοδοχείου.Πήρε την βεντάλια της και κατέβηκε......

Εκείνο το βράδυ στο ξενοδοχείο θα είχε δεξίωση ο Πέτρος Βασιλικός, καπνέμπορας και κουβαρντάς, καλούσε εκεί συχνά τους φίλους του για να μην κουράζει με τις ετοιμασίες την γυναίκα του που ήταν φιλάσθενη. Η Μαρουσιάννα κατέβηκε στην τραπεζαρία φορώντας ένα σμαράγδι μακρύ φόρεμα από μουσελίνα με ταφταδένια φόδρα βάζοντας στην μέση της το ασημόχρυσο ζωνάρι της Καραγκούνικης στολής και στα μαλλιά της κάρφωσε την μεγάλη πόρπη με το σμαράγδι που της είχε χαρίσει στο γάμο ο Τσαούσης το 1910.
Στα πόδια της γυάλιζαν τα μπλε λουστρίνια που είχε αγοράσει στη Βενετία με τον Μερκούρη και τα φορούσε για πρώτη φορά. Το μικρό της τσαντάκι ήταν από βελούδινο μπλε με φτερά παγωνιού και τα χείλη της ήταν κατακόκκινα όπως τα έβαφαν οι Γαλλίδες και η αγαπημένη της Μαρλέν.
Ήταν μια νεράιδα με ολόχρυσα μαλλιά και πράσινα μάτια που ήρθε στην Αλεξάνδρεια για να βρει τον έρωτα που τη σημάδεψε στη Βενετία, θα έκανε τα πάντα για να τον κερδίσει!!
Έφαγε σε ένα μικρό τραπέζι μόνη και βγήκε στο κήπο για να περπατήσει, εκεί βρήκε Ελληνίδες που συζητούσαν και χαριτολογούσαν μεταξύ τους και τις πλησίασε με χάρη.
Συστήθηκε με θάρρος και τους είπε ότι κατάγεται από τη Θεσσαλία ανοίγοντας μια κουβέντα μαζί τους πολύ εύκολα, ρωτώντας τους για τον τόπο καταγωγής τους και τα έθιμα του τόπου τους.
Τις κέρδισε αμέσως και την πήραν μέσα στη σάλα της δεξίωσης του Βασιλικού.
Πέρασε υπέροχα γνωρίζοντας κόσμο και μαθαίνοντας πολύ ενδιαφέροντα πράγματα για  την εύφορη κοιλάδα του Νείλου για της φυτείες  και φυσικά για τις Πυραμίδες.
Καληνύχτισε χαρούμενη που από την πρώτη κιόλας μέρα βρήκε φίλες και ένοιωσε άνετα σε μια εντελώς ξένη πόλη και ανέβηκε στο δωμάτιό της.
Την άλλη μέρα ξύπνησε αργά, χουζούρεψε στο μεγάλο απαλό κρεβάτι και χάρηκε το τρεχούμενο ζεστό νερό στην μπανιέρα του λουτρού και τα υπέροχα έλαια που βρήκε εκεί. Το ξενοδοχείο την είχε ικανοποίηση απόλυτα αν και ακούγοντας την τιμή είχε σκεφτεί ότι τα δωμάτια δε θα είναι καλά ούτε το σέρβις, διαψεύστηκε αμέσως μόλις άνοιξε την πόρτα του δωματίου, όταν μπήκε στο μπάνιο για να πλύνει τα χέρια της, κατάλαβε ότι θα περνούσε τέλια μέσα σε ένα πολύ καθαρό και καλό περιβάλλον. Οι άραβες ιδιοκτήτες του, πρόσφεραν όλα το κομφόρ στο ξενοδοχείο τους στην καλύτερη τιμή γι αυτό και ήταν πάντα κατάμεστο.
Ντύθηκε στα λευκά και πήρε στο χέρι ένα καπέλο από ψάθα που τις είχε αγοράσει η Ανθή. Κατέβηκε για να φάει κάτι στο δρόμο και να βρει κάποιον να την πληροφορήσει πως θα βρει το κατάστημα του Μερκούρη.Δεν πρόλαβε όμως να κατεβεί τη σκάλα και μια νεαρή κοπέλα της ζήτησε να την ακολουθήσει στην τραπεζαρία, ο Μερκούρης ήταν εκεί!!!
Η Μαρουσιάννα τον αναγνώρισε αν και είχε γυρισμένη την πλάτη του προς την είσοδο της σάλας, η καρδιά της χτυπούσε γοργά και τα γόνατα της λύγισαν, στάθηκε για ένα λεπτό για να σκεφτεί τι θα έλεγε και προχώρησε, του άγγιξε τον ώμο και εκείνος σηκώθηκε και την αγκάλιασε με όλη του τη δύναμη.
Κορίτσι μου, κορίτσι μου ήρθες !!!
Μερκούρη μου πως το έμαθες; δε καταλαβαίνω πότε πρόλαβες;
Εδώ είναι Αλεξάνδρεια αγαπητή μου!!!
Εχθές βράδυ εμφανίστηκες από το πουθενά, μάγεψες όλο τον κόσμο στη δεξίωση του Βασιλείου, ασυνόδευτη και ομορφότερη όλων των κυριών, οι εφημερίδες σήμερα γράφουν για μια νεαρή κυρία εξ Ελλάδος που γοήτευσε την παροικία και σε έχουν φωτογραφία με τις δεσποινίδες Βασιλείου και την γυναίκα του καπνά.
Εκείνη την εποχή στην Αλεξάνδρεια η Ελληνική παροικία είχε δέκα τουλάχιστον εφημερίδες , όλα τα γεγονότα καλύπτονταν από τους δημοσιογράφους και τους φωτογράφους, αυτές οι εφημερίδες στέλνονταν μέχρι τα Δωδεκάνησα με τα νέα της παροικίας αλλά και στο Κάιρο και την Αθήνα.
Δεν θα άφηνα ούτε ώρα να περάσει, μόλις διάβασα την πρωινή εφημερίδα ρώτησα και έμαθα ότι μένεις εδώ από εχθές το πρωί και φυσικά ήρθα να σε διεκδικήσω πριν σε αρπάξει κανένας πλούσιος ομορφονιός της παροικίας!!
Μερκούρη κανείς ομορφονιός δε με ενδιαφέρει, ήρθα για σένα, απλά δε τόλμησα να στο γράψω επειδή δε ήξερα πως θα αντιδρούσες.Τα άφησα όλα και ήρθα μόνο για σένα !!
Τι άλλο λες να θέλει να ακούσει ένας άντρας σαν έμενα για να γίνει θεότρελος κορίτσι μου!!!!
Ετοιμάσου για δείπνο, το βράδυ θα έρθω να σε πάρω, σήμερα κιόλας θα πω στην μητέρα μου ότι παντρευόμαστε, δεν τους έχω μιλήσει βέβαια για τη γνωριμία μας στην Βενετία, αλλά καιρός να το μάθουν.
Μερκούρη μου δε βιάζεσαι λίγο; ακόμη δε ξέρω τι θα κάνω, πως θα ζήσω και με τι ακριβώς θα ασχοληθώ.
Με τι να ασχοληθείς; δε σου φτάνω εγώ δηλαδή αρχοντισσά  μου;
Μερκούρη εγώ δουλεύω από μικρο παιδί, δεν μπορώ να γίνω ξαφνικά στα σαράντα  μου μια γυναίκα που θα ζει μέσα σε ένα σπιτι σαν μπιμπελό.
χαχαχα εσύ κυρά μου μπιμπελό είσαι και μέσα και έξω από το σπίτι!!
Θα κάνεις ότι θες, μπορείς να έρθεις και στο μαγαζί, ίσως οι κυράδες να γίνουν ποιο εύκολες πελάτισσες αν έχουμε μια γυναίκα να τις κολακεύει όταν αγοράζουν παπούτσια και ασπρόρουχα και οι ευχές σου θα πιάνουν στις κοπελιές που ψωνίζουν προικιά !!
Μερκούρη μου μη με βιάζεις να χαρείς, άσε που δε ξέρω από παπούτσια, εγώ ξέρω από γη και χωράφια σπαρμένα, ξέρω να υφαίνω να κάνω μακαρόνια αλλά από παπούτσια δε εχω ιδέα.
Άσε να χαρούμε λίγο που σμίξαμε, ίσως ένας γάμος με μια γυναίκα που χήρεψε δυο φορές δε θα αρέσει στους δικούς σου.
Καταρχήν Μαρουσιάννα μου κανείς εδώ δε ξέρει ότι είσαι χήρα, ούτε ότι έχεις ένα γιο στην Ελλάδα και δεύτερων η μητέρα μου θα χαρεί αν επιτέλους μπει μια γυναίκα σαν νύφη σε αυτό το σπιτι.
Δεν το συζητώ αυτό γλυκιά μου,θα παντρευτούμε, δε εχω ανάγκη από μετρέσα σε θέλω κυρα μου τέλος!
Ο Μερκούρης Καστρινός ήταν μοναχογιός της Κατίγκως και του Σπυρίδωνα Καστρινού που είχαν καταστήματα με υφάσματα, λευκά είδη και παπούτσια στο κέντρο της Αλεξάνδρειας.
Το βράδυ την πήγε σπίτι του,έφτασαν εκεί με το αυτοκίνητο του Μερκούρη.Όταν σταμάτησαν εμπρός στο δρόμο η Μαρουσιάννα ήταν ακόμη διστακτική.Έχω μια ανησυχία, φοβάμαι λίγο, ίσως δε κάνουμε καλά Μερκούρη.Μα τι λες τώρα ομορφιά μου, μας περιμένουν η μάνα μου έχει ετοιμάσει ένα όμορφο δείπνο ειδικά για εσένα.Έλα θα δεις πόσο καλά θα σε δεχτούν, Θα ειμαι συνέχεια δίπλα σου.Την κατέβασε από το αυτοκίνητο με χαμόγελο και άνοιξε την πόρτα του σπιτιού.
Το σπιτι ήταν δίπατο και η είσοδος ήταν ακριβώς επάνω στο δρόμο.Η αυλή του σπιτιού ήταν γεμάτη φυτά και μπανανιές,ποτέ η Μαρουσιάννα δε είχε δει μπανανιές.Επίσης παρατήρησε πως υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα, την ώρα που ανέβαιναν τα σκαλιά ο Μερκούρης πάτησε ένα διακόπτη και η σκάλα φωτίστηκε όπως στα ξενοδοχεία. Οι δυο ηλικιωμένοι την περίμεναν όρθιοι στο σαλόνι τους.Καλός ήρθες κόρη μου της είπε η οικοδέσποινα, κόπιασε να σε χαρώ.Ο γέρος Καστρινός, ψηλός και καλοστεκούμενος της άπλωσε το χέρι, το σπιτι μας δικό σου κυρα μου, καλός μας ήρθες. Μαρουσιάννα οι γονείς μου ξέρουν ότι θέλω να σε κάνω γυναίκα μου,βρίσκω άσκοπο να καθυστερούμε και γιαυτό θέλω αμέσως αν το θες και εσύ φυσικά η μητέρα μου να σου δώσει το δαχτυλίδι των αρραβώνων μας, της είπε συγκινημένος ο Μερκούρης. Η Μαρουσιάννα έγνεψε καταφατικά και χαμογέλασε.Τότε η Κατίγκω  σηκώθηκε και την πλησίασε, τη φίλησε στο μέτωπο και της έδωσε το δαχτυλίδι της. Το πήρα και εγώ απ την πεθερά μου πριν 43 χρόνια κόρη μου. Αυτό μας ένωσε με τον πατέρα του Μερκούρη.Τόσα και άλλα τόσα να ειναι τα χρόνια σου και να αγαπάτε ο ένας τον άλλο.Το  μονόπετρο ήταν χρυσό με λαμπερό ζαφείρι.
Η Κατίγκω έβγαλε ύστερα το μενταγιόν της με τη βαριά αλυσίδα και το πέρασε στο λαιμό της Μαρουσιάννας,τούτο ειναι δικό μου έχει μέσα τη φωτογραφία του Μερκούρη, δικό σου ο γιος μου, δικό σου και τούτο. Ο γέρος Καστρινός ευχήθηκε σηκώνοντας το ποτήρι ψηλά με χαμόγελο μέχρι τα αυτιά και ήπιε στην υγεία του ζευγαριού, είθε να γεράσετε αγαπημένοι,Μερκούρη άργησες αλλά μας έφερες νεράιδα, είπε στο γιο του με θαυμασμό. Εγώ νύφη μου το δώρο μου θα στο δώκω αύριο με το καλό, της είπε κλείνοντας της το μάτι.
Οι γονείς του Μερκούρη ήταν φοβερά συγκινημένοι, πίστευαν ότι ο γιος τους δε θα έκανε ποτέ οικογένεια και αυτό τους στεναχωρούσε πάρα πολύ.
Και να που ξαφνικά όχι μόνο είχε βρει σύντροφο, άλλα ήταν και ερωτευμένος με την όμορφη γυναίκα. Μαρουσιάννα μου, είπε φοβερά συγκινημένη η ηλικιωμένη γυναίκα, ειναι τιμή μας που σε κανουμε νύφη μας, συχώρεσε μας που δε ετοιμάσαμε δεξίωση, αλλά ο γιος μας, το είπε τελευταία ώρα, απόψε θα γιορτάσουμε μονάχοι τη χαρά τούτη. Ελάτε κοπιάστε στο τραπέζι.
Η μητέρα του Καστρινού ήταν νοικοκυρά και μερακλού γυναίκα, είχε μαγειρέψει για τη νύφη της τα καλύτερα, είχε στολίσει το τραπέζι με το καλό της σερβίτσιο και τα ασημένια της μαχαιροπίρουνα, στη μέση του τραπεζίου, πάνω από το κατάλευκο τραπεζομάντιλο, είχε στρώσει δυο μεγάλα φύλλα μπανανιάς, επάνω τους είχε τοποθετήσει μια εταζέρα με φρούτα και λουλούδια του τόπου τους.
Με αγάπη η γρια σέρβιρε τα παιδιά και τον άντρα της, τους ευχήθηκε ξανά με τρεμάμενη φωνή μέρες γλυκιές και καλούς απογόνους. Πέρασαν ήσυχα τη βραδιά, λέγοντας ιστορίες που διηγήθηκε ο γέρος Καστρινός για το πως ήρθε στην Αλεξάνδρεια και πως στέριωσε.
Την επόμενη στο ξενοδοχείο ο Καστρινός έστειλε ένα πακέτο στην νύφη του.
Το άνοιξε η Μαρουσιάννα και απόμεινε να το κοιτάζει με θαυμασμό, μέσα στο κουτί που ήταν φοδραρισμένο με βελούδο και γεμάτο λουλούδια, υπήρχαν σκόρπια κοσμήματα μέσα σε πουγκιά μουσελίνας δεμένα με σατέν κορδέλες στα χρώματα των λουλουδιών.
Ένα διαμαντένιο δαχτυλίδι, ένα χρυσό βραχιόλι με πέτρες Λάπις Λάζουλι και ασορτί σταυρό με μια αλυσίδα περίτεχνη που της έφτανε μέχρι το στήθος. Μέσα στο κουτί ο γέρος είχε και μια ασημένια κορνίζα με την ημερομηνία των αρραβώνων τους κεντημένη με ασημοκλωστή και δυο περιστέρια σκαλισμένα να κρατούν στεφάνια με τα ράμφη τους.
Να σας χαίρομε κόρη μου της έγραφε, μόνο δυο λέξεις συνόδευαν τα τόσα κοσμήματα.

Η Μαρουσιάννα δε τους αποκάλυψε το παρελθόν της, κατά την επιθυμία του Μερκούρη για να αποφύγουν τα κουτσομπολιά και ίσως την δυσαρέσκεια των δικών του.
Έκαναν το γάμο τους στο σπίτι του Μερκούρη με ελάχιστους καλεσμένους και με τη νύφη να φοράει ένα απλό λευκό μακρύ φόρεμα και το καλύτερο πέπλο της Αλεξάνδρειας.Έφαγαν ντόπια και ελληνικά εδέσματα,σερβιρίστηκαν γλυκά και σαμπάνια φερμένη από τη Γαλλία
Η μητέρα του γαμπρού, τους χάρισε ένα κλειδί μέσα σε ένα κασελάκι που ήταν γεμάτο τριαντάφυλλα και ρύζι.Οι Καστρινοί μιλούσαν λίγο και έκαναν πολλά!!
Ο Μερκούρης ζούσε τον απόλυτο έρωτα και η Μαρουσιάννα το απολάβανε σαν κοριτσόπουλο.
Ο Σπυρίδων Καστρινός είχε σχεδιάσει ένα ταξίδι στο Νείλο για τους νεόνυμφους, ετσι την επόμενη μέρα ταξίδεψαν μέχρι την όχθη του και έφυγαν με μια φελούκα 
Το αυτοκίνητο ήταν ανθοστόλιστο και οι πόρτες είχαν μεγάλες λευκές κορδέλες.Ένας Αιγύπτιος με άσπρη κελεμπία τους έρανε με λουλούδια και βοήθησε τη νύφη να ανέβει στο αυτοκίνητο όσο ο Μερκούρης τακτοποιούσε της αποσκευές τους στο πίσω μέρος.
Δέκα πυρσοί ήταν αναμένει στην όχθη του ποταμού, εκεί που το πλοιάριο τους περίμενε για το ταξίδι που θα έκαναν στο Νείλο.Ένα όνειρο είχε ξεκινήσει πριν καν γείρει στο μαξιλάρι του κρεβατιού τους. Το πλοίο γλίστραγε αργά αργά όπως τα κορμιά που ενώνονταν στο κρεβάτι με την λευκή κουνουπιέρα, η Μαρουσιάννα ταξίδευε στη γη της χαράς και του έρωτα και δε ήθελε να τελειώσει αυτό το ταξίδι ποτέ. Είχε τον άντρα που ερωτεύθηκε, έκανε ένα γάμο που ούτε στα όνειρά της δε είχε ποτέ δει και ταξίδευε ενώ έκανε έρωτα μέσα σε ένα πλοιάριο!!!
Το ξημέρωμα η Μαρουσιάννα άνοιξε τα μάτια νοιώθοντας τα φιλιά του Μερκούρη στο σώμα της και  τη δροσιά τον ροδοπέταλων που την έρανε.
Κυρα μου φτάσαμε, σήκω να δεις τον ήλιο πως αστράφτει μέσα στο νερό του Νείλου τούτη την ώρα,της είπε.
Γύρω η πλάση έλαμπε, τα νερά ήταν σαν κινούμενο χρυσάφι,εμπρός τους ήταν μια προβλήτα με ξύλινη γέφυρα και η πιρόγα δεμένη. Μακριά στο βάθος ξεχώριζε ένα σπιτι με λευκά τεντόπανα εμπρός στην αυλή, ο δρόμος ήταν γεμάτος χουρμαδιές και μπανανιές, γύρω πάπιες και χήνες με κάτασπρα πούπουλα.
Τι ειναι εδώ Μερκούρη μου;
Το σπιτι σου κυρα μου, η φάρμα σου!
Αυτό ειναι το βιός σου στην Αίγυπτο,τα χωράφια τα ζωντανά και το σπιτι στη διάθεσή σου,της είπε κάνοντας μια βαθιά υπόκλιση και ξεκαρδίστικε στο γέλιο βλέποντας το ύφος της.
Εφόσον δε σου αρέσει η Αλεξάνδρεια, θα ζεις εδώ με τις πάπιες και τους φελάχους και θα δουλεύεις σκληρά στα μπαμπακοχώραφα για να βγάζεις το ψωμί σου, έλεγε ενώ έπιανε την κοιλιά του από τα γέλια.
Αυτό τώρα ειναι αστείο;τον ρώτησε κάπως διστακτικά. Αστείο ειναι το βλέμμα σου, γιατί πίστεψες ότι θα σε αφήσω εδώ να φυλάς πάπιες και χήνες αρχοντισσά μου της είπε γελώντας και πάλι.
Απλά ο πατέρας μου έμαθε την αγάπη σου για τη φύση και τα χωράφια και σου αγόρασε αυτό το κτήμα για να έχεις κάτι δικό σου, αν θες μπορείς να μένεις εδώ την εποχή που μαζεύετε η σοδειά. Αλλά τον υπόλοιπο καιρό σε θέλω στο κρεβάτι μας στην Αλεξάνδρεια για να σε βασανίζω γλυκά τις νύχτες και την ημέρα να σε καμαρώνω. Τη φίλησε και τη χτύπησε στον πισινό, εμπρός κατέβα να πας στο τσιφλίκι σου.
 Μερκούρη είσαι ξεδιάντροπος!!!!
Χμ δηλαδή εσένα δε σου αρέσει όπως ειμαι ε; τη ρώτησε με ύφος πονηρό.
Είσαι ξεδιάντροπος τέλος, του ξανά είπε γελώντας.
Κατέβηκαν απ την πιρόγα τους και προχώρησαν ίσα στο δρόμο με τις μπανανιές φτάνοντας μπρος το λευκό ασβεστωμένο οίκημα.
Ήταν ένα απλό σπιτι με μεγάλα παράθυρα και μια αυλή με πατημένο χώμα που στα παρτέρια του ήταν γεμάτο φυτά και λουλούδια,οι μυρωδιές ανάκατες με κοπριά, άσβεστη,μπανάνα και τηγάνι.
Μέσα το σπιτι ήταν ήσυχο, μα ξαφνικά βγήκαν από την κεντρική πόρτα δυο μελαχρινές γυναίκες και ένας μεσόκοπος άντρας ψηλός και λεπτός σαν κλαρί. Τους καλωσόρισαν με χαμόγελα και τους έβαλαν να καθίσουν στον ίσκιο που σχημάτιζε ένα μεγάλο λευκό πανί, δεμένο από τις δυο μπανανιές που υπήρχαν μπροστά στην είσοδο και εκεί είχαν στρώσει ένα τραπέζι,φτιαγμένο από κορμό δέντρων και δυο καρέκλες με λευκό πανί ραμμένο πάνω σε χοντρά κλαδιά με πολύχρωμες  κλωστές.
Έφαγαν μπανάνες,χουρμάδες και ήπιαν κρύο τσάι από μέντα, ενώ ο άντρας πήγε να φέρει τις αποσκευές τους.
Οι γυναίκες περπατούσαν με μικρά γρήγορα βηματάκια αθόρυβα στο πατημένο χώμα της αυλής και φορούσαν καφτάνια με γαλάζια και κίτρινα χρώματα, ενώ ο φελάχος είχε λευκή κελεμπία και σανδάλια στα ποδάρια του.
Τους πέρασαν μέσα στο σπιτάκι και εκεί η Μαρουσιάννα είδε για πρωτη φορά Αιγυπτιακή διακόσμηση.
Ξύλινη πάγκοι και μπαούλα με φιλντισένια λουλούδια, μαξιλάρια υφαντά με χάντρες και φανάρια φτιαγμένα από τομάρια ζώων ζωγραφισμένα, μπακιρένια τραπέζια και φανάρια με πράσινο και κόκκινο γυαλί κρεμασμένα στο ταβάνι.
Το κρεβάτι τους ήταν μια ξύλινη κατασκευή από λεία  χοντρά κλαριά δέντρων και το κεφαλάρι ήταν ένα τεντωμένο δέρμα ζωγραφισμένο περίτεχνα.Τα σεντόνια ήταν από λευκό λίνο και κεντημένα με πορφυροκλωστή το όνομα του Μερκούρη και της Μαρουσιάννας.Ήταν σαν να τους περίμεναν από καιρό ,οι Καστρινοί έκανα τα πάντα για να νιώσει η νύφη τους σαν στο σπίτι της από την πρωτη στιγμή.
Βγήκαν έξω στο ήλιο με το Μερκούρη για να της δείξει το κτήμα και να την γνωρίσει στους φτωχούς χωρικούς της περιοχής.
Από την προβλήτα όταν έφτασαν δε φαντάστηκε ότι εκεί βρίσκεται ένα ολόκληρο χωριό, όμως όταν προχώρησαν καμιά πεντακοσαριά μέτρα πίσω από το κτήμα, ξεφύτρωσε ένας δρόμος με σπιτια δεξιά και αριστερά, φτιαγμένα από πηλό και καλαμοσκεπές με πατημένο χώμα για να προστατεύονται από την δυνατή ζέστη της περιοχής.
Ο τόπος της θύμιζε τον κάμπο της θεσσαλικής γης, οι Αιγύπτιοι κάτοικοι ήταν φτωχοί και τα ζώα τους τριγύριζαν στα χωμάτινα δρομάκια ανάμεσα στα σπίτια.Οι γυναίκες μαγείρευαν έξω στη φωτιά έχοντας τις κατσαρόλες τους κρεμασμένες σε μια σιδερένια τριγωνική βάση,κουβαλούσαν νερό μέσα σε ασκούς από τομάρια προβάτων.Τα παιδιά έπαιζαν και φώναζαν δυνατά, οι μυρωδιά της μέντας και των μπαχαρικών ήταν διάχυτη και ανακατεύονταν με τον ίδρωτα των αντρών που περνούσαν με κάρα φορτωμένα καλάμια και δέρματα για να τα πάνε ο καθένας στην αυλή του να τα επεξεργαστεί κάνοντας από πουγκιά,τσάντες, μέχρι φωτιστικά και καρέκλες. Με τα καλάμια έκαναν ακόμη και τις μεσοτοιχίες των σπιτιών τους ράβοντας τα με ίνες και σχοινιά, ύστερα τα περνούσαν με πηλό και ετσι χώριζαν το χώρο μέσα στα μικρά σπίτια τους.Τα περισσότερα από αυτά τα σπίτια δε είχαν παράθυρα,είχαν μόνο είσοδο!
Οι άντρες δούλευαν στα χωράφια στις βαμβακοφυτείες όλης της περιοχής που τις περισσότερες κατείχαν  Έλληνες και Γάλλοι, με αυτό το βαμβάκι οι Γάλλοι και οι Έλληνες έφτιαχναν τα καλύτερα σεντόνια και τις ποιο αφράτες πετσέτες της εποχής.
Η Μαρουσιάννα πέρασε μέρες γαλήνης στο κτήμα, ο Μερκούρης απόδειξε ότι την αγαπάει και την κακομάθενε με εκδηλώσεις στοργής και πάθους.
Το κτήμα το αγάπησε και αποφάσισε να φτιάξει εκεί το δικό της κήπο με λαχανικά και μυρωδικά της πατρίδας της, έστειλε γράμμα στο χωριό για να τους ανακοινώσει ότι θα ζήσει στην Αίγυπτο και πως ειναι πλέον κυρία Καστρινού.
Επέστρεψαν στην Αλεξάνδρεια μετά από δυο εβδομάδες,στο διάστημα αυτό είχε γνωρίσει τους χωρικούς,είχε ζητήσει από το Μερκούρη να της μεταφράζει και με τη βοήθεια του, ζήτησε από τις γυναίκες να δουλεύουν για εκεινη. Η πρώτη της σκέψη, ήταν να δημιουργήσει μια όμορφη προίκα με λευκά είδη από βαμβάκι Αιγύπτου. Σκέφτηκε πως η λευκές κελεμπίες που φορούσαν οι άντρες εύκολα θα μετατρέπονταν σε άνετα νυχτικά για μέλλουσες μητέρες, σεντόνια με κεντημένο το όνομα μελλοντικών νεονύμφων, θα γινόταν ανά τον κόσμο ανάρπαστα,σεντόνια για νεογέννητα,ακόμη τραπεζομάντιλα και βαμβακερές θήκες ψωμιού, κουρτίνες που θα αντικαταστήσουν τις βαρείες βελούδινες που συνήθιζαν οι Ευρωπαίες, αλλά και οι ντόπιες που είχαν στα σπιτια τους πολύχρωμες με χάντρες σε αιγυπτιακό στιλ,οι δικές της λευκές,βαμβακερές εύχρηστες θα έδιναν άλλη αρχοντιά στα σπιτια.
Γνώριζε ότι οι Αγγλίδες αγαπούν τον ήλιο και θα τους αρέσει να περνά μέσα από τα παράθυρα χωρίς να τους βλέπουν αδιάκριτα μάτια, τέρμα θα άλλαζε τα νοικοκυριά τους ,θα πέταγαν τα βελούδα για τις δικές της κουρτίνες!!! Θα έβαζε τους άντρες του χωριού να κάνουν ρολά από μαλακό δέρμα για να χρησιμοποιούνται ως στόρια,για τη σκιά των παραθύρων.Το βαμβάκι της θα γινόταν μαξιλάρια αφράτα, στρώματα για παιδικές κούνιες, κούκλες από πανί παραγεμισμένες με αφράτο βαμβάκι και κεντημένα προσωπάκια.Τα δέρματα των μικρών ζώων μπορούσαν να γίνουν παιχνίδια να τους δίνουν σχήμα και να τα γεμίζουν με βαμβάκι.Ναι το χωριό αυτό θα γινόταν το μελίσσι της, άντρες ,γυναίκες νέοι γέροι θα είχαν δουλειά αν το επιθυμούσαν, μια χάρη μόνο ζήτησε από το Μερκούρη της.
Θέλω να κάνεις μια βιτρίνα στο μαγαζί για μένα Μερκούρη μου, εχω σκοπό να τη γεμίσω με πράγματα που θα φτιάξουν οι γυναίκες από λευκό πανί αλλά και από τομαράκια ζώων γεμισμένα με βαμβάκι.
Ότι θέλει η αρχόντισσά μου, της είπε ο Μερκούρης, που χάρηκε με την πρωτοβουλία της γυναίκας  του. Από το 1932 μέχρι τις παραμονές του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου η Μαρουσιάννα  έχτισε μια μικρή αυτοκρατορία,μια λευκή αυτοκρατορία, από απαλό βαμβάκι από την περιοχή που βρίσκετε στην καρδιά της Αιγύπτου, στο δέλτα του Νείλου το χωριό Αμπού αλ-Κουμ, που ανήκε διοικητικά τότε  στο Αλ Μινουφίγια.Στρώματα και μαξιλάρια από καθαρό λευκό βαμβάκι που επεξεργαζόταν στο δικό της εκκοκκιστήριο,τις μηχανές τις τάιζαν με τα χέρια οι άντρες, ερχόταν το βαμβάκι από τα χωράφια σε τεράστια τσουβάλια φορτωμένο σε αραμπάδες, το έριχναν στις μηχανές να καθαρίσει και να αφρατέψει και γέμιζαν με αυτό θήκες από χοντρό βαμβακερό ύφασμα, κατόπιν οι γυναίκες έντυναν αυτά τα μαξιλάρια με άλλες θήκες επίσης βαμβακερές αλλά κεντημένες. Τα μαξιλάρια της Μαρουσιάννας τα αγόραζαν δεκάδες ξενοδοχεία στη Γαλλία και την Αγγλία, τα καράβια ναυλώνονταν για Τεργέστη και Λίβερπουλ με φορτωμένα αμπάρια, στρώματα φτιαγμένα με μεράκι από τα χέρια των αντρών, γιατί αυτή η δουλειά απαιτούσε δύναμη, οι γυναίκες γέμιζαν μόνο τα τετράγωνα θηκάρια με βαμβάκι, κάθε στρώμα είχε είκοσι θήκες με πρεσαρισμένο βαμβάκι διαμέτρου είκοσι εκατοστών και πάχους δέκα εκατοστά, ολες οι θήκες ράβοντας μεταξύ τους και κατόπιν τις περνούσαν σε μια μεγάλη θήκη από χοντρό βαμβακερό ύφασμα,ξαναγέμιζαν τη θήκη πάνω κάτω με αφράτο βαμβάκι αυτή τη φορά, έραβαν το πάνω άνοιγμα και μετά το έβαζαν πάνω σε ένα μεγαλο πάγκο και το χτυπούσαν με ξύλινο κόπανο μέχρι να πάρει τη σωστή φόρμα και να ειναι εντελώς λεία η επιφάνεια αυτά τα στρώματα ήταν βαριά αλλά πολύ αναπαυτικά για το σώμα.
 Ο κοιλάδα της Αιγύπτου τη δέχθηκε και την αγάπησε και εκείνη γεύτηκε αυτή τη χαρά, έγινε άλλη μια φορά κυρα του κάμπου. Όπου περνούσε την αναγνώριζαν και υποκλινόταν με σεβασμό, γιατί ήταν σεμνή και φιλότιμη γυναίκα, δίκαιη μα και αυστηρή αλλά είχε πάντα ένα γλυκό χαμόγελο για τους άντρες και τις γυναίκες που ήταν στη δούλεψη της. Τα χάδια της τα μοίραζε στα μικρά παιδιά του χωριού, τις σχόλες έμπαινε στην κουζίνα και έφτιαχνε γλυκά με σιρόπι, έψηνε πίτες και έστρωνε τραπέζι για όλα τα παιδιά του χωριού και τα ξεπροβόδιζε με τα χέρια γεμάτα να πάνε στο σπιτι γλυκά και κρέας στην οικογένειά τους. Αυτή ήταν η κυρα του κάμπου, καρδιά δε της έκανε να κάτσει να φάει αν δε ήταν σίγουρη πως ακόμη και ο τελευταίος χωρικός θα έτρωγε ένα κομμάτι ψωμί απ τα χέρια της. Ήξερε αυτή από φτώχεια, είχε περάσει δύσκολα στο πλευρό του συχωρεμένου του παππά Αναστάση, κοριτσάκι νιόπαντρο τότε που πήγε στην Τσίαρα στο κονάκι του.  Όταν δε ξεχνάς είσαι δίκαιος και ταπεινός, αυτό ήταν αρχή της.
Στα σαράντα δυο της έφερε στον κόσμο το δεύτερο παιδί της, καρπός της αγάπης της με το Μερκούρη.
Το μωρό ήρθε στον κόσμο υγιέστατο και κατάξανθο σαν τη μάνα του, ένα ουρί του παραδείσου.
Αγγελούδι ήταν και  Αγγελική το βάπτισαν, πήρε το όνομα από την αδελφή του Μερκούρη που είχε πεθάνει πολύ μικρή. Οι Καστρινοί πέταξαν από χαρά με τη γέννηση της εγγονής τους,γέμισαν την κλινική της Αλεξάνδρειας με λουλούδια και τη νύφη τους τη γέμισαν από τον καρπό μέχρι τον αγκώνα χρυσόβεργες .

Η νύφη τους, το άξιζε με το παραπάνω, είχε εργασθεί σκληρά παρόλο που ήταν έγκυος,
Δεν είχε κεντήσει μόνο τα μωρουδιακά της Αγγελική τους, μα μια ολόκληρη προίκα για την κόρη του Μονάρχη Fuad και για την κόρη του πρωθυπουργού  Muhammad Tawfiq Nasim Pasha. Η πληρωμή της έγινε με χρυσά νομίσματα, και το κατάστημα των Καστρινών έφερε πλέον μια χρυσή πλακέτα με πέντε χρυσές μέλισσες στην βιτρίνα του.
Πέντε χρυσές μέλισσες, τόσες ήταν και οι γυναίκες που μαζί με την Μαρουσιάννα κέντησαν και έραψαν την προίκα των δυο κοριτσιών που παντρεύονταν, αυτός ήταν και ο λογότυπος της νέας εταιρείας των Καστρινών και το μελίσσι της ήταν  στο χωριό  Αμπού αλ-Κουμ.
Τα χρόνια που έζησε η Μαρουσιάννα στην Αίγυπτο ήταν τα καλύτερα της ζωή της, μα δε έμελε να ζήσει για πάντα ευτυχισμένη σε τούτο τον τόπο, οι απελάσεις των Ελλήνων, η Εθνικοποίηση όλων των μεγάλων εταιρειών στην Αίγυπτο, θα την έφερναν πίσω στην πατρίδα, χήρα και μακριά από όσα έχτισε και έδωσε κομμάτι του εαυτού της, είκοσι τέσσερα χρόνια αργότερα, με μια βαλίτσα στο λιμάνι του Πειραιά ............ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου