Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2014

Η ΚΥΡΑ ΤΟΥ ΚΑΜΠΟΥ 8

Μια χώρα μικρή με ιστορία πικρή.

Δεν μας έφτασε η κατοχή και  η πείνα που περάσαμε και αντί να ανασυνταχθούμε  κοιτάξαμε να φάμε τα κεφάλια μας.
Αμέσως μετά την απελευθέρωση, ζητήματα όπως ο αφοπλισμός των ανταρτών,η πορεία της χώρας και η ανόρθωση της, όπως και η τιμωρία των συνεργατών του κατακτητή, ήταν θέματα που έπρεπε να μπουν στην ημερήσια λίστα των εθνικών θεμάτων και να τακτοποιηθούν ταχύτατα, διότι έπρεπε να είμαστε σε θέση να ανασυγκροτηθούμε και να αμυνθούμε, Δωδεκάνησα και Κρήτη ήταν ακόμη υπό κατοχή.
Λογικά θα έπρεπε να αποστρατευθούν οι αντάρτες, εφόσον ο πόλεμος είχε λήξει και ο εθνικός στρατός,  ήταν αυτός που έπρεπε να  κάνει τη δουλειά που του αναλογούσε, αλλά το θέμα ήταν καθαρά πολιτικό. Όσοι είχαν τα όπλα θα μπορούσαν να έχουν και την κυβέρνηση της χώρας, αυτό ήταν  κάτι που ήθελε ο λαός και ειδικότερα οι αντάρτες, γιατί ήταν σίγουροι πως είχαν συμβάλει τα μέγιστα στην απελευθέρωση της πατρίδας. Δεν εννοούσαν να δεχθούν ότι ο Ελληνικός στρατός θα πάρει το δάφνινο στεφάνη της νίκης, διότι δε ελευθέρωσε μόνος του την Ελλάδα. Αυτό έφερε έχθρες και τελικά τη ρήξη και τον εμφύλιο.
Αν είχαν επιτύχει τότε, σε γρήγορο χρονικό διάστημα την συγκρότηση εθνικού στρατού και μέσα σε αυτόν είχαν προσαρτήσει και μονάδες του ΕΑΜ /ΕΛΑΣ θα είχαμε αποφύγει τόσο τον εμφύλιο  και τις συνέπειες του, αλλά και την αποδέσμευση μας από την βοήθεια του Βρετανικού στρατού.
Η ξεροκεφαλιά και των δυο πλευρών μας έριξαν στα τάρταρα και στο σκοτάδι.

Τον Οκτώβρη του 1944 και ενώ οι Γερμανοί ξεκουμπίστηκαν, βγήκαν οι σημαίες απ τα σεντούκια για να πανηγυρίσει ο λαός στους δρόμους την απελευθέρωση.
Μα λογάριασαν χωρίς τον ξενοδόχο!!
Η πρωτη πράξη για να ξεκινήσει ο εμφύλιος σπαραγμός που κράτησε πέντε ολάκερα χρόνια, παίχτηκε στην Αθήνα, καταμεσής στο χειμώνα και αντί να γιορτάσουν τα Χριστούγεννα, έπιασαν τα όπλα και φαγώθηκαν σαν λυσσασμένα σκυλιά.
Δεκέμβρης και το κρύο δυνάμωσε στην πρωτεύουσα της χώρας, η φτωχολογιά έψαχνε  για κάρβουνο, να ανάψει κάνα μαγκάλι για να ζεσταθεί, αλλά οι Ελλασίτες έχουν πεισματώσει και η συμφωνία στη Βάρκιζα γίνεται αφορμή για μακελειό.
Ο πόλεμος της ντροπής ξεκινάει μέσα στα στενά της Αθήνας.Οι μεν κοίταγαν  να φάνε τους δε, να ξεκαθαρίσουν λογαριασμούς, όποιος ήταν αντάρτης στον πόλεμο και πολεμούσε για τη λευτεριά, έγινε οχτρός της πατρίδας, αυτός που πούλαγε λάδι και κρέας στην κατοχή σφάζονταν από τον άλλο που του είχε δώσει τα χρυσαφικά της κυράς του για μια οκά λάδι. Ο Τσόρτσιλ  ήρθε στην Αθήνα σαν αφεντικό, αργότερα στις συναντήσεις που έγιναν με τον Στάλιν και τον Αμερικανό ηγέτη χαμογελούσαν και φωτογραφίζονταν, ενώ οι Έλληνες τρώγονταν για το απόλυτο τίποτα.
Ο λαός χώρισε στα δυο, τα παλικάρια που πολέμησαν και έχασαν χέρια και ποδάρια, καταδικάστηκαν λίγο καιρό μετά ως εχθροί της Ελλάδος. Του τόπου, που δεν έπρεπε να γίνει κόκκινος!!!
Κανείς ποτέ δε τους είπε  ότι  η Ρωσία δε είχε τέτοιους σκοπούς, δηλαδή κανείς δε του είχε πει ότι η μοιρασιά είχε γίνει αλλού και αυτοί ήταν απλά απόντες και χαμένοι, κανείς δε διεκδίκησε τα αυτονόητα, όπως έκαναν άλλες χώρες ευθύς αμέσως μετά την ήττα της Γερμανίας.
Φαγωθείτε τους είπαν και φαγώθηκαν.Έφαγαν ξύλο με την οκά επειδή ανέπτυξαν φιλοκομουνιστική δράση, ανέβηκαν πάλι στα βουνά να σφαχτούν, και τα χωριά υπέφεραν από τις επιδρομές των ίδιων των Ελλήνων.
Οι αντάρτες πίστευαν ακράδαντα ότι ο Στάλιν θα αναγνώριζε την προσωρινή κυβέρνηση
"των βουνών " κάτι που δε θα γινόταν ποτέ και που ποτέ δε ξεκαθαρίστηκε στους Έλληνες κομμουνιστές.Ο αγράμματος λαός αγωνιζόταν για το απόλυτο τίποτα μέχρι θανάτου.
Οι κομμουνιστές μάζευαν τα παιδιά των αθώων μανάδων και τα ξαπόστειλαν σε ξένα χέρια,σε χώρες του ανατολικού μπλόκου. Μάνες σπάραζαν και παρακαλούσαν να μην τους πάρουν τα παιδιά τους, νήπια έχασαν τη στοργή της μάνας, στο βωμό του εμφυλίου.

Στο Βίτσι μετά από τόσο σπαραγμό, χιλιάδες νεκρούς, το παιδομάζωμα και κακουχίες ο Εθνικός στρατός έδωσε τα χέρια με το δημοκρατικό στρατό και συμφώνησαν να πάψουν τις εχθροπραξίες.
Μα σαν σταμάτησε τούτο το κακό ξεκίνησε ένα άλλο...........Εξορίες!!!!

Γέμισε η χώρα χωροφυλάκους,σπιούνους,γέμισαν τα κελιά και τα ξερονήσια και οι κυβερνήσεις το γουδί το γουδοχέρι, τούτος ο λαός δε συμμορφώνετε από τα λάθη του, πεθαίνει και ενώ το στόμα ειναι γεμάτο αίμα, βρίζει τη ζωή και τη γενιά του.
Ότι έσωσε η Κωστάντου απ το 1942 μέχρι που ήρθε ο Αναστάσης το 1949 στο σπιτι, άρχισε να ξεπουλιέται για να σωθεί ο πάσα ένας σύντροφος στον εμφύλιο. Όσο ήταν οι Γερμανοί, η Κωστάντου ποτέ δε είπε στον κύρη της τίποτε για το βιός που τους χάριζε. Είχαν καθήκον να σώσουν και χωριανούς και ξένους άμα λάχαινε, μα τώρα αυτά τα λίγα που απέμειναν, έπρεπε να τα φυλάξει η ίδια. Πήρε ότι κειμήλια υπήρχαν στο σπιτι και τα εξαφάνισε έξω απ το χωριό,στις στάνες κάτω από τα πλατάνια,έμπαινε μέσα στις κουφάλες των δέντρων νύχτα και έσκαβε η άμοιρη για να σώσει ότι μπορούσε από τη μανία των χωριανών της και από το φιλότιμο του Αναστάση, αυτός όπου άκουγε πως ο τάδε κινδυνεύει, έτρεχε να τον σώσει με χρήμα και με το δικό του βιός.
Δεν ήταν λίγοι από τα διπλανά χωριά που τον κατηγόρησαν για προδότη αμέσως μετά την απελευθέρωση, θεωρούσαν ότι είχε φιλίες με τους Γερμανούς και με τον εμφύλιο έβρισκαν ευκαιρία να τον κατηγορήσουν για να τον ξεκάνουν και να του πάρουν ότι είχε απομείνει.
Κυνηγημένος από τον εχθρό πρώτα και ύστερα από τους ίδιους τους συμπατριώτες του,ο Αναστάσης βρέθηκε στην εξορία. Ήρθαν και τον μάζεψαν σαν ληστή, μες τη νύχτα. Του έβαλαν ταμπέλα, κουμουνιστής,εχθρός του κράτους.
Ο Αναστάσης δε ήξερε τίποτα για τον Μαρξ, για τους κομμουνιστές, το μόνο που έκανε ήταν να αμυνθεί για την πατρίδα του και να προστατέψει τους χωριανούς του από την πείνα και το θάνατο. Στον εμφυλίου, πίστευε πως έκανε το σωστό, γιατί ήθελε να έχει η πατρίδα του το πάνω χέρι στο λαό της. Πίστευε πως οι Έλληνες έπρεπε να κάνουν κουμάντο,ήταν σίγουρος πως οι αντάρτες πολέμησαν για το συμφέρον της Ελλάδας. Μα τα παρασκήνια των πολιτικών και των συμμάχων δε τα ήξερε.
Στο δικαστήριο δε ήρθε κανείς συχωριανός του να πει μια καλή κουβέντα,θες από φόβο, θες από φθόνο, άφησαν την κυρα Κωστάντου ολομόναχη να πάει στη Λάρισα για τη δίκη.
Τον καταδίκασαν  για συμμετοχή σε εχθροπραξίες κατά του Ελληνικού στρατού, αλλά και ως δωσίλογο, διότι συνεργάστηκε με τους Γερμανούς και τους έδινε τρόφιμα την εποχή του πολέμου.
Εξορία λοιπόν, μοναξιά, πάνω στο βράχο και στη θάλασσα με λίγους φουκαράδες ακόμη να μετράνε τις νύχτες πόσες σφαίρες είχαν ρίξει για να λευτερώσουν την πατρίδα.  
Αυτές οι καταδίκες έκαναν τον Αναστάση να μισήσει την χώρα του, ήθελε να φύγει,να πεθάνει κάπου μακριά, να μην ξαναδεί άνθρωπο.Γεννήθηκε και μεγάλωσε σαν αρχοντόπουλο, πολέμησε σαν λεβέντης, έδωσε ότι είχε για να βοηθήσει τους χωριανούς και τώρα μάζευε ήλιο πάνω στα βράχια της Γυάρου.Τα καλοκαίρια ψήνονταν και το χειμώνα η αλμύρα και  βροχή του ετρωγαν τα σωθικά. Πόση δυστυχία μπορεί να αντέξει ένας άνθρωπος αναλογίζονταν κουλουριασμένος πάνω στο σανίδι που είχε για κρεβάτι.Το κελί ένα τετράγωνο δωμάτιο, με ένα φεγγίτη ψηλά στα δυο μέτρα , έσερνε το κρεβάτι του μέχρι εκεί για να ανέβει να δει το φεγγάρι.Θυμόταν τις νύχτες που ζούσε στο βουνό και άκουγε τη φλογέρα του γερο Μήτρου, να χύνεται ο ήχος μέσα στην ψυχή του και να τον νανουρίζει.

Η Ανθή με το γιατρό ανέβηκαν στα Τρίκαλα,οργάνωσαν όσο μπορούσαν το αρχοντικό και προσέλαβαν ένα βοσκό, η Κωστάντου είχε πια γεράσει, δεν την βάσταγαν τα πόδια να τρέχει στα βοσκοτόπια αν και τα πρόβατα  ήταν μόνο καμιά εκατοστή και είχε ελαττωθεί πολύ η δουλειά. Το γάλα λίγο και το εργοστάσιο ζυμαρικών οριακά προς την πτώχευση. Η Ανθή είχε αφήσει τη ζωή που ήξερε στην Αθήνα και ξανάγινε χωριατοπούλα, φρόντιζε τις δυο τρεις  αγελάδες που είχαν απομείνει στο στάβλο,έτρεχε στο εργοστάσιο με ένα ποδήλατο που το φόρτωνε δεξιά ζερβά με δυο μεγάλα γκιούμια γάλα. Κάθε μέρα από το ξημέρωμα στον αγώνα, καθάριζε το στάβλο, έπαιρνε την ξύστρα και καθάριζε τις αγελάδες με αγάπη, έπλενε τα μαστάρια τους και τις γλυκομιλούσε για να τις αρμέξει. Πήγαινε το γάλα με το χάραμα στο εργοστάσιο. Δυο γυναίκες ήσαν μονάχα εκεί, έβραζαν το γάλα και ετοίμαζαν τα φύλλα για χυλοπίτες και μακαρόνια. Το τυρί το έπηζε η γυναίκα του βοσκού καθημερινά με την Κωστάντου και το πήγαιναν μέχρι το τυροκομείο να τοποθετηθεί στα βαρέλια, η δουλειά είχε λιγοστέψει και τα χέρια επίσης, ίσα που έβγαιναν τα έξοδα τους.Τι να πληρώσει και τι να μείνει για προκοπή.Τη γυναίκα  του βοσκού,την πλήρωνε με  γάλα, τυρί ,αυγά και κάνα αρνάκι σα γεννούσαν οι προβατίνες.
Έβλεπε ο Αιμίλιος την κατάσταση να μην καλυτερεύει, ανέλαβε πρωτοβουλία, Ανθή θα πάω στα γύρω χωριά και θα  πω να μας φέρνουν το γάλα όσοι έχουν πρόβατα, έχουμε εδώ κοτζάμ τυροκομείο και να στέκεται άδειο; Θα κατέβω Αθήνα να δω σε ποιους μπορώ να μιλήσω,ίσως κλείσω μια συμφωνία να στέλνουμε με το τρένο τα τυριά στην Αθήνα.Η Ανθή συμφώνησε και ο γιατρός έφυγε για την πρωτεύουσα.

Η Ανθή αποφάσισε να κάνει  το λαχανόκηπο, να έχουν ζαρζαβάτια και μυρωδικά όπως παλιά.
Φώναξε δυο τρεις χωριανές και τις παρακάλεσε για τη βοηθήσουν, ρίχτηκαν όλες μαζί και ανάστησαν το χώμα με το τσαπί. Από το ένα σπιτικό στο άλλο, όλες μαζί η μια βοηθούσε την άλλη νοικοκυρά.
Ευλογημένα τα πολλά  χέρια,φέτος  θα πάνε όλα καλύτερα τις ψύχωνε η Ανθή.
 Ο Αιμίλιος στην Αθήνα γύρναγε στα μπακάλικα και ρωτούσε αν θελουν τυριά, έκανε κάποιες συμφωνίες και ξεκίνησε για τον Πειραιά μήπως βρει και εκεί κάτι. Τα μαγαζιά εκεί είχαν πάντα δουλειά λόγο του λιμανιού, ίσως και κάνα καράβι του ζήταγε κάνα δυο βαρέλια τυρί. Γύρναγε στην προβλήτα και ρωτούσε,  μέχρι που έφτασε μπροστά σε ένα Αμερικάνικο φορτηγό που ετοιμάζονταν να σαλπάρει. Είχαν ένα φορτηγό που το μπαινόβγαζαν μια μέσα, μια έξω, δε χωρούσε να κλείσει η μπουκαπόρτα του καραβιού.
Βρε σεις τους λέει, το έχετε μεγάλη ανάγκη αυτό; Όχι του απαντάει  ο ναύτης.
Καλά ρώτα τον καπετάνιο και έλα να μου πεις, του λέει ο Αιμίλιος.
Γυριζει ο ναύτης σε λίγο μαζί με τον καπετάνιο στην προβλήτα και πάνε στον Αιμίλιο.
Καπετάνιε βλέπω δε το χωράει ε;
Ναι προσπαθούν από ώρα, αλλά είμαστε γεμάτοι του απαντάει. Ωραία εχω να σου κάνω μια πρόταση, αν σε πληρώσω μου το δίνεις; Πόσα; τον κοιτάει πονηρά ο καπετάνιος, ένα βαρέλι τυρί πρώτης τάξεως,  και τρεις χρυσές Αγγλίας.
Έγινε του απαντάει ο Αμερικάνος γελαστός. Άμα μας αρέσει το τυρί που θα σε βρω;
θα ξανάρθετε; τον ρωτάει ο γιατρός;
Ναι βέβαια, φέρνουμε κάθε δυο, τρεις μήνες βοήθεια, του λέει ο καπετάνιος.
Οκ κάπταιν, θα σου δώσω το τηλέφωνο της κλινική μου εδώ στην Αθήνα, σε δυο μήνες θα ειμαι και εγώ πάλι εδώ, αν και τώρα περνώ αρκετό χρόνο στην επαρχεία με την σύζυγο μου.
Θα σε περιμένω οπωσδήποτε,έδωσαν τα χέρια και προχώρησαν στο αυτοκίνητο του Αιμίλιου να πάρουν το τυρί.
Το τυρί  που τα βρίσκεις γιατρέ; τον ρωτάει ο καπετάνιος με περιέργεια, χαχαχα ειναι της πεθεράς μου καπετάνιε, ζει στη Θεσσαλία, εγώ και η γυναίκα μου απλά βοηθάμε λίγο την κατάσταση, μια γυναίκα δύσκολα τα φέρνει βόλτα μονάχη της στην Ελλάδα τούτη την εποχή. Για τις ανάγκες του κτήματος θέλω το φορτηγό.
Μάλιστα, θα έρθω και εκεί γιατρέ, να δω τον τόπο, να δω που παρασκευάζετε τα προϊόντα σας.
Νομίζω θα μείνετε ενθουσιασμένος καπετάνιε,ίσως να σας αρέσει πολύ ο τόπος αυτός.
Την επόμενη μέρα κατέβηκε στον Περαιά να πάρει το φορτηγό και να φύγει για τα Τρίκαλα.
Η Ανθή δε πίστευε ότι με τρεις  Εγγλέζικες λίρες και ένα βαρέλι τυρί, είχαν αποκτήσει ένα  ολοκαίνουριο αμερικάνικο φορτηγό!!
Άνθιζε ο τόπος από την καλοκαιριά που έρχονταν, άνθισε και εκεινη από ευτυχία.
Κανε παναγία μου να έχουμε καλό στάρι και μπόλικο γάλα και θα κάνω ότι μπορώ να τα ξανά αναστήσω όλα όπως παλιά,να γυρίσει ο Αναστάσης μια μέρα και να τα βρει όπως τα ήξερε προσευχόταν δυνατά.
Βγήκαν τα πρόβατα στα βοσκοτόπια όλο το καλοκαίρι και γέμισαν γάλα οι καρδάρες,έγινα τα στάχια, έδεσαν τα καλαμπόκια και το τριφύλλι ψήθηκε απ το ήλιο και γέμισαν οι αχυρώνες, άχυρο και τριφύλλι να έχουν τα ζωντανά τροφή για όλο το χειμώνα.
Το σχέδιο Μάρσαλ βοήθησε τη φτωχολογιά να φάει και να ντυθεί με τα Αμερικάνικα αποφόρια της βοήθειας. Ο ίδιος ο Μάρσαλ έκανε ότι μπορούσε για να ανασυγκροτηθεί η χώρα,αν και πολλές ατασθαλίες και σκάνδαλα τον έκαναν να βλαστημάει την ώρα και τη στιγμή που πήρε την απόφαση για τη βοήθεια  προς στην Ελλάδα.  Έρχονταν αβέρτα τα λεφτά και τα διάφορα υλικά στο λιμάνι του Πειραιά, μέχρι ζώα και τροφές έφεραν για τους αγρότες, γαϊδούρια για να κουβαλάνε τις προμήθειες στα απόμερα χωριά που δεν είχαν δρόμους, το οδικό δίκτυο ήταν εντελώς κατεστραμμένο.Είχαν γίνει τεράστιες προσπάθειες για να ξανά σταθεί η χώρα στα ποδάρια της, μα οι Έλληνες δε εβλεπαν με καλό μάτι τους Αμερικάνους,καταβάθος τους μισούσαν, γιατί είχαν το πάνω χέρι σε όλα.
Ο απλός κοσμάκης πάλι, έτρεχε σαν έφθανε η βοήθεια να πάρει ένα πακέτο, μα και αυτά ακόμη έπεφταν στα χέρια των επιτήδειων, στα χωριά δε έλειψαν οι τσακωμοί με τους προύχοντες, πολύ ήταν οι πρόεδροι και οι παπάδες που άνοιγαν τα πακέτα, διάλεγαν τα καλύτερα και μετά έδιναν στη φτώχεια ότι απόμενε. Στην Αθήνα τα έβγαζαν στη μαύρη αγορά και έκαναν χρήμα χωρίς να χρειάζεται κεφάλαιο για τα προϊόντα που πούλαγαν.
Ήμασταν η χώρα που οι επιτήδειοι ρήμαζαν κάθε συνεισφορά της βοήθειας. Αγανακτισμένοι οι Αμερικάνοι, προσπαθούσαν να βάλουν μια τάξη, βλέποντας την εξαθλίωση του λαού.
Προσπαθούσαν να τα αποκρύψουν όλα από το κογκρέσο, για να μην  γίνει διακοπή των κονδυλίων.
Έγιναν πολλά εκείνο τον καιρό, άλλα στέφθηκαν με επιτυχία και άλλα όχι, για την βασικότερη προσπάθεια όμως της εκβιομηχάνισης της χώρας έγιναν ελάχιστα. Η Ελλάδα απέκτησε ρεύμα ιδρύοντας τη ΔΕΗ, απέκτησε τηλεπικοινωνίες αποκτώντας τον ΟΤΕ, έγιναν φράγματα και δρόμοι.
Έστειλαν βαμβάκι οι Αμερικάνοι για να δουλέψουν οι βιομηχανίες βάμβακος και ένδυσης, όμως  οι μεγαλύτερες ποσότητες καταχράστηκαν και τα προϊόντα έφτασαν σε χέρια επιτηδείων και πάλι.
Ο Αιμίλιος έβλεπε την κατάσταση στα ταξίδια του και αγανακτούσε.
Το καλοκαίρι του 1950 έφτασε στο λιμάνι του Πειραιά το καράβι του  κάπταιν Πιτ Στόρμανν, που είχε δώσει το φορτηγό στον Αιμίλιο.
Τηλεφώνησε στην κλινική και βρήκε τον Αιμίλιο, του ζήτησε να συναντηθούν το απόγευμα.
Ο Αιμίλιος ήταν ενθουσιασμένος, είχε κάνει μια λίστα με θέματα που ήθελε να συζητήσει με τον Στόρμμαν.Έφτασε στο λιμάνι νωρίς το απόγευμα και τράβηξε κατά την προβλήτα που ήταν αγκυροβολημένο το φορτηγό.
Ο Στόρμμαν τον είδε από την γέφυρα και τον φώναξε να ανέβει στο καράβι.
Πρώτη φορά ανέβαινε σε στρατιωτικό φορτηγό ο Αιμίλιος.
Χαιρετήθηκαν θερμά και πέρασαν στη τραπεζαρία του καραβιού.
Αιμίλιε, εχω πει στον καμαρότο να μας φέρει καφέ.Καλό Αμερικάνικο καφέ!!!
Εβγαλε τα τσιγάρα του και πρόσφερε στον Αιμίλιο, μου επιτρέπεις να σου προσφέρω μερικά πακέτα από αυτά τα τσιγάρα φίλε μου;
Ομολογώ ότι θα τα λάβω με μεγάλη χαρά, η γυναίκα μου πριν τον πόλεμο λάτρευε το τσιγάρο, όμως ο πόλεμος μας το έχει στερήσει, δε έχουμε πλέον αυτή την πολυτέλεια κάπταιν.
Ξέρετε, της μίλησα για την γνωριμία μας και θα ήθελε πολύ να σας γνωρίσει, όμως το κτήμα έχει πολύ δουλειά αυτό τον καιρό, δε ειναι εύκολο να λείπουμε και οι δυο.
Σε αυτό το κτήμα  έχει μεγαλώσει η γυναίκα μου, δεν μας ανήκει, ειναι ενός καλού φίλου που βρίσκεται στην εξορία.
 Στη εξορία; άκουσα καλά; ήταν κουμουνιστής; ρώτησε ο καπετάνιος
Όχι, αγωνιστής ήταν κάπταιν, έχει μεγάλη διαφορά αυτό ξέρετε φαντάζομαι! Έχει χαρίσει τεράστια ποσά για τον αγώνα στην απελευθέρωση και στους χωριανούς του, έδωσε ότι είχε και τώρα τον έστειλαν διακοπές. Γέλασαν πικρά και οι δυο.
Οι οικογένεια Βεργά έχει ιστορία αγαπητέ κάπταιν, έχει δώσει πολλά στην χώρα μας  και  στον τόπο τους .Του είπε όλη την ιστορία της οικογένειας πίνοντας τον καφέ που τους έφερε ο καμαρότος και έφτασαν στο θέμα του τυροκομείου και του εργοστασίου ζυμαρικών.
Ο καπετάνιος έδειξε μεγαλο ενδιαφέρων και υποσχέθηκε να μιλήσει ο ίδιος προσωπικά στον Αμερικανό πρέσβη και στον υπεύθυνο διαχείρισης δανείων στην Αθήνα.
Θα εισηγηθώ κατ ιδίαν στον υπεύθυνο αγαπητέ Αιμίλιε, σου δίνω το λόγο μου, αυτό ειναι πολύ ενδιαφέρον, μπορεί να φέρει ανάπτυξη στην επαρχεία, μπορούμε να αγοράζουμε και προϊόντα για το στρατό, για τα καράβια μας όταν φτάνουμε στον Πειραιά. Το φορτηγό το έχεις φυσικά, τον ρώτησε χαμογελαστός. Ναι κάπταιν το εχω, δεν το πήρα για να το πουλήσω,ούτε σκέφτηκα ποτέ να το χρησιμοποιήσω για προσωπικούς λόγους. Το κτήμα το είχε μεγάλη ανάγκη, ετσι εξυπηρετούμε τις μεταφορές των προϊόντων από χωριό, σε χωριό και κατόπιν στην πόλη. Εγώ τα μεταφέρω, με άλλους δυο άντρες εδώ στην Αθήνα. Φέραμε δυο φορές στα μπακάλικα της πρωτεύουσας τυριά και ζυμαρικά από το κτήμα. Πληρώνω όσο μπορώ τους ανθρώπους που συνεργάζονται μαζί μας. Φέτος αν όλα πάνε καλά θα αγοράσω και στάρι για τις ανάγκες του εργοστάσιου, χρειαζόμαστε αλεύρι καλής ποιότητας.
Για αλεύρι θα σε ενημερώσω εγω, ίσως ακόμη να μπορέσω να σου φέρω δικό μας στο επόμενο φορτίο, μέρος της βοήθειας, πιστεύω ότι θα πιάσει τόπο φίλε, του είπε ο καπετάνιος.
Ο Αιμίλιος αναχώρησε ευχαριστημένος από την συνάντηση με τον Στόρμμαν
Την επόμενη συναντήθηκαν στην Αθήνα και τράβηξαν μαζί για το υπουργείο να συναντήσουν τον υπεύθυνο διαχείρισης κεφαλαίων της Αμερικάνικης βοήθειας.
Ενθουσιασμένος από τη συνομιλία ο Αμερικάνος, υποσχέθηκε βοήθεια υλική και χρηματική. Επιτέλους να ακούσω για μια συλλογική εργασία, για κάτι θετικό σε αυτό τον τόπο, συνήθως γνωρίζω ανθρώπους που θελουν να καταπιούν με κάθε τρόπο την βοήθεια, είσαστε ένας δύσκολος λαός αγαπητέ γιατρέ. Τι θα λέγατε να δούμε και την κλινική σας μια μέρα, να δούμε τις ανάγκες σας, ίσως να μπορουμε να φέρουμε κάτι για σας από τη χώρα μου, για την καλύτερη λειτουργία της κλινικής. Ίσως οι Αμερικάνοι που βρίσκονταν εδώ, να έχουν ανάγκη έναν καλό γιατρό!!
Αυτό θα ήταν υπέροχο κύριε, απάντησε ο Αιμίλιος με χαμόγελο, δε θέλω όμως να πιστέψετε πως ήρθα εδώ για προσωπικούς λόγους. Το χωριό της συζύγου μου,  έχει μεγαλύτερη ανάγκη και θα ειμαι ευγνώμων αν φροντίσετε για αυτό. Όσο για την κλινική, εγώ και οι συνεργάτες μου θα χαρούμε να προσφέρουμε τις υπηρεσίες μας ως γιατροί σε κάθε ασθενή, από όπου και αν προέρχονται.Αν και οφείλω να ομολογήσω ότι έχουμε δεχθεί μεγάλες φθορές με τον εμφύλιο και μας λείπουν ακόμη και τα βασικά.
Για τα βασικά θα φροντίσω εγώ ο ίδιος, απάντησε ο κάπταιν Στόρμμαν, αναχωρώντας με το καράβι μου, θα στείλω τηλεγράφημα να λάβουμε στο επόμενο λιμάνι, φαρμακευτική βοήθεια, ότι εχω στο καράβι μπορώ να σας το αφήσω, φυσικά με την άδεια του δικού μας γιατρού. Να πάρετε τα απολύτως απαραίτητα τουλάχιστον για το χωριό.
Ο Αιμίλιος ήταν πανευτυχής, κύριοι δεν εχω λόγια να σας ευχαριστήσω, θα χαρώ να σας φιλοξενήσω στο χωριό, να δείτε από κοντά όσα σας εχω περιγράψει, ειναι ένα δύσκολο ταξίδι, όμως θα βεβαιωθείτε για όσα σας είπα.
Αιμίλιε, εγώ εχω είδη αποφασίσει να έρθω, το καράβι θα μείνει τρεις εβδομάδες εδώ,δε ειμαι απαραίτητος αυτό τον καιρό, όσο το καράβι ειναι αραγμένο. Αν είσαι έτοιμος τις επόμενες μέρες μπορούμε να φύγουμε.
Ο Αμερικάνος παρατηρητής του υπουργείου κούνησε το κεφάλι, αυτό το ταξίδι το θέλω και εγώ, η Αθήνα με έχει κουράσει, εχω ανάγκη να δω ένα τόπο που παράγουν κάτι, ανθρώπους με όρεξη για εργασία.
Ωραία λοιπόν είπε ο Αιμίλιος, αν και το αρχοντικό δεν ειναι όπως παλιά, δεν έχει πολυτέλεια, όμως η σύζυγός μου και η μητέρα της θα σας περιποιηθούν με χαρά.
Το ταξίδι έγινε στα μέσα Ιουλίου,το φορτηγό με τον Αιμίλιο και ένα στρατιωτικό τζιπ έφθασαν στη Τσιάρα αργά το απόγευμα, την ώρα που έπαιρνε να δύσει ο ήλιος, μετά από δώδεκα ώρες ταλαιπωρίας στους κατεστραμμένους δρόμους της επαρχίας.
Η Κωστάντου στη ρούγα πότιζε τα βασιλικά της, η Ανθή σκούπιζε τον πέτρινο αυλόγυρο.
Άκουσε το φορτηγό και πήγε να ανοίξει τις αμπάρες να μπει μέσα το φορτηγό. Έκπληκτη είδε ότι έχουν επισκέπτες.
Καλωσορίσατε, είπε χαμογελαστή χωρίς φυσικά να ξέρει ότι οι επισκέπτες δε ήταν Έλληνες.
Ο Αιμίλιος την αγκάλιασε στοργικά και της ψιθύρισε, μωρό μου Αμερικάνικοι!!
Η Ανθή ήταν γυναίκα που είχε τσαγανό, δε έμοιαζε βέβαια πια και τόσο με τη μοιραία γυναίκα  που ήταν καποτε, ήταν απλοϊκά ντυμένη με ένα φόρεμα μακρύ ανασκουμπωμένο και φορούσε μια μαντίλα στα μαλλιά της. Καλωσορίσατε κύριοι ελάτε, δεν σας περιμέναμε, η επικοινωνία με το σύζυγό μου ειναι αδύνατη όταν ειναι εκτός Τρικάλων.Τους περασε στη σάλα του αρχοντικού που ήταν δροσερή και τους έφερε κρύο νερό.
Η Κωστάντου πήγε στο μαγειρικό να πλύνει τα χέρια της, φόρεσε καθαρή ποδιά και ήρθε στη σάλα. Καλός το γαμπρό μου είπε χαρούμενη.Το αγκάλιασε με αγάπη, τι  ειναι τούτοι οι ξανθόψειρες γιε μου; Γέλασε ο Αιμίλιος, τους έφερα να δουν το κτήμα μητέρα, είναι Αμερικάνοι θελουν να μας βοηθήσουν. Ότι και να ειναι θα τους φιλέψουμε  γιε μου, τους έδωσε το χέρι η γρια οικονόμος και τους καλωσόρισε με χαμόγελο.
Η Ανθή έφερε γλυκό του κουταλιού πάνω σε δροσερό γιαούρτι. Δροσιστείτε μια σταλιά, ξεκουραστείτε και μετά νομίζω έχετε ανάγκη από ένα καλό μπάνιο, είπε χαμογελώντας.
Ε αυτό το έχουμε όλοι ανάγκη Ανθή, είπε ο γιατρός μεταφράζοντας στους επισκέπτες.
Αν και δε περίμεναν ότι θα υπήρχε μπάνιο στο σπιτι,  οι Αμερικάνοι ενθουσιάστηκαν με το βαρέλι.
Η Ανθή και η Κωστάντου έβραζαν νερό και ετοίμαζαν το μπάνιο για όλους τους άντρες και μέχρι να ετοιμαστούν εκείνοι, ετοιμάστηκε το φαγητό για το βραδινό τραπέζι.
Η Ανθή είχε φωνάξει  δυο κοπέλες απ το χωριό να έρθουν για βοήθεια, όσο πλένονταν οι άντρες, τη βοήθησαν να ετοιμάσει πίτες με χόρτα και τυρί, έσφαξαν δυο κοτόπουλα και τα έβαλαν στη γάστρα με πατάτες, πήρε γιαούρτι και έκανε τζατζίκι, αρωματίζοντας το με άνηθο και ελαιόλαδο. Εβγαλε λαρδί και το σέρβιρε πάνω σε καψαλισμένες φέτες ψωμιού με λίπα.Γέμισε τον μαστραπά κρασί κοκκινέλι από το αμπέλι τους ,έβαλε μέσα στην κοπάνα του αρτεσιανού ένα καρπούζι να παγώσει για να το προσφέρει στο τέλος. Έβαλαν το φαγητό σε πιατέλες και το πήγαν στο τραπέζι.
Οι άντρες καθαροί και ξεκούραστοι κατέβηκαν στη σάλα να φάνε.
Οι γυναίκες άφαντες!!
Ο Αιμίλιος τους παρακάλεσε να καθίσουν στο τραπέζι και τους πρόσφερε το κρασί του αρχοντικού.
Καλώς ήρθατε στο χωριό κύριοι, τους είπε χαμογελώντας.
Ο καπετάνιος ρώτησε που ειναι οι γυναίκες. Ξέρετε στον τόπο μας συνηθίζεται οι γυναίκες όταν έχουμε ξένους να μένουν μακριά από το τραπέζι, ειναι μια συνήθεια που μας άφησαν οι Τούρκοι από τον καιρό της σκλαβιάς.
Οι δυο Αμερικάνοι έμειναν άφωνοι,δηλαδή δε τρώνε; Ο Αιμίλιος γέλασε δυνατά, πως βέβαια τρώνε στην κουζίνα, μακριά από τα βλέμματα των αντρών.
Η πεθερά μου έχει συνηθίσει αυτή την κατάσταση, μένει στο τραπέζι μόνο όταν ειναι τα μέλη της οικογένειάς μας.Όλες οι γυναίκες του κάμπου περιποιούνται τους άντρες και μετά αποχωρούν.
Αύριο με το καλό θα πάμε μέχρι το εργοστάσιο και στο τυροκομείο μας.
Οι Αμερικάνοι έμειναν πολύ ευχαριστημένοι από το δείπνο. Αλλά δυσαρεστήθηκαν που έλειπαν από το τραπέζι οι γυναίκες.
Η μέρα ξημέρωσε και το χωριό γέμισε κόσμο στους δρόμους και στα χωράφια, τα παιδιά κακοντυμένα, ξυπόλητα, έπαιζαν στους μαχαλάδες και στην περιφέρεια του χωριού, άλλα παιδιά μάζευαν σε τσουβάλια τα κόπρανα των αλόγων! Αυτό έκανε μεγάλη εντύπωση στους Αμερικάνους, μα τι κάνουν αυτά τα παιδιά Αιμίλιε;
 Χαχαχα τα μαζεύουν για να χρησιμοποιηθούν ως προσάναμμα στη φωτιά!!
Γυναίκες ζαλωμένες με μεγάλα φορτία στην πλάτη, έφερνα ξύλα απ το ποτάμι. Οι δυο Αμερικάνοι κοιτουσαν με θαυμασμό και έκπληξη τα όσα εβλεπαν.
Έφτασαν στο τυροκομείο.Ο τόπος μύριζε τυρόγαλο και ξινίλα, τα βαρέλια στη σειρά περίμεναν τον αγοραστή τους. Η Ανθή άνοιξε ένα από τα βαρέλια, κύριοι εδώ εχω το καλύτερο τυρί της περιοχής, πιπεράτο, βουτυράτο και γεμάτο άρωμα. Γίνεται από τα πρόβατα που βοσκούν στον κάμπο μας. Μερικά βαρέλια έχουν και ανάμικτο τυρί από γάλα προβάτων και γίδας.
Επίσης έχουμε υπέροχη μυτζήθρα!Και το σπουδαιότερο όλων μας των προϊόντων το σκληρό τυράκι μας, κεφαλογραβιέρα, ότι πρεπει για το στρατό σας, τα καράβια σας. Διατηρείτε για μεγαλο χρονικό διάστημα σε δροσερό μέρος. Μίλαγε με ενθουσιασμό η Ανθή, κοιτάζοντας τους κατάματα ενώ ο άντρας της μετέφραζε.
Το γάλα αγελάδας ειναι λιγοστό με αυτό κανουμε μόνο λίγα ζυμαρικά και βούτυρο.Θα δείτε σε λίγο το μικρο μας εργαστήριο.
Βγήκαν από το τυροκομείο και περπάτησαν καμιά 500 μέτρα στο άλλο κτίριο. Τα κορίτσια του χωριού περιποιημένα με άσπρες ποδιές ως τον αστράγαλο, δούλευαν μέσα στο εργαστήριο ανοίγοντας φύλλα και οι ιταλικοί ζυμωτήρες βογκούσαν ζυμώνοντας το μείγμα .
Τα ξηραντήρια έβγαζαν θερμότητα και η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική , εξήγησαν στους Αμερικάνους ότι σε κανονικές συνθήκες το εργαστήρι ανοίγει από το φθινόπωρο ως την άνοιξη και ότι σήμερα λόγο της επίσκεψης είχαν κάνει μια εξαίρεση. Οι γυναίκες το καλοκαίρι πρεπει να βρίσκονται στα χωράφια ή στο αλώνι για το αλώνισμα του σταριού.
Αργότερα τους πήγαν στα αλώνια,με αρχέγονα μέσα οι Έλληνες αλώνιζαν, έχοντας ένα άλογο ζεμένο με το αδοκάνι  να βγει το καρπολόι , μπροστά το άλογο πίσω το αδοκάνι με τα σιδερένια δόντια, καβάλα συνήθως μια γυναίκα που ανέβαινε να προσθέσει βάρος για να μπορέσει να πατηθεί το άχυρο να βγει ο καρπός του σταριού, πολλές γυναίκες έβαζαν και τα μωρά τους πάνω,  μην έχοντας που να τα αφήσουν, τα βρέφη από το συνεχόμενο γύρισμα, ζαλίζονταν και κοιμόταν ενώ ο ήλιος τα πύρωνε χωρίς έλεος. Σαν τελείωνε το δοκάνισμα και το καρπολόι αχνοφαίνονταν, έπαιρναν το λαμνί (άχυρο ψηλό) με το φκούλι και το πέταγαν έξω απ το αλώνι σε στοίβες, ύστερα έπαιρναν το δρυμώνι ένα μεγαλο κόσκινο και άρχιζαν το λίκνισμα του σταριού, αν είχε αέρα ήταν τυχεροί, γινόταν ποιο εύκολα η εργασία τους.
Στοίβαζαν τον καρπό και με το κουβέλι μέτραγαν τις οκάδες του σταριού, ύστερα το έβαζαν στα τσουβάλια και οι γυναίκες τα έραβαν με  σακοράφα και8  χοντρό σχοινί.
Τα εβλεπαν οι Αμερικάνοι που ήταν από μια κοινωνία βιομηχανικοί, με πολίτες που απολάμβαναν κόκα κόλα, είχαν στα σπιτια τους τηλεοράσεις,ηλεκτρικούς φούρνους και ξεκουραζόταν σε βελούδινους καναπέδες και  έμειναν με το στόμα ανοιχτό. Η φτώχεια και τα αρχέγονα μέσα με τα οποία εργαζόταν οι χωρικοί, τους  έκαναν να θελουν να αγωνιστούν για την καλυτέρευση των συνθηκών διαβιώσεις αυτού του λαού, που είχε πολεμήσει, είχε αντισταθεί στη Γερμανική πολεμική μηχανή και είχε βγει νικητής, μα ρακένδυτος και πάμφτωχος.
Έφυγαν για την Αθήνα και είπαν στον Αιμίλιο ότι σύντομα θα κάνουν ότι μπορούν καλύτερο για το χωριό και τη γύρω περιοχή.
Στις αρχές φθινοπώρου ο Αιμίλιος βρισκόταν πάλι στην κλινική του στην Αθήνα, είχε αρκετούς ασθενείς της Αμερικανικής πρεσβείας και στρατιωτικούς που επιτηρούσαν τις εργασίες των έργων. Ο Αιμίλιος είχε λάβει μεγάλη βοήθεια και εξοπλισμό που του είχε στείλει ο ίδιος ο κάπταιν Στόρμμαν από συνεισφορές Αμερικανών γιατρών.
Το χειρουργείο είχε εξοπλιστεί με ότι καλύτερο είχε η επιστήμη, είχαν γεμίσει τα ράφια του φαρμακείου της κλινικής του, όλα έδειχναν ότι θα πάνε καλύτερα για το γιατρό.
Στην κλινική ήρθε ο καπετάν Στόρμμαν μαζί με τον διοικητή του υπουργείου διαχειρίσεις και του ανήγγειλαν κάτι πολύ χαρμόσυνο. Ένα τρακτέρ και μια αλωνιστική μηχανή θα έφθαναν σε λίγες μέρες στο χωρίο, με την προϋπόθεση ότι θα πρόσφεραν βοήθεια οι χωρικοί και στα γύρω χωριά διότι δε μπορούσαν να στείλουν μεγαλο αριθμό οχημάτων για όλα τα χωριά. Ο Αιμίλιος βέβαια ήταν απόλυτα σύμφωνος, αυτή ήταν και η επιθυμία του, να κάνει ένα μεγαλο αγροτικό συνεταιρισμό, ετσι όπως τον είχε ονειρευτεί η Μαρουσιάννα και ο γιος της, βοηθώντας τους αγρότες να προκόψουν και να έχουν μια συλλογική παραγωγή.
Μα είχε και μια τελευταία επιθυμία ο Αιμίλιος και δε δίστασε να την πει στο κάπταιν Στόρμαν.
Καλέ μου φίλε θέλω να σου ζητησω ακόμη μια χάρη,  αν έχετε κάποιο τρόπο να μεσολαβήσετε για την απελευθέρωση του κυρίου Βεργά,η απουσία του ειναι ο  μεγάλος καημός της πεθεράς μου. Εδώ και ένα χρόνο δε έχει λάβει ούτε ένα γραμμα του και πολύ φοβόμαστε ότι η υγεία του δε ειναι καλή.
Εγώ δε τολμώ να ζητησω τίποτα από τους γνωστούς Αμερικανούς ασθενείς μου, που ίσως κιόλας να ήταν πρόθυμοι να βοηθήσουν αλλά η θέση μου ειναι πολύ λεπτή, καταλαβαίνεται νομίζω είπε θλιμμένος.
Ο κύριος Βεργάς ειναι ο ιδιοκτήτης του κτήματος ε; ρώτησε ο κάπταιν Στόρμαν.
Ναι, σας εχω μιλήσει για εκείνον και τη μητέρα του, εκεινη απουσιάζει, μας έχει γράψει αρκετές φορές και ρωτάει για το παιδί της, δε της έχουμε αναφέρει τίποτα για το θέμα της εξορίας του.
 Η σύζυγός μου ήταν πιστή φίλη της, της γράφει πάντα άλλα αποφεύγει το θέμα, δε θέλει να την αναστατώσει. Η κυρία Βεργά έχει δημιουργήσει στην Αλεξάνδρεια οικογένεια, λείπει από το 1932.
Αλλά ο Αναστάσης Βεργάς για τη γυναίκα μου ειναι ο αδελφός που δε απέκτησε και για την πεθερά μου ο γιος που ποτέ δε θα ήθελε να χάσει. Σας παρακαλώ θερμά, αν μπορείτε κάντε κάτι.
Ίσως αν εισηγηθείτε προσωπικά, να γίνει μια παράβλεψη, να τον αφήσουν ελεύθερο, πραγματικά δε πιστεύω ότι ο Αναστάσης είχε κομμουνιστικά φρονήματα και φυσικά δεν ήταν προδότης της πατρίδας του.
Θα δω αγαπητέ τι μπορώ να κάνω, ίσως βρω ένα τρόπο, οι Έλληνες δυσανασχετούν πολύ όταν επεμβαίνουμε στα ευαίσθητα θέματα των εσωτερικών τους υποθέσεων. Και η δίκη μας θέση εδώ ειναι δύσκολη, όλοι μας βλέπουν με υποψία, εκτός του βασανισμένου λάου που ζητάει βοήθεια, ειλικρινά σας μιλώ, όταν ήρθα στο κτήμα των Τρικάλων η φτώχεια με συνέτριψε, δεν είχα δει ποτέ κάτι παρόμοιο. Ελπίζω να βοήθησα έστω και ελάχιστα στην καλυτέρευση των συνθηκών διαβιώσεις.Στο επόμενο ταξίδι θα φέρω υφάσματα και ρουχισμό που έχει μαζέψει η γυναίκα μου και οι φίλες της . Είδαν τις φωτογραφίες που είχα τραβήξει εκείνες τις μέρες στο χωριό και ένιωσαν την ανάγκη να κάνουν κάτι για τις γυναίκες του χωριού. Επειδή είδαν ότι οι περισσότερες γυναίκες φορούσαν κουρέλια, ετοίμασαν μερικά ρούχα, αγόρασαν και υφάσματα να μπορέσουν να ράψουν ότι θελουν εκείνες.Μαζί θα φέρω και μια ραπτική μηχανή.
Κάνετε θαύματα εσείς οι Αμερικάνοι όταν θέλετε, είπε χαμογελώντας ο Αιμίλιος.
Αγαπητέ Αιμίλιε, μακάρι να μας άφηναν να κάναμε όσα πραγματικά θέλαμε εδώ!!
Η γραφειοκρατία σας, οι πελατειακές σχέσεις που έχουν αναπτύξει οι πολιτικοί της χώρας, δυσχεραίνουν πολύ το έργο μας.
Ο Αιμίλιος τον ευχαρίστησε και έκλεισαν ραντεβού για την ερχόμενη άνοιξη, σε μερικούς μηνες,  η Τσιάρα θα είχε ένα τρακτέρ και κάθε σπιτι μια αγελάδα για το καθημερινό γάλα, οι γυναίκες θα είχαν στη διάθεσή τους από ένα γαϊδουράκι για να μεταφέρουν τα φορτία τους, γιατί ο κάπταιν Στόρμαν δε μπορούσε να ξεχάσει με τίποτα την εικόνα με τις ζαλωμένες γυναίκες, με φορτία ξύλων.
Ο χειμώνας ήταν πραγματικά δύσκολος εκεινη τη χρονιά του 50/51, το κρύο ήταν τσουχτερό και ο Αιμίλιος ήταν πολύ απασχολημένος με την κλινική, ανέβηκε στο χωριό μόνο για τα Χριστούγεννα για να ειναι κοντά στη γυναίκα του και την πεθερά του.
Η Ανθή δε άφηνε πλέον τη μητέρα της μόνη στο χωριό, την έβλεπε αδύναμη ακόμη και στις καθημερινές δραστηρίοτητες.Έβγαινε ελάχιστα απ το αρχοντικό, μόνο για να φέρει λίγα ξύλα για το τζάκι και τη σόμπα της κρεβατοκάμαρας.Το χωριό σκεπασμένο με χιόνι, οι δρόμοι άδειοι, μόνο στο καφενείο του χωριού υπήρχε ρεύμα και τηλέφωνο. Εκει μαζευόταν οι άντρες, κουβέντιαζαν γύρω απ τη σόμπα, έπιναν τσίπουρο για να ζεσταθούν ,άκουγαν το δάσκαλο που διάβαζε την εφημερίδα δυνατά για να ακούνε όλοι.Σε μια γωνιά πήγαινε ο κουρέας του χωριού και τους κούρευε έναν έναν τις σχόλες, κουρείο δε υπήρχε, όταν ο καιρός ήταν καλός ο γερο Λάζαρος κούρευε από σπιτι σε σπιτι έξω στις αυλές και μετά πήγαινε με το κασελάκι του και στο καφενείο μπας και βρει κάνα πελάτη.
Μα το χειμώνα του παραχωρούσε ο καφετζής μια γωνιά να κουρεύει μέσα στη ζεστασιά, τον αγαπούσαν όλοι το γερο, τον κέρναγαν κάνα λουκούμι και καφέ και εκείνος τους έλεγε ιστορίες από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο.Τους έδινε κουράγιο με τα λόγια του ο γέροντας. Εκείνο το βράδυ παραμονές Χριστουγέννων έφτασε στο χωριό ο Αιμίλιος, το καφενείο ήταν ακόμη ανοιχτό και οι άντρες όλοι μαζωμένοι  γύρω από τη σόμπα.
Άραξε το αυτοκίνητό του στην άκρη του δρόμου και μπήκε μέσα στον καφενέ.
Σηκωθήκαν όλοι όρθιοι, καλός το λεβέντη, έλα γιατρέ έλα κάτσε.
Ένα τσίπουρο θα το πιω μαζί σας πατριώτες είπε ο Αιμίλιος, εχω καλά νέα να σας πω,αύριο θα έρθετε  όλοι απ το αρχοντικό από νωρίς το πρωί, εχω φέρει κάτι για όλες τις οικογένειες,μα τα καλά νέα θα σας τα πω τώρα.
Οι Αμερικάνοι μας συμπάθησαν βρε, θα μας έρθουν ξανά την άνοιξη και δε θα έρθουν για βίζιτα,να μας φέρουν τρακτέρ  και γελάδια και γαϊδούρια για κάθε οικογένεια!!!
Είπαν πως αν μπορέσουν θα μας φέρουν και μια μηχανή για το αλώνισμα του σταριού.Τότε θα σπείρουμε περισσότερο στάρι,να έχουμε καλή σοδειά με το καλό πατριώτες,εγώ του λόγου μου, δε εχω χωραφια και δε ξέρω από αυτά, μα για εσάς, κάλο ειναι τούτο.Βέβαια τα μηχανήματα θα τα δώσουν στο αρχοντικό, μα σαν έρθει ο Αναστάσης ή η κυρα, θα δούμε ποιο σοβαρά το θέμα για να κανουμε συνεταιρισμό. Εγώ στο πλευρό σας για ότι με θελήσετε.
Οι άντρες χάρηκαν, ευχήθηκαν να έρθουν όλα δεξιά, μα αν δε εβλεπαν δεν πίστευαν, είχαν επιφυλάξεις, ετσι ειναι η φτιαξιά των Καραγκούνηδων ήσαν δύσπιστοι.Όσο για αυτά που είπε ο γιατρός για τον Αναστάση, κανείς δε είπε τίποτα, θες από φόβο, θες από κακία, μιλιά δεν βγάλανε.Ίσως να πίστευαν πως αν ερχόταν στο χωριό ξανά, να τους γύρευε λεφτά για όσα έδωσε τον καιρό του πολέμου σε όλους,ή να πίστευαν ότι αν γυρίσει οι χωροφύλακες θα έρχονται συχνά στο χωριό. Ήθελαν ειρήνη, ησυχία, ήθελαν να ξεχαστούν πια οι έχθρες αριστερών και δεξιών.
Ο γιατρός πήγε στο αρχοντικό,η Ανθή πετάχτηκε έξω με τη ρόμπα και το σάλι στους ώμους.
Αιμίλιε, επιτέλους, είχα απελπιστεί πια, πίστευα ότι θα έρθουν οι γιορτές και θα είμαστε ολομόναχες.
Πήγαν στη σάλα δίπλα στο τζάκι,έκατσε στα πόδια του και τον κοίταζε με λαχτάρα, μου έλειψες, Αιμίλιε, ήμουνα τόσο μόνη.
Σε καλό  σου κυρα μου, ποτέ δε έκανες ετσι, τι συνέβη αυτή τη φορά;
Αιμίλιε η μάνα παραγέρασε, κλείνεται στην κάμαρη όλη μέρα, βγαίνει μόνο για να φάει και να πάρει λίγα ξύλα για τη σόμπα, εγώ μέχρι το μεσημέρι όλο και κάτι εχω να κάνω, λίγο φαγητό, λίγο το σπιτι.
Τα ζωντανό έρχεται ο κυρ Ζήσης και τα φροντίζει, μου λείπει η Αθήνα το σπιτι μας, τα μαγαζιά,οι βόλτες μας, όλα και εσύ. Δεν θέλω να είσαι μακριά μου, θέλω να σε φροντίζω να σε εχω κάθε βράδυ πλάι μου Αιμίλιε.
Η νύχτα ήταν παγωμένη, μα κανείς τους δε ένοιωσε το κρύο, το ζευγάρι ενώθηκε όπως τα πρώτα χρόνια της αγάπης τους, με πάθος και αγάπη.Η Ανθή ήταν πια σαράντα πέντε ετών και ο Αιμίλιος πενήντα, μα ο πόθος και η αγάπη δε μετρούν ηλικίες.
Το πρωί πριν καν πιουν καφέ ο Αιμίλιος της είπε τα νέα, της ζήτησε να ετοιμάσει αν ειναι δυνατόν για όλους λίγο τσάι και εκείνος πήγε στη σάλα να ανάψει το τζάκι.
Έφερε ξύλα και ετοίμασε τη φωτιά.Έφερε από το αυτοκίνητο ένα μεγαλο πακέτο και το έβαλε στο τραπέζι.
Τι ειναι αυτό; τον ρώτησε η γυναίκα του, αυτό γλυκιά μου ειναι από την Αμερικάνικη βοήθεια, μου το έστειλαν στην κλινική, ειδικά σταλμένο για το χωριό.Ξέρεις τι έχει μέσα; τον ρώτησε η Ανθή.
Ναι βέβαια το εχω ανοίξει στην Αθήνα, έχει για όλες τις γυναίκες εσώρουχα και κάλτσες, όλα από αγνό αμερικάνικο βαμβάκι, και για τα παιδιά σοκολάτες και κάλτσες ζεστές, ολόμαλλες, απαλές.
Μου έστειλαν επίσης και δυο τόπια μάλλινο ύφασμα, ένα τόπι καρό και ένα τόπι κόκκινη τσόχα.Αν βιαστείτε θα έχετε όλες από μια όμορφη φούστα για την πρωτοχρονιά.Πάω να τα φέρω γιατί το αμάξι ειναι φίσκα μέχρι επάνω φορτωμένο.Εκτός από τα δυο τόπια υφάσματος, υπήρχαν ολοκαίνουρια λευκά πουκάμισα για άντρες, πάνινα παπούτσια για τα παιδιά,κασκόλ από απαλό μαλλί,ακόμη και μπερέδες. Μια τεράστια κούτα με με πολύχρωμα κουβάρια μάλλινης κλωστής για πλέξιμο, βελόνες, κουμπιά, φερμουάρ και κλωστές ραψίματος.
Οι χωριανοί ήρθαν στο αρχοντικό,όλοι έπαιρναν τα ίδια πράγματα, κάλτσες, σοκολάτες ,ένα πουκάμισο, ένα ζευγάρι παπούτσια για τα παιδιά τους ,δυο μέτρα κόκκινη τσόχα,ή δυο μέτρα καρό.
Οι γυναίκες κατά χάρηκαν με τα λευκά βαμβακερά εσώρουχα,αλλά με τις κάλτσες, είχαν ένα θεματάκι, τέτοιες κάλτσες ψηλές οι χωρικές δε φορούσαν, λίγες καταδεχόταν να τις πάρουν,ντρεπόταν να φορέσουν κάτι τόσο ψηλό και διάφανο!!!
Έμειναν στην Ανθή δεκάδες ζευγάρια από Αμερικάνικες διάφανες κάλτσες, εκεινη τις φορούσε με μεγάλη χαρά, τις είχαν λείψει πολύ, ήταν μια πολυτέλεια που δε ήθελε να στερείται τόσα χρόνια και τώρα είχε δεκάδες!!!
Η γρια Κωστάντου ευχόταν σε όλους καλά Χριστούγεννα και ένοιωθε περήφανη για τον γαμπρό της.
Τα παιδάκια έλεγαν τα κάλαντα και η γρια τους κέρναγε γλυκό κεράσι, κάθε παιδί ένα κουταλάκι, από το βάζο που είχε στο δίσκο, έπιναν και ένα τσάι και έφευγαν για το σπιτι.

Την πρωτοχρονιά η εκκλησιά του Άι Γιώργη γέμισε με κόσμο, οι γυναίκες ήρθαν με τα καλά τους ρούχα,είχαν ραφτεί όλες με τα κόκκινα και τα καρό υφάσματα.Οι νέες λιγνές και λυγερές, είχαν ράψει φορέματα αμάνικα, γιατί το ύφασμα ήταν λιγοστό, φόρεσαν από μέσα τα παραδοσιακά τους λευκά πουκάμισα και από πάνω τα καινούρια τους φουστάνια,άλλες τα είχαν κάνει με πιέτες,άλλες ολόισια με σιρίτια από λίγο βελούδο που είχαν στα σεντούκια τους.Οι μεγαλύτερες είχαν κάμει φούστες και γιλέκα,οι άντρες είχαν καθαρά λευκά πουκάμισα και μπερέδες από τσόχα.
Τα παιδάκια είχαν επιτέλους παπούτσια, μες το καταχείμωνο φόρεσαν τα πάνινα παπούτσια με την πλαστική σόλα. Από ολότελα, καλά και τα πάνινα έλεγαν οι μάνες.
Η Ανθή είχε φτιάξει κάτι για όλες τις νέες γυναίκες, από ένα σάλι, να τις ζεσταίνει από το κρύο.
Σαν σχόλασε το παπάς τη λειτουργία, πήγε η Ανθή και στάθηκε στην πόρτα με το πανέρι γεμάτο διπλωμένα τα πλεκτά της.Καλή χρονιά, έλεγε σε κάθε κοπέλα και τους έδινε ένα σάλι, να με θυμάστε κορίτσια και του χρόνου με καινούρια ωραιότερα.
Οι κοπέλες την ευχαριστούσαν και τυλίγονταν με χαρά, γιατί το κρύο περώνιαζε μέχρι το κόκαλο και είχαν δρόμο μπροστά τους, μέχρι τα σπιτικά τους.
Έτσι ήσυχα πέρασαν οι γιορτές και ο Αιμίλιος έπρεπε να ξαναφύγει,η Ανθή δεν έλεγε να τον αφήσει να μπει στο αυτοκίνητο. Κανε κοριτσι μου λίγη υπομονή, σε λίγο καιρό, ίσως γυρίσει ο Αναστάσης και τότε θα έρθεις αμέσως στην Αθήνα σου το υπόσχομαι Ανθή.
Μακάρι να γυρίσει Αιμίλιε, μα τη μάνα; θα την αφήσω εδώ; θα θέλει εκεινη να έρθει στην Αθήνα;
Έχει ο θεός θα δούμε, κανε υπομονή, ούτε για μένα ειναι εύκολο Ανθή να ειμαι μόνος μου.Έχω ανάγκη τη φροντίδα σου, την συντροφιά σου.Φιλήθηκαν με αγάπη και τον ξεπροβόδισε...........







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου