Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

το υπόγειο της ψυχής

Κρατώ τα μάτια σφαλιστά και γύρω μου σκοτάδι
και σαν τα ανοίγω βρίσκομαι καταμεσής στον άδη
που είσαι ήλιε ,που είσαι αυγή,που είστε συννεφάκια
στείλτε μου φως να γιατρευτώ, ρίξτε νερό να γιάνω
θέλω νερό για να νιφτώ προτού να αποθάνω.

Μες το υπόγειο της ψυχής, γυμνές αλήθειες βλέπω
με τρομαγμένα βλέμματα λευκούς μανδύες σέρνουν.
Αγρό το βήμα τους στητό φεύγουν με παρατάνε
αφήνουν πίσω τα θεριά που ψέματα κερνάνε
μες σε ποτήρια από χρυσό σε πιάτα από ασήμι.

Στο πρώτο πιάτο η ψευτιά στο δεύτερο η πίκρα
και στα ποτήρια τα χρυσά του χρήματος η γλύκα.
το τρίτο πιάτο η κλεψιά στου φεγγαριού τη νύχτα
δάκρυα παιδιών στα χείλη τους και δόντια μες το αίμα
από τα σώματα νεκρών που κείτονται σε ρέμα.

Πως να κρατήσω σφαλιστά τα βλέφαρα θεέ μου
στείλε μου ήλιε λίγο φως ,φέξε μου στο σκοτάδι
να βγω ευθύς και να σταθώ απέναντι απ τον Άδη
να βγάλω νύχια κοφτερά, σπαθιά και να ορμίσω
και τα θεριά του κόσμου αυτού να τα εξαφανίσω.

Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2013

Μια πατρίδα μικρή με ιστορία πικρή


Ή καρδιά μου πονά και τα μάτια υγρά,το τραγούδι αυτό, με δάκρυα θα σου πω
για μια πατρίδα μικρή με ιστορία πικρή, πολλές σελίδες γραμμένες στο αίμα βουτηγμένες.

Το τραγούδι αυτό σου μιλά με σκοπό, δες μονάχα μπροστά μην γυρνάς στα παλιά
εξορίες και μάχες, εφιάλτες γεμάτες, προδοσίες που μόνο σπέρναν πάντα τον πόνο.

Το κεφάλι ψηλά μη γυρνάς στα παλιά,σκέπασε τα αν θες με σημαίες λευκές
στρατηλάτες  με ασπίδες και παιδιά με οβίδες, μάχες μέσα στα χιόνια, μάνες  που έκλαιγαν χρόνια.

Πάνε μόνο μπροστά μην μιλάς για παλιά, στοίβαξε τα  μονάχα σε κασέλες και θάφτα.
Η καρδιά μου πονά και τα μάτια υγρά, κάθε λόγος πικρός και βαθύς στεναγμός.

Καιρός να έρθουνε καλύτερες μέρες, οι άντρες να πάψουν να ρίχνουνε σφαίρες
παιδιά να παίξουν ξέγνοιαστα μπάλα και οι νέοι να βρούν της ειρήνης τη σκάλα.

Ψηλά να ανέβουν και να φωνάξουν για  την ειρήνη να μην διστάσουν,
για μια πατρίδα μικρή με ιστορία πικρή, δες μονάχα μπροστά δε βοηθούν τα παλιά




















Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2013

Σε μια χώρα που ανήκε λεν στη δύση!

Ρολά κατεβασμένα φέρνει η κρίση
σε μια χώρα που ανήκε λεν στη δύση!
Το δάχτυλο της κούνησε η Ευρώπη
και ύστερα κατέβασε σεμνά τον διακόπτη.

Σαν μια του δρόμου στα σκοτάδια τριγυρνάει
και όλα τα κάλλη της σε τοκογλύφους ξεπουλάει.
Τόκους πληρώνει ,μα δεν ξοφλάει
και τα παιδιά της ένα ένα τα πουλάει.

Άντρες της νύχτας τα στολίδια της τα κλέψαν
ενώ της είπαν τις πληγές της πως γιατρέψαν
και με αφέλεια κοιτάζει το κορμί της
μα βλέπει ανοιχτή κάθε πληγή της.

Η πόρτα της κλειδιά τώρα δεν έχει
και εκείνη άλλο ετσι  δεν αντέχει
θέλει να διώξει απ το σπίτι τον εχθρό της
όμως αυτός κοιμάται στο πλευρό της!


Πως να δραπετεύσω απ τη μιζέρια

Πως να δραπετεύσω απ τη μιζέρια
που ύφαναν οι άλλοι από καιρό
μου έφτιαξαν φουστάνι από κουρέλια
και εγώ τους είπα ταπεινά  ευχαριστώ.

Πως να διώξω την πείνα απ το μυαλό
την ώρα που στη λεωφόρο περπατώ
οι μαγαζάτορες μου γύρισαν την πλάτη
και κόλλησαν στην πόρτα τους, κλειστό.

Στις γειτονίες αδειάσανε τα σπιτια
κατεβασμένα μονίμως τα ρολά
τα γιασεμιά που μοσχοβόλαγαν τη νύχτα
ξεράθηκαν με τον καιρό και αυτά.

Πως να δραπετεύσω απ τη μιζέρια
με τι να υφάνω τα μεταξωτά πανιά
πως  το ανάστημά μου εγώ να ορθώσω
και να σας πω νισάφι σας σιχάθηκα όλους πια.








Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2013

Αχ κυρ Μανώλη παίξε μου

Αχ κυρ Μανώλη παίξε μου γλυκά το μαντολίνο και εγώ
τραγούδι θα σου πω για τον καιρό εκείνο,που ήμασταν
μικρά παιδιά κι είχαμε ένα καρβέλι στα δέκα  το μοιράζαμε
και ήταν γλυκό σαν μελί.

Στον κήπο της Γεσθημανής παίζανε τα αγόρια
και τα κορίτσια φτιάχνανε από ανθούς βραχιόλια.
Τα σπιτια ήσαν χαμηλά με άσπρα πεζουλάκια
στον ήλιο κάθονταν γριές και έπλεκαν γιακαδάκια.

Δεμένο ξεροκόμματο μες τη λινή πετσέτα
στις φάμπρικες το παίρνανε διάλειμμα στις δέκα.
Απ το γιαπί ακούγονταν φωνές και φασαρία
και όλοι σταματούσανε σαν πέρναγε η Μαρία.

Αχ κυρ Μανώλη παίξε μου γλυκά το μαντολίνο και εγώ
τραγούδι θα σου πω για τον καιρό εκείνο,που ήμασταν
μικρά παιδιά κι είχαμε ένα καρβέλι στα δέκα  το μοιράζαμε
και ήταν γλυκό σαν μελί.

Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2013

Ματωμένη Ιωνία

Με ούτι και με κανονάκι τραγούδια φτιάχναν με μεράκι
και από την Πόλη ως το Τσεσμέ τα τραγουδούσαν στα καφέ.
Πίναν σερμπέτια και ρακί σε ένα τραπέζι όλοι μαζί
Οβριοί,Γραικοί και Μουσουλμάνοι σε μια πόλη ένα χαρμάνι.

Μα ξέφτισαν τα μεγαλεία, τα γράφουν μόνο στα βιβλία
και οι γιαγιάδες προτιμούν την ιστορία να μην πουν
Γινήκαν όλα μια φωτιά σύννεφο και καταχνιά
ένα σεντούκι όλο το βιός, σκισμένα ρούχα,κουρνιαχτός

Από το Βόσπορο στο Κε και από τη Σμύρνη στο Τσεσμέ
μάνες που κλαίνε στα στενά πάνω από άψυχα κορμιά.
Θύρες μαντάλωσαν και σεντουκάκια σέρνουν το βιός τους στα σοκάκια
μνήμες κλειδώσαν στο μυαλό τα σεριανάνε  στο νερό

Με αραμπά και με καράβι ταξίδι πήγαν ως τον Άδη
και αυτός μπαξίσι τους γυρεύει στον κόσμο θέλει να ανέβει
Ανοίγουνε το σεντουκάκι και βγάζουνε το κανονάκι
του παίζουν για την Ιωνία τη ματωμένη ιστορία.


Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2013

Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2013