Τρίτη, 18 Φεβρουαρίου 2014

H ΚΥΡΑ ΤΟΥ ΚΑΜΠΟΥ - Πόλεμος 7

Στις 27 Οκτωβρίου του 1940 ο Γκράτσι, πρέσβης της Ιταλίας στην Αθήνα,παρέθετε δεξίωση σε πολιτικούς, διπλωμάτες, στρατιωτικούς αλλά και πολλούς κοσμικούς της Αθήνας. Η σαμπάνια έρεε άφθονη, τα Ιταλικά εδέσματα είχαν την τιμητική τους στο μπούφε του οικοδεσπότη. Οι φασιανοί είχαν ψηθεί σε σούβλες και είχαν διακοσμηθεί με τα φτερά τους στις πιατέλες, τα γουρουνόπουλα σερβιρίστηκαν με πατάτες πάνω σε τεράστιες γυάλινες πιατέλες μουράνο και οι αστακοί κρεμόταν σε ασημένιες εταζέρες πλαισιωμένες από ψητές γαρίδες. Οι μάγειροι είχαν φορέσει λιβρέες και έκοβαν τα κρέατα με τα κοφτερά μαχαίρια τους για να χορτάσουν τους λαίμαργους επισκέπτες. Όταν πια είχαν χορτάσει, οι νεαροί άρχισαν το χορό της εποχής*, ενώ οι μεγαλύτεροι έκαναν πηγαδάκια και συζητούσαν για τα γεγονότα στα Βαλκάνια. Κανείς δε ήξερε ότι το τηλεγράφημα που στέλνονταν τμηματικά για να αποκρυπτογραφηθεί μέσα στο γραφείο του πρέσβη, είχε θέμα τον πόλεμο που ερχόταν μεταξύ Ιταλίας και Ελλάδας. Όταν έφυγαν οι καλεσμένοι του, ο Γκράτσι αναρωτήθηκε τη σκατά θα έλεγε στον Μεταξά όταν έφτανε σπιτι του, πήρε το τηλεγράφημα και ζήτησε από τον οδηγό του να πάνε στην Κηφισιά. Λίγες ώρες πριν είχε βρέξει δαιμονισμένα, μέσα στη παγωμένη ατμόσφαιρα της Αθήνας, κινούνταν αργά στους βρεγμένους δρόμους με κατεύθυνση την Κηφισιά το πολυτελές αυτοκίνητο της Ιταλικής πρεσβείας. Ο Εμμανουέλε Γκράτσι στο πίσω κάθισμα, συνοφρυωμένος και βλοσυρός, με το τελεσίγραφο στα γαντοφορεμένα χέρια του, το ξετύλιγε, το διάβαζε, ξανά και ξανά για να βρει τις λέξεις που θα έλεγε στον πρωθυπουργό μιας χώρας που ήθελε να ειναι ελεύθερη. Το αυτοκίνητο άραξε μπροστά στο σπιτι του Έλληνα πρωθυπουργού γύρω στις τρεις τα ξημερώματα.

Ο κήπος μοσχοβόλαγε βρεγμένο χώμα, ο παγωμένος αέρας, στροβίλιζε τα φύλλα πάνω στις πλάκες της εισόδου και η λυγαριά της αυλής λικνίζονταν μανιασμένα.  Η ατμόσφαιρα ήταν θολή από την ομίχλη, τα αδέσποτα σκυλιά αλυχτούσαν είχαν διαισθανθεί το κακό που έρχονταν.
Τα παράθυρα του σπιτιού ήταν σκοτεινά.
Οι οικογένεια του πρωθυπουργού, κοιμόταν από ώρα στο πάνω πάτωμα του σπιτιού, ενώ ο Τραυλός 
 (Ανθυπασπιστής υπηρεσίας, στην πρωθυπουργική κατοικία ) ήταν στον κήπο και περιφέρονταν άσκοπα, όταν  είδε το αυτοκίνητο του Γκράτσι ήταν πλέον αργά.
Ο  Γκράτσι ανέβαινε ήδη τις σκάλες. Η ανάσα του Γκράτσι πάγωσε στην ατμόσφαιρα καθώς ανάσανε βαθειά και σήκωσε το γιακά από το πανωφόρι του. Διάολε, μονολόγησε, ποιος δαίμονας ξεκινάει πόλεμο ενώ έρχεται χειμώνας; Με το μπαστούνι του χτύπησε δυνατά την πόρτα........
Ο Τραυλός,ανέβηκε τα σκαλιά της εισόδου λαχανιασμένος και αντίκρισε τον Γκράτσι.

- Τι θέλετε τέτοια ώρα εξοχότατε;
 Θέλω τον ίδιο τον πρωθυπουργό, εχω να του παραδώσω ένα μήνυμα,του απάντησε ο πρέσβης απότομα.

Ο Μεταξάς τον υποδέχθηκε με την ρόμπα του στο γραφείο του κάτω ορόφου.
Τι σας φέρνει στο σπιτι μου κύριε πρόξενε τούτην την ώρα; ρώτησε ο Μεταξάς;

Ο Ιταλός του έτεινε το τηλεγράφημα, εξοχότατε λυπάμαι για την ενόχληση, έπρεπε να σας το παραδώσω αμέσως!
Το τελεσίγραφο ήταν γραμμένο στα Γαλλικά και απαιτούσε την ελεύθερη διέλευσή του Ιταλικού στρατού στο Ελληνικό Βασίλειο, απαιτούσε από την Ελληνική κυβέρνηση να επιτρέψει στον Ιταλικό στρατό να καταλάβει τους λιμένες και τα Ελληνικά αεροδρόμια, προκείμενου να ανεφοδιαστεί στη συνέχεια ο Ιταλικός στρατός για να καταλάβει την Αφρική.

Ο Γκράτσι περίμενε υπομονετικά, χωρίς να μιλάει , μέχρι να διαβάσει το κείμενο ο Πρωθυπουργός.
Ανάκατα συναισθήματα σάρωναν τον Έλληνα πολιτικό, κάνοντάς τον να δακρύζει και να τρέμουν τα χέρια του. Περίμενε ένα χτύπημα στο βορρά από καιρό και προσπαθούσε να το αποφύγει.Ήξερε ότι ο Μουσολίνι ήθελε να "φάει" τα Επτάνησα, ήξερε ότι από τη στιγμή που πυρπόλησαν τον Αύγουστο το Έλλη στην Τήνο, τον προκαλούσαν ανοιχτά σε πόλεμο.
Γνώριζε τις προθέσεις των Γερμανών και των Βουλγάρων, είχε προετοιμάσει το στρατό της χώρας για επίθεση, είχε στείλει με όση μυστικότητα μπορούσε φύλλα πορείας για να κάνει μυστική επιστράτευση, αλλά ένα πόλεμο ήθελε αν ήταν δυνατόν να τον αποφύγει. Ακόμη μετρούσαν πληγές από τον πρώτο παγκόσμιο και το καταστροφικό πλήγμα στην Μικρά Ασία.

Σήκωσε το βλέμμα του προς τον Γκράτσι και είπε θλιμμένα : Alors, c'est la guerre" ( λοιπόν, αυτό σημαίνει πόλεμος)

Όχι απαραίτητα εξοχότατε, του απάντησε ο Γκράτσι.

Ο Μεταξάς κούνησε το κεφάλι με θλίψη λέγοντας.............. και όμως ειναι απαραίτητο!!

Δεν είχε την πολυτέλεια να ρωτήσει καν το Βασιλιά εκεινη την ώρα, δεν είχε την πολυτέλεια να ρωτήσει τους στρατιωτικούς του αρχηγούς, πήρε μόνος του την ευθύνη.

Πόλεμος λοιπόν, η φτώχεια πάλι θα υποφέρει, συλλογιστικέ σκυμμένος πάνω στο γραφείο του κοιτάζοντας το τηλεγράφημα.

Ο Γκράτσι έφυγε κάνοντας μια υπόκλιση, σιωπηλώς και στεναχωρημένος.

Ο Μεταξάς φώναξε τον Τραυλό για να κινηθεί αμέσως και να ενημερώσει τους στρατιωτικούς, κάλεσε εκτάκτως συμβούλιο κοντά το ξημέρωμα και κήρυξε γενική επιστράτευση.

Το χάραμα οι σειρήνες έφερναν το κακό μαντάτο σε κάθε πόλη σε κάθε χωριό της Ελλάδας.

Ο εκφωνητής του ελληνικού ραδιοφώνου Κώστας Σταυρόπουλος εκφωνεί το πρώτο στρατιωτικό διάγγελμα....
«Αἱ ἰταλικαὶ στρατιωτικαὶ δυνάμεις προσβάλλουσιν ἀπὸ τῆς 05:30 ὥρας τῆς σήμερον τὰ ἡμέτερα τμήματα προκαλύψεως τῆς Ἑλληνοαλβανικῆς Μεθορίου. Αἱ ἡμέτεραι δυνάμεις ἀμύνονται τοῦ Πατρίου ἐδάφους.»

Ο κοσμάκης ξεχύθηκε στους δρόμους με το ξημέρωμα, οι σειρήνες ούρλιαζαν κάθε τόσο το θλιβερό μήνυμά τους, το ράδιο εμψύχωνε το λαό με εμβατήρια, οι μάνες ξεπροβόδιζαν τα παλικάρια, οι γυναίκες έριχναν από τα παραθύρια τρόφιμα, ρούχα, κουβέρτες. Η Αθήνα γίνηκε ανθρώπινο ποτάμι,τα τρένα στο σταθμό φίσκα με άντρες κάθε ηλικίας, οι γυναίκες φώναζαν ευχές, έδιναν φυλαχτά, εικόνες, γάζες, ότι είχαν πρόχειρο στις τσάντες τους, παιδιά αγκάλιαζαν και φιλούσαν τους πατεράδες, οι γριές τους σταύρωναν και έριχναν νερό για καλό κατευόδιο.

Στα χωριά της Ηπείρου οι καμπάνες χτυπούσαν πένθιμα, οι γέροι βγήκαν να προϋπαντήσουν το στρατό που θα οδηγούνταν με μουλάρια στα σύνορα. Οι στρατιώτες που βρίσκονταν στα σύνορα μάχονταν με τον εχθρό από τις πρώτες πρωινές ώρες. Παλικάρια από τη Θεσσαλία και την Ήπειρο, έφταναν συνεχώς στα σύνορα της Αλβανίας, ανάμεσά τους και ο Αναστάσης Βεργάς, μαζί με άλλους χωριανούς του. Λοχαγός τους ο Δημήτρης Κασλάς από το 5 Σύνταγμα πεζικού Τρικάλων.

Οι Έλληνες στρατιώτες, έδιναν τον καλύτερο εαυτό τους, αν και οι συνθήκες στο στρατό ήταν άθλιες, οι στολές τους μουσκεμένες από την συνεχή χιονόπτωση, λιωμένες από τις συνεχόμενες αναρρίχησις στα βράχια και τα χιονισμένα βουνά της Πίνδου, οι αρβύλες σκίζονταν και τα ποδάρια τους πάγωναν από τα χιόνια του Οκτώμβρι. Όσο περνούσαν οι μέρες, οι γυναίκες της χώρας, κυρίως από την Ήπειρο και τη Θεσσαλία, φορτώνονταν ολάκερα φορτία στην πλάτη με τρόφιμα, φλοκάτες και υφαντές κάπες. Παρόλα αυτά, οι φαντάροι πεινούσαν και κρύωναν φοβερά, τους μοίραζαν κουραμάνες να χορτάσουν την πείνα τους, το νερό ανύπαρκτο. Οταν έβρισκαν λίγο νεράκι μέσα σε γούρνες που είχαν ανοιχτεί από οβίδες, έβαζαν γάζες για να το φιλτράρουν, όμως τις περισσότερες φορές είχε αίμα και χώμα. Να ανάψουν φωτιά απαγορευόταν ρητά για να μην τους αντιληφθεί ο εχθρός, ετσι δε μπορούσαν να βράζουν λίγο χιόνι για να το κάνουν πόσιμο νερό, έβαζαν χούφτες χιονιού μες το στόμα για να ξεδιψάσουν το φλογισμένο λαρύγγι τους.

Ο Μουσολίνι είχε λυσσάξει, ήθελε να παρελάσει στη Αθήνα με το στρατό του μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα, το τι έγινε πάνω στα Αλβανικά σύνορα δε περιγράφεται μέσα σε λίγες σελίδες κανενός βιβλίου. Φαντάροι που κρατούσαν σημειώσεις για τις μάχες έστελναν πληροφορίες στις ελληνικές εφημερίδες με γράμματα τρεμάμενα από το φόβο και την εξάντληση.Ο ίδιος ο Μουσολίνι έφτασε αεροπορικός στην Αλβανία για να αναλάβει προσωπικά την να εμψύχωση του στρατού του.

Με αναλογίες έναν προς τρεις οι Έλληνες πολεμούν εναντίον των Ιταλών.Τα εχθρικά αεροπλάνα βομβαρδίζουν το ύψωμα 731 με δεκάδες αεροπλάνα και κανόνια, χιλιάδες Ιταλοί γαζώνουν με πολυβόλα τις φτωχές Ελληνικές δυνάμεις.

Οι Έλληνες είχαν πεισμώσει, μάχονταν για την ελευθερία της γης τους, τσοπάνηδες και αγρότες του κάμπου ήσαν οι περισσότεροι από δαύτους, ψειρισμένοι από την απλυσιά, κοιμόταν μέσα σε λαγούμια και εκεί έκαναν την σωματική τους ανάγκη, μέσα στην κρυψώνα τους. Δεν άφηναν το πολυβόλο ούτε λεπτό, τα πολυβόλα έκαιγαν σαν φωτιά, τα κατουρούσαν για να κρυώσουν και τα ξαναγέμιζαν για να σκοτώσουν κι άλλους κι άλλους!

Ο Κασλάς αξιωματικός με πείρα από τις μάχες στην Μικρά Ασία και ηρωική ψυχή, είχε δώσει διαταγή να μην υποχωρήσει κανείς από το ύψωμα 731, αλλιώς ο ίδιος θα χτυπούσε στο ψαχνό όποιον έφευγε από τη μάχη. Μόνο πάνω από τα πτώματα μας θα περάσουν οι Ιταλοί, είχε φωνάξει. Μάχεται και ίδιος δίπλα στα παλικάρια του χωρίς κανένα δισταγμό. Ο Διοικητής του Αναστάση, Κουτρίδης, τραυματίζετε στον αριστερό ώμο του αλλά παραμένει στην πρωτη γραμμή. Αντί να πάει στο ιατρείο,έμεινε στη μάχη, βγήκε μπροστά στα παλικάρια του και είπε στο νοσοκόμο να του στηρίξει το χέρι με ένα ξύλο για να μπορεί να στήσει το πολυβόλο. Έπεσε κατάχαμα πίσω από ένα βράχο,ο Αναστάσης Βεργάς του έστησε το πολυβόλο για να σταθεροποιήσει το αριστερό χέρι πάνω σε ένα κούτσουρο, έριξε πάνω ένα τομάρι από αρνί για να μην πονάει ο πληγωμένος αγκώνας του και άρχισε να ρίχνει με το δεξί, τα μάτια του έβγαζαν φωτιές, όπως και το πολυβόλο που σκορπούσε θάνατο στους απέναντι.

Σαν ένιωσε τις δυνάμεις του να τελειώνουν, άφησε το πολυβόλο και έδειξε το ντορβά με τις χειροβομβίδες στον Αναστάση πάρε και ρίχνε, βόηθα με, πες στα παιδιά να μην υποχωρήσουν για κανένα λόγο δε μπορώ να φωνάξω πονάω. Μάχη, φωτιά, λάσπη, καπνοί, αίμα!

Τυλιγμένοι με τα πλεκτά των γυναικών τους γιατί το κρύο τρυπούσε κόκαλα, έσκαβαν το χιόνι και έκαναν τρύπες να χωθούν μέσα γεμίζοντάς τες με κλαριά δέντρων, οι γεροντότεροι μάζευαν ότι δέντρα κατέρρεαν από τους βομβαρδισμούς και σκέπαζαν με αυτά τα λαγούμια τους. Ήταν αναγκασμένοι να μένουν κατάχαμα για να μην τους βρίσκουν τα βλήματα, γίνηκαν αγρίμια που μάχονταν σθεναρά στην πρωτη γραμμή. Τα αεροπλάνα του Ντούτσε έριχναν αβέρτα το θάνατο από τον ουρανό, οι απέναντι γάζωναν και τα κανόνια άνοιγαν τρύπες στη γη. Όλο το ύψωμα ήταν μέσα στον καπνό, με σπαρμένα πτώματα, ένα απέραντο σφαγείο ανθρώπων. Η αλήθεια ειναι, ότι όλος αυτός ο σαματάς που έκαναν οι Ιταλοί πετώντας βλήματα και πυροβολώντας άσκοπα, τους έδινε χρόνο να οργανώνονται πίσω από τα βράχια ή να ανοίγουν λαγούμια,για να κρυφτούν.

Ο Ελληνικός στρατός αντεπιτέθηκε δυναμικά τον πρώτο καιρό, μέχρι το Δεκέμβριο του 1940 μπόρεσε να καταλάβει το ένα τέταρτο του Αλβανικού εδάφους. Ως το Μάρτιο του 1941 γινόταν συνεχόμενες μάχες ανάμεσα στα δυο στρατεύματα, μα ύστερα πλάκωσαν και οι Γερμανοί απ το βορρά. Λίγες μέρες πριν το Πάσχα, στις έξι του Απρίλη 1941 χτύπησαν την Μακεδονία και τη Θράκη οι Γερμανοί.Ήρθε ο θάνατος απ το βορρά,ντυμένος με γκρι χλαίνες και θέρισε παλικάρια. Οι Γερμανοί είχαν ατέλειωτες προμήθειες και εξοπλισμό. Η κάθε σφαίρα πρεπει να σκοτώνει, το αίμα πρεπει να παγώνει, αυτή ειναι η κατάρα του πολέμου και η διαταγή κάθε Γερμανού αξιωματικού.

Ο Αναστάσης Βεργάς εξακολουθούσε να βρίσκετε στην πρώτη γραμμή, με άλλους δεκαπέντε χιλιάδες φαντάρους.Έβλεπε συνάδελφους να πέφτουν νεκροί δίπλα του,άρπαζε το όπλο τους, έκλεινε τα μάτια τους με χέρι που έτρεμε και συνέχιζε να ρίχνει βολές. Σαν σκοτείνιαζε έβγαινε απ το ταμπούρι του και έψαχνε τα νεκρά πτώματα των Ιταλών. Έπαιρνε τα όπλα,τα άρβυλα και τα ρούχα τους, αφήνοντάς τους ξεβράκωτους.Ταμπουρωμένος πίσω από ένα χοντρό κορμό που είχε πέσει από τους όλμους των Ιταλών, είχε μαζέψει στο ταμπούρι του επτά M1, ένα πολυβόλο MKI εγγλέζικο που είχε φέρει ο Μυσίρης (υποδιοικητής του τάγματος στην Πίνδο) και έριχνε στον εχθρό,μα ταυτόχρονα προσευχόταν να πεθαίνουν χωρίς να βασανίζονται αυτοί που λαβώνονταν από το χέρι του.Μόλις έπεφτε το σκοτάδι και ησύχαζαν οι βολές, έβγαζε μέσα από τον κόρφο του ένα μπουκαλάκι πλακέ με τσίπουρο, έπινε δυο γουλιές ίσα που να ζεσταθεί και έκλεινε τα μάτια του αγκαλιά με το πολυβόλο. Αν δε τον ξύπναγε πυροβολισμός, τον ξύπναγαν οι εφιάλτες, τα νεκρά μάτια των φίλων του,οι φωνές των Ιταλών αιχμαλώτων που ζητούσαν βοήθεια και νερό Aqua aqua ,mama μέχρι που έσβηναν για πάντα. Μια δρασκελιά ο ένας σχεδόν δίπλα στον άλλο οι φαντάροι, μα ο καθένας μόνος, πολεμούσε να σώσει τη ζωή του,γιατί σαν βρεθείς στη μάχη, θες να σώσεις τον εαυτό σου,ο φόβος για τη ζωή που θα χάσεις, σε κάνει να αμύνεσαι, να γίνεσαι σκληρός,απάνθρωπος. Την ώρα της μάχης δε θυμάται κανείς τίποτα, ούτε μάνα,ούτε αδέρφια, ούτε καν την πείνα του. Όπλο και άντρας γίνονται ένα, οσφραίνεται τον εχθρό και ρίχνει τυφλά, μέχρι να ακούσει πως πέθανε εκείνος που τον σημάδευε.

Οι Γερμανικές δύναμης που ανέλαβαν να χτυπήσουν την Ελλάδα στο βορρά ήταν τεράστιες, 180.000 άνδρες με ανεβασμένο το ηθικό τους,νταβραντισμένοι και καλοταϊσμένοι! Ο στρατάρχης του τρίτου Ράιχ ήθελε να βρεθεί στην Αθήνα σε μια εβδομάδα το πολύ.

Στο Μπέλες οι μάχες κράτησαν μια μέρα, το οχυρό παραδόθηκε στις φλόγες από την βενζίνη που εκτόξευαν οι Γερμανοί. Μέχρι της οκτώ του μήνα τα παλικάρια στα οχυρά έδιναν μάχες κορμί με κορμί,θέλοντας να επαναλάβουν το θαύμα των Ελληνοαλβανικών συνόρων, σαν είδε όμως ο Μπακόπουλος ( διοικητής του ΤΣΑΜ ) ότι ήταν ανώφελο να θυσιάσει και άλλους, αποφάσισε να συνθηκολογήσει με τους Γερμανούς. Στις 9 του Απρίλη ο Ελληνικός στρατός παραδόθηκε και άρχισε η προέλαση των Γερμανών προς το Νότο της χώρας.

Ο Ελληνικός στρατός άρχισε να υποχωρεί από τα Αλβανικά εδάφη για να μην περικυκλωθεί από τους Γερμανούς που υπερείχαν σε εξοπλισμό και ανθρώπινες δυνάμεις.Έδιναν μάχες κάθε ώρα, μέχρι τη μέρα της συνθηκολόγησις με τους Γερμανούς στις 20 του Απρίλη και ύστερα ακολούθησε η συνθηκολόγηση και με την Ιταλία.

Το Μπούμπεσι αιματοβαμμένο, οι τραυματίες δεκάδες, όμως οι ηρωικές μάχες έπρεπε να ξεχαστούν και να υποχωρήσουν. Κορμιά ξεψυχισμένα και άθαφτα, ανάσκελα μέσα στα βουνά,πολλά παλικάρια έχασαν ποδάρια και χέρια από χειροβομβίδες, η ντροπή της συνθηκολόγησης δεν αντέχονταν από τα παιδιά του πέμπτου συντάγματος που πολέμησαν στα σύνορα της Αλβανίας.

Δεν ήθελαν αυτή την υποχώρηση, ούτε ήθελαν να παραδώσουν τα όπλα, τραβούσαν αργά το δρόμο του γυρισμού, μιας και η διαταγή έλεγε υποχώρηση. Οι περισσότεροι που μάχονταν στην Αλβανία, ήσαν Θεσσαλοί και η επιστροφή γινόταν μέσα από τα στενά του Κόζιακα με κατεύθυνση τα Τρίκαλα και το Μουζάκι. Σέρνανε τα βήματα με τις τρύπιες αρβύλες,πολύ περπατούσαν με τυλιγμένα κουρέλια στα ποδάρια,ή τύλιγαν προβιές για να μην περπατούν εντελώς ξυπόλυτοι,οι τραυματίες έσερναν τις πατερίτσες και περπατούσαν τρέμοντας από το κρύο και τον πυρετό που τους έζωνε. Στον Κόζιακα αν δε πιάσει Μάης το χιόνι δε λιώνει, παρέες παρέες σιωπηλοί προχώραγαν κατά τον κάμπο. Σαν αντάμωναν ποτάμι έπεφταν στα γόνατα και έπιναν πεσμένοι με τη μούρη πάνω στο νερό,προχωρούσαν σαν αγρίμια,οσφραινόταν τον κίνδυνο και χώνονταν μέσα σε θάμνους, φοβόταν μην πιαστούν αιχμάλωτοι, καθώς δεν εμπιστευόταν τη συμφωνία των Γερμανών. Σκίζανε τα ήδη κατεστραμμένα ρούχα τους για να δέσουν τραύματα και πάλι έπαιρναν το δρόμο για τα Τρίκαλα.

Ο Αναστάσης μετά την υποχώρηση και την συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς, είχε γυρίσει πίσω στο αρχοντικό με πυρετό,ταλαιπωρημένος και πικραμένος με την έκβαση του πολέμου. Καρδιά δε του έκανε να δουλέψει στο κτήμα, άφηνε τις γυναίκες του σπιτιού,να τον κακομαθαίνουν με καλοπιάσματα,με τσίπουρο και καπνό προσπαθούσε να ξεχάσει τις μάχες και τα νεκρά μάτια που είχε δει τους τελευταίους έξι μήνες.Τις νύχτες ξύπναγε καταϊδρωμένος και φώναζε βρισιές κατά των Ιταλών και ξαναζούσε τις ώρες της μάχης. Σαν σουρούπωνε μαζεύονταν γύρω από τη φωτιά με τις γυναίκες του σπιτιού να πλέκουν και εκείνος να τους διηγιέται όσα περασε.

Έτσι κάθονταν και εκείνο το βράδυ μπροστά στο τζάκι, σκυθρωπός, με τη χλαίνη στους ώμους. Σκάλιζε τη φωτιά και ζέσταινε τα ποδάρια του παίζοντας με τις φλόγες, ποτέ δε θα χορτάσω τη φωτιά,μάζεψα τόσο κρύο εκεί απάνω, έδειξε με το κεφάλι το βορρά προς τον Κόζιακα*, δε πρόλαβε να αποσώσει την κουβέντα του και χτύπησε δειλά το ρόπτρο της εξώπορτας. Η Κωστάντου πήγε να ανοίξει, ο Αναστάσης της άρπαξε το χέρι, που πας μαρί, τρελάθηκες; σε πόλεμο είμαστε,ποιος ανοίγει πόρτα τέτοια ώρα; Και αν ειναι κάνας χριστιανός; να μη δω, τον ρώτησε. Κάτσε κάτω και σβήσε τη λάμπα τη διέταξε άγρια, αλλά μετάνοιωσε και της χάιδεψε το κεφάλι, φοβάμαι Κωστάντου πρέπει να φυλαγόμαστε κυρά μου. Το ρόπτρο ξαναχτύπησε άλλες δυο φορές, ο Αναστάσης άρπαξε το όπλο του και τράβηξε για την πόρτα.

Ποιος ειναι; ρώτησε φοβισμένος.

Ανοίξτε αδέρφια, Έλληνες είμαστε , ακούστηκε από έξω, ο Αναστάσης αναγνώρισε στη φωνή το καραγκούνικο ιδίωμα.

Άνοιξε το πορτόφυλλο και είδε ένα παλικάρι ψηλό και λιγνό σαν κυπαρίσσι, τι σκατά θες τέτοια ώρα στη ρούγα μου πως μπήκες μέσα;

Κρύψε μας, μας κυνηγάνε, σκαρφάλωσα το μαντρότοιχο και μπήκα, είμαστε επτά νομάτοι, σε ικετεύω κρύψε μας.

Ο Αναστάσης άνοιξε την πόρτα, τα παλικάρια μπήκαν στο σπιτι μούσκεμα απ τη Απριλιάτικη βροχή.

Έτρεμαν απ το κρύο και το φόβο.Το παλικάρι που του είχε μιλήσει στην πόρτα άπλωσε το χέρι στον Αναστάση.Γεια με λένε Στέφανο Καψάλη.

Σκελετωμένο μούτρο με ένα παλτό ίσα με δυο νούμερα μεγαλύτερο, μούσκεμα από τη βροχή, με μάτια να γυαλίζουν από πυρετό, το παλικάρι δε θα ήταν πάνω από είκοσι ετών.

Τι πάθατε, πως βρεθήκατε εδώ τέτοια ώρα; τον ρώτησε ο Αναστάσης.

Εγώ και οι παρέα μου ληστέψαμε από ένα Γερμανικό φορτηγό τρόφιμα και όπλα και μας πήραν χαμπάρι.Έξω απ την Καλαμπάκα.Ήταν σταματημένο κάτω από μια σκαμνιά και κοιμόταν,εμείς ήμασταν επτά, μπήκε ο ένας πίσω στην καρότσα και ότι βρήκε το έριχνε έξω σε μας. Εμείς είχαμε κάνει μια σειρά και τα ρίχναμε μέσα στον θάμνους στο ανάχωμα του δρόμου.

Ένα όπλο έπεσε πάνω σε ένα άλλο και έκανε φασαρία, ξύπνησε ο οδηγός και μας είδε απ τον καθρέφτη, εγώ του έριξα με το πιστόλι και τον σκότωσα, ύστερα ξύπνησε και ο άλλος και άρχισε να ρίχνει, ήταν μόνος του όμως, εμείς προλάβαμε να μπούμε στο χαντάκι και από εκεί κόψαμε δρόμο μέσα απ τα χωράφια. Κρυβόμασταν μες το ποτάμι όλη μέρα και ύστερα σαν νύχτωσε βγήκαμε και φτάσαμε ως εδώ.Καλά μωρέ τι αποκοτιές ειναι τούτες, εδώ ολόκληρος στρατός υποχώρησε, εσείς μικρά παιδιά πέσατε πάνω τους; Είπε ο Αναστάσης.

Εμείς πολεμήσαμε, ήμασταν στα σύνορα, καρδιά δε μας κάνει αδερφέ να κρατάν τον τόπο μας οι Γερμανοί.Μονάχοι τους ήτα, μόνο δυο!!! Είπαμε να πάρουμε μόνο φαΐ, μα σαν βρήκαμε όπλα τα πήραμε.

Δεν ξέρουμε αν ο άλλος που μας κυνήγησε, κατάφερε να μας φτάσει ως το ποτάμι, σου είπα, κόψαμε μέσα απ τα χωράφια, οι λεύκες μας έκρυβαν και μετά φτάσαμε στο ποτάμι, αυτός δε φάνηκε πουθενά,αλλά να γυρίσουμε στην Καλαμπάκα φοβόμαστε, δε ξέρουμε κατά που τράβηξε αυτός.

Στα Τρίκαλα έχει Κομαντατούρ και στρατό πολύ, κρύψε μας λίγο καιρό, να ξεχαστεί. Μπορεί αν μας δει τώρα κοντά να μας γνωρίσει.

Ο Αναστάσης δε πρόλαβε να πει τίποτα, ένα απ τα παλικάρια έπεσε κατάχαμα λιπόθυμο.
Ο Αναστάσης με το Στέφανο τον σήκωσαν και τον έβαλαν να καθίσει στην πολυθρόνα, ήταν μούσκεμα μέχρι το κόκαλο.Πανάθεμα σας θα με βάλετε σε περιπέτειες, στρωθείτε όλοι και οι γυναίκες θα σας φέρουν αλλαξιές να μην αρρωστήσετε.

Η Κωστάντου άναψε πάλι τη λάμπα, η Μυρτώ έριξε ξύλα στο μπουχαρί να δυναμώσει τη φωτιά και τράβηξε αθόρυβα στο μαγερειό, να βράσει νερό να τοιμάσει τίλιο και γάλα. Οι Άντρες μπήκαν στο σπίτι του Αναστάση και το αρχοντικό γέμισε αρβύλες και μουσκεμένες χλαίνες που βρώμαγαν . Καρδιά δε έκανε του Αναστάση να τους αφήσει έξω στη βροχή και νηστικούς, μαλακός ήταν στην καρδιά από παιδί. Η Μυρτώ πήγε στο κατώι, τράβηξε με όλη τη δύναμή της το αμπάρι με το στάρι, άνοιξε το πορτάκι που ήταν χωμένο μέσα στον τοίχο. Εκεί φίλαγαν τις λιγοστές προμήθειες τους, πήρε λουκάνικα, λαρδί, λίγες τσιγαρίδες με λύπα και σπανάκι, έσυρε πάλι το αμπάρι σπρώχνοντάς το με την πλάτη και ανέβηκε να ετοιμάσει φαΐ για τους φουκαράδες που μπήκαν στο σπιτικό τους. Με γρηγοράδα οι δυο γυναίκες έκοψαν ψωμί και έβαλαν στη φωτιά τη λύπα να κάψει με τις τσιγαρίδες,άλειψαν τα ψωμιά με λίγο από το μείγμα, γέμισαν κανάτες με γάλα και πήραν τα τσίγκινα πιάτα που είχαν για τους βοσκούς και τους εργάτες του κτήματος, μπήκαν στη σάλα να μοιράσουν στα παλικάρια ότι είχε το σπιτικό τους.

Το γάλα στα πιάτα το ανακάτεψαν με ψωμί και το έφαγαν αμίλητοι σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, οι περισσότεροι πνιγόταν από τη βιασύνη τους. Ο Αναστάσης δε μίλαγε, γέμιζε τα ποτήρια με τσίπουρο να τους δώσει να ζεσταθούν γιατί οι περισσότεροι έτρεμαν. Οι γυναίκες πηγαινοέρχονταν στο μαγερειό με πιάτα και ταψιά σαν παλαβές,ευχαριστούσαν ακόμη και τον πεθαμένο Τσαούση που είχε φτιάξει μέσα στο μαγερειό τουλούμπα με τρεχούμενο νερό και δίπλα κλειστό το πλυσταριό. Αμίλητες έκαναν τα πάντα, έβαλαν νερό στο καζάνι, έβρασαν νερό σε κατσαρόλες ,ακόμη και στο μεγάλο τζάκι της σάλας έβαλαν νερό να βράζει.Έτρεμε η ψυχή τους από φόβο να μην δουν οι Γερμανοί τον καπνό να βγαίνει από όλα τα φουγάρα του αρχοντικού και μυριστούν τίποτα. Παρακαλούσαν να μην περάσει καμιά περίπολος και μυρίσει καλοψημένο φαΐ. Σαν απόφαγαν όλοι, τους έδωσαν πετσέτες και σαπούνια ,καθαρό πετρέλαιο να τριφτούν να φύγει η ψείρα και να πλυθούν δυο δυο μέσα στο πλυσταριό που έβραζαν τα δυο καζάνια με το νερό. Να αφήσετε έξω τα ρούχα σας, είπε η Κωστάντου μαλακά με αγάπη στα παλικάρια, ως το πρωί να τα κάψω σιγά σιγά, ο Αναστάσης θα σας δώκει ότι έχει, να ντυθείτε,μη σας πάρει μάτι κάνας Γερμανός με αυτά τα ρούχα. Χράμια και κουβέρτες έγιναν στο πάτωμα της σάλας το στρώμα των φαντάρων.Έκανε το σταυρό της η Κωστάντου και μνημόνευε τη συχωρεμένη τη μάνα της Μαρουσιάνας που με το μαλλί των προβάτων είχε κάνει δεκάδες κουβέρτες και τώρα είχαν να δώσουν κάτι σε όλους τους άντρες. Σαν ξημέρωσε οι γυναίκες και ο Αναστάσης, βγήκαν και έκαναν τις δουλειές του σπιτιού κανονικά να μην δώσουν αφορμή για σχόλια σε κανέναν, ήρθαν οι παραγιοί και πήραν τα ζωντανά για βοσκή, η Κωστάντου τους είπε να μη γυρίσουν το μεσημέρι για φαΐ, τους έδωσε από ένα ντορβά με ψωμοτύρι και ένα παγούρι νερό και τους έστειλε στο καλό λέγοντας, σήμερα έχουμε πλύση και νοικοκύρεμα, ο κύρης περιμένει μουσαφίρηδες και εχω δουλειές να κάμω, από ταχιά όμως θα σας φιλέψω πάλι το γιόμα. Τις γυναίκες που βοηθούσαν στο σπίτι τις παρακάλεσε να πάνε όλες στο εργοστάσιο να κάμουν μακαρόνια και χυλοπίτες και το βράδυ να τα βάλουν σε σακιά να τα πάει ο κύρη της στα Τρίκαλα παραγγελιά στους Γερμανούς της Κομαντατούρ.

Μια εβδομαδα ο Αναστάσης μαζί με το Στέφανο Καψάλη, έφευγαν ξημέρωμα με το κάρο του φορτωμένο τσουβάλια με βρώμικο μαλλί προβάτων,τυριά μέσα σε βαρέλια ξύλινα και παλικάρια, ένα κάθε φορά, μην τυχόν και τους πιάσουν και αφανιστούν όλοι μαζί. Πήγαινε μέχρι το κονάκι του παππού του στα Στουρναρείκα ψηλά στον Κόζιακα, άδειασε σχεδόν όλες τις προμήθειες του σπιτιού του εκεί. Όταν έβρισκε μπλόκα με Γερμανούς τους έλεγε, πάω με τον παραγιό μου να πλύνω τα τομάρια επάνω στο νερόμυλο, στο γυρισμό θα σας δώκω καθαρά να ζεσταθείτε και εσείς λίγο βρε φουκαράδες. Να πάρτε έλεγε, που ψόφο κακό να έχετε και μοίραζε αβέρτα τα καρβέλια με ζυμωμένο ψωμί,τυρί,χυλοπίτες, πάρτε βρε αχαΐρευτοι, πάρτε να φάτε τους έλεγε με χαμόγελο και συνέχιζε το δρόμο, στο γυρισμό όντος τους έδινε πλυμένα τομάρια υγρά ακόμη από τα νερά, ετσι γλύτωνε τον έλεγχο , οι Γερμανοί συχαίνονταν τα λερωμένα τομάρια των προβάτων,αλλά τα καθαρά τα δεχόταν ευχαρίστως και του ζητούσαν και αρνιά για να περιδρομιάσουν. Ο Αναστάσης όλη την περίοδο του πολέμου ποτέ δεν τσιγκουνεύτηκε με τον εχθρό, απεναντίας τους τάιζε, τους καλούσε στο αρχοντικό, τους έδινε τρόφιμα και μπόλικο κρέας και στο δωμάτιο του Τσαούση φιλοξένησε τον Γερμανό Ταγματάρχη Χάγκεμανν για πέντε μήνες.Ο Αναστάσης τους έδινε ότι είχε καλύτερο για να μην πειράξουν το χωριό και να έχει τη κυριότητα της περιουσίας του, με το πρόσχημα ότι εκείνοι δε μπορούσαν να φροντίζουν ως στρατιωτικοί τα ζώα, ούτε και το εργοστάσιο με τα ζυμαρικά.Τους έλεγε λοιπόν, ότι αν οι χωρικοί θα ένοιωθαν ασφαλείς θα δούλευαν με χαρά για εκεινους. Τους έκανε να πιστέψουν πως θα ήταν προς όφελος του Γερμανικού συντάγματος στη Θεσσαλία, διότι θα είχαν άφθονα ζυμαρικά ,κρέας και γάλα κάθε μέρα και οι γυναίκες θα τους μαγείρευαν σπιτικό φαγητό. Απ τη άλλη έπαιρνε το χρηματικό ποσό που του έδιναν για τις προμήθειες και ευχαριστιόταν που τους είχε στο χέρι και ταυτόχρονα είχαν δουλειά και οι χωριανοί του.

Έτσι λειτουργούσε το εργοστάσιο,έδινε στη ζούλα ζυμαρικά στις γυναίκες του χωριού, έπαιρνε για το σπιτι και ότι έμενε από τους Γερμανούς, το πούλαγε στα μπορντέλα και στα εστιατόρια της πόλης γιατί μόνο αυτοί πλήρωναν πλέον,κανείς δεν είχε δεκάρα!Οι τιμές των αγαθών είχαν φτάσει στα ύψη, στην πόλη, το ψωμί πουλιόνταν για 10 δραχμές η οκά, το λάδι δυο χιλιάδες, το κρέας 580 δραχμές και κανείς δεν ήξερε πόσο θα υπήρχε ακομη τροφή για όλους!!

Η προίκα της Μαρουσιάνας ξαναπήγε στο βουνό με σκοπό να ζεσταίνει τους άντρες που αποφάσισαν μαζί με τον Αναστάση να κρυφτούν στον Κόζιακα και να σακατέψουν όποιο Γερμανικό τάγμα περνούσε από εκεί, ενάντια στην απόφαση της κυβέρνησης για υποχώρηση και υποταγή στον εχθρό.Το αίμα που είχε χυθεί και τα άθαφτα παλικάρια στην Αλβανία δε άφηναν τους υπόλοιπους να κοιμηθούν ήσυχοι στα σπιτικά τους.

Τρία χρόνια ο Αναστάσης πηγαινοερχόταν στον Κόζιακα,η Μυρτώ και η Κωστάντου, μπάλωναν έπλεναν και φρόντιζαν νύχτα τους άντρες και τους ξεπροβοδούσαν με γεμάτους τους ντορβάδες με τυρί και μπομπότα,ελάχιστο κρέας από ότι απόμενε ύστερα απ τις καθημερινές αρπαγές των Γερμανών. Το αρχοντικό δε επιτάχθηκε ποτέ,μόνο τρόφιμα έπαιρναν οι Γερμανοί όταν περνούσαν από εκεί. Έτσι γλίτωσε ο Αναστάσης,που έλειπε τάχαμ συχνά στα κοπάδια με τους βοσκούς,η Κωστάντου κουλάντριζε το κτήμα και η Μυρτώ το εργοστάσιο. Οι χωρικοί είχαν ορμηνευτεί να λένε ότι δε ξέρουν που ειναι τα αφεντικά, τον Αναστάση τον παρουσίαζαν σαν γιο της Κωστάντους.Για την Μαρουσιάννα κανείς δε μίλαγε,οι Γερμανοί δε ξέραν καν ότι υπήρχε και πως ζούσε στην Αίγυπτο.

Όταν ξεκίνησαν την αντίσταση με τους Γερμανούς, η Μυρτώ ανέβηκε στο βουνό να σταθεί στο Αναστάση και στους τραυματίες. Όλη νύχτα ξημέρωνε στα προσκέφαλα των τραυματισμένων άντρων, έγερνε λίγο το κορμί της πάνω στο χράμι της να κοιμηθεί να πάρει δυνάμεις και πριν ξημερώσει,σηκωνόταν να βράσει νερό να καθαρίσει την σπηλιά ,να πλύνει επιδέσμους να αρμέξει τις κατσίκες που είχε φέρει πάνω στο βουνό για να έχουν γάλα τα παλικάρια.

Έμαθε να βαστά όπλο και να κρατάει θέση στις μάχες, για να προλαβαίνουν τα παλικάρια να γεμίζουν τα όπλα τους. Κατέβαινε όλο το δρόμο ίσα με το χωριό, κάνοντας την κουτσή και τραβώντας ένα γαϊδούρι φορτωμένο με ξύλα που έκοβε στο βουνό να τα πάει στη μάνα της.

Από πάνω ξύλα, από κάτω γράμματα για τις φαμελιές των ανταρτών.

Πήγαινε λίγο στο χωριό να ξεκουράσει τη μάνα της από τις πολλές δουλειές στο κτήμα,να φανεί στο εργοστάσιο πως κουμαντάριζε τις εργάτριες για τα μάτια των Γερμανών.Ύστερα φόρτωνε ξανά το γαϊδούρι, βάζοντας κάτω απ το σαμάρι απλωμένες φέτες λαρδί για φάνε τα παλικάρια. Τα καλά κομμάτια των χοιρινών που σφάζανε τα παίρναν οι Γερμανοί, μόνο το λαρδί έκρυβαν, γέμιζε με σφαίρες τα καλάμια, τις σφαίρες τις έφερνε η Ανθή απ την Αθήνα, γέμιζε τους ντορβάδες δεξιά-ζερβά με τρόφιμα και τραβούσε πάλι για το βουνό.Τον ένα ντορβά τον χάριζε πάντα αν τις έκαναν έλεγχο οι Γερμανοί, τους έδινε πεσκέσι λαδόψωμο με δεντρολίβανο, ζυμωμένο με δηλητηριασμένα μανιτάρια και ελιές, τσίπουρο με γλυκάνισο και μπόλικη βρασμένη βαλεριάνα για να αποκοιμηθούν να κάνει τη δουλειά της. Πάνω πάνω έβαζε κάνα δυο κουβέρτες πως τις πάει τάχαμ για πλύσιμο στη νεροτριβή ψηλά στο Γοργογύρι, ένα χωριό στους πρόποδες του Κόζιακα. Εκείνη κράταγε δυο τρία καρβέλια ψωμί, που τα γέμιζε με γαλοτύρι, μέσα στο γαλοτύρι είχε πάντα και χειροβομβίδες για να έχει κάτι να προφυλαχτεί αν χρειαστεί να αμυνθεί γρήγορα. Τραβούσε πάντα το δρόμο της ήρεμη να πάει να πλύνει. Σαν νύχτωνε και άκουγε πως οι Γερμανοί είχαν πέσει ψόφιοι από το τσίπουρο για ύπνο, αντί να γυρίσει στο χωριό με τα πλυμένα χράμια, τραβούσε ίσα στο Κόζιακα για να την βρει το ξημέρωμα στο βουνό, να χαθεί μέσα στα έλατα και τις καστανιές του βουνού.

Πότε καμώνονταν ότι μαζεύει κουκουνάρες για τη φωτιά της, πότε ότι βγήκε για κάστανα και έδινε πεσκέσια στους Γερμανούς που αντάμωνε, κάνοντας την αλαφροΐσκιωτη ζητιάνα.

Ποτέ δε είχε πει σε κανεναν πόσους ξεπάστρεψε με τα ψωμιά και τις πίτες που έφτιαχνε, το θεωρούσε επικίνδυνο, ήθελε να ξέρει μόνο εκείνη τις πράξεις της, για να μην μπλέξει κανεναν αν τυχόν την υποπτεύονταν οι Γερμανοί.

Την έβλεπε ο Αναστάσης ετσι ταλαιπωρημένη και εξαντλημένη και πονούσε η ψυχή του.

Την σέβονταν πολύ τη Μυρτώ, μεγάλωσε δίπλα της, από τότε που μπήκε στο αρχοντικό μωρό με τη Μαρουσιάννα, την είχε πάντα σαν αδερφή, μαζί της πρωτόπαιξε στην αυλή, σε εκεινη πήγαινε όταν τον μάλωνε η μάνα του, με εκεινη πρώτο διάβασε. Τον στεναχωρούσε το γεγονός ότι δε παντρεύτηκε όπως άλλες όμορφες του χωριού και τώρα πια πατούσε τα τριάντα πέντε.

Αγέρωχη,σκαρφάλωνε στα βράχια σαν κατσίκι,έριχνε βόλια στον εχθρό σαν άντρας, χωρίς δισταγμό,κοιμόταν στα άχυρα καταγής χωρίς παράπονα και λόγια περιττά.Ότι έκανε το έκανε πάντα με λιγοστά λόγια η Μυρτώ.

Πόσο σε θέλω Μυρτώ, μονολογούσε κάθε φορά που την σκεφτόταν, είσαι το ταίρι μου,κερί και βούλα!!! Ύστερα πάλι ερχόταν στη σκέψη του το κακό, πως αν σκοτωνόταν σε καμιά μάχη ,δε θα προλάβαινε ποτέ να της πει ότι την αγαπάει και τη θέλει για γυναίκα του.Ναι η Μυρτώ ήταν άξια να γίνει κυρα του, ήταν δυνατή, έξυπνη , αγωνίστρια και όμορφη σαν άγγελος, όλη την αγαπούσαν στο χωριό, θα ήταν άξια κυρα στο σπιτι του, εξάλλου η Μυρτώ ήξερε να κρατά το σπιτι, εκεί μέσα μεγάλωσε,εκεί ανήκε. Πήρε την απόφαση να της το πει σα θα γύριζε απ το χωριό τούτη τη φορά.

Έβρασε λίγο νερό και άρχισε να ξυρίζετε και να πλένεται, έπλυνε μόνος του τα ρούχα του, τα άπλωσε στο βράχο και άναψε φωτιά να ζεσταθεί τυλιγμένος με ένα χράμι. Έκλεισε τα μάτια και ψιθύρισε το τραγούδι που του έλεγε η μάνα του όταν ήταν μικρός.Ξημέρωσε για τα καλά, ανέβηκε ο ήλιος στον Κόζιακα και εκεινη δε φάνηκε. Κάτι τον έτρωγε μέσα του, μπήκε στη σπηλιά και άνοιξε το σακίδιο, πήρε μια αλλαξιά καθαρά ρούχα,ντύθηκε, πήρε το όπλο του και ταμπουρώθηκε δίπλα από την μεγάλη καστανιά πάνω στο ξέφωτο που έβλεπε κάτω στον αυτοκινητόδρομο. Πριν ταμπουρωθεί είπε στα παλικάρια να έχουν το νου τους, γιατί η Μυρτώ δε φάνηκε, μη της συνέβη τίποτα. Άρχισε να γράφει στο ημερολόγιο..........
Άνοιξη του 42 / ο ήλιος μας ζεστάνει τη μέρα κομμάτι εδώ ψηλά και τις νύχτες ευτυχώς οι προβιές και το άχυρο μας κρατάν ζεστούς μες τις σπηλιές. Οι Γερμανοί έχουν μαζευτεί στις μεγαλουπόλεις και κάτω από τη γέφυρα της Πόρτας Παναγιάς, μάχη δε έγινε εδώ και μέρες,ίσως να φοβούνται τα νερά που κατέβασε το βουνό,λιώνουν τα χιόνια αβέρτα και το ποτάμι δε περνιέται με τίποτα. Μας σώθηκε η υπομονή και τα παλικάρια πεθύμησαν τις φαμελιές τους.Η Μυρτώ μας παραστέκεται δυο χρόνους τώρα. Έλιωσε η έρμη πάνω κάτω στις στράτες να μας κουβαλάει σφαίρες και προμήθειες.H μάνα μου δε ξανάρθε στην πατρίδα, μηδέ έλαβα γραμμα της.Ίσως να με θαρρεί νεκρό, ίσως πάλι η φαμελιά της να μην θέλει νταραβέρια με όλους εμάς που άφησε πίσω. Σήμερις εχω ένα κακό προαίσθημα,Φοβάμαι μην γίνει κάνα κακό "
Δεν πρόλαβε να αποσώσει τη γραφή του και άκουσε σφαίρες να σφυρίζουν, άκουσε τη Μυρτώ να φωνάζει..... "να πάρτε σκυλιά." Χώθηκε μέσα σε μια συστάδα και είδε τη Μυρτώ να τραβάει την περόνη από μια χειροβομβίδα από εκείνες που έκρυβε στο τυρόγαλο. Άκουσε το πολυβόλο των Γερμανών να ξερνάει θάνατο, η χειροβομβίδα έσκασε και οι Γερμανοί έγιναν ανάκατα κρέατα και χώμα, άρπαξε το όπλο, σύρθηκε μέχρι το βράχο και κοίταξε πίσω και πάνω απ την κρυψώνα του αν είχαν πάρει θέση μάχης τα παλικάρια. Έριχναν ασταμάτητα κάτω στην πλαγιά, προσπαθώντας να ανακόψουν τους Γερμανούς,αν τους έπιαναν ήταν όλοι χαμένοι. Η Μυρτώ δε φαινόταν, ακουγόταν μόνο η φωνή της.

Η γυναίκα είχε πληγωθεί στο αριστερό χέρι και στον ώμο, άφησε κάτω το δισάκι της και το έσπρωξε με το πόδι μακριά.

Με λάβωσαν,φώναξε καλυφθείτε, ειναι πολύ, έρχονται και άλλοι ξωπίσω.

Προσπάθησε να σηκωθεί, την βρήκε μια ακομη σφαίρα στο πόδι.Έπεσε μπρούμυτα, το πόδι της έγινε ασήκωτο, ο πόνος την τρέλαινε.Τελειώνω ψιθύρισε η γυναίκα, βοήθα Θεέ μου τον Αναστάση να σωθεί. Γύρισε ανάσκελα με τον πόνο στο πόδι και την πλάτη να την σφάζει, ξεκούμπωσε το φουστάνι στο στήθος της, πήρε της χειροβομβίδες και άρχισε να τις απασφαλίζει, άνοιγε και πέταγε όσο ποιο μακριά γινόταν, δε έβλεπε που έφταναν, έχασε τις δυνάμεις της έγειρε. Μυρτώ, τρέξε σε καλύπτω,της φώναξε ο Αναστάσης ρίχνοντας καπνογόνα και μια σφαίρα στο δρόμο κάτω απ το βράχο. Η Μυρτώ ακίνητη, το γαϊδούρι άφαντο, ο ντορβάς με το δυναμίτη που κουβαλούσε η γυναίκα, μισό μέτρο παραδίπλα της πεσμένο, οι Γερμανοί ανηφόριζαν με σκυλιά που έκαναν τρελό θόρυβο, σαν λυσσασμένοι έβριζαν και έδιναν διαταγές, ενώ ταυτόχρονα έψαχναν κάθε θάμνο και έριχναν με τα πολυβόλα ανάμεσα στα έλατα και τις καστανιές μανιασμένα. Lassen Sie sich (παραδοθείτε ούρλιαζε ο επικεφαλής).
Η Μυρτώ δε ζούσε πια, ο Αναστάσης το κατάλαβε, πέστε κάτω όλοι, φώναξε στα παλικάρια, κάντε το σταυρό σας να πετύχω το ντορβά ή θα πεθάνουμε όλοι. Έριξε μια σφαίρα δίπλα της για να δει αν κινηθεί έστω μια στάλα για να φυλαχτεί,τίποτα η Μυρτώ είχε σβήσει για πάντα.Τότε σύρθηκε μέχρι τον θάμνο που ήταν πάνω στο βράχο, το μονοπάτι από κάτω, γέμισε Γερμανούς που ανηφόριζαν ίσα στην κρυψώνα τους, τριάντα μέτρα τους χώριζαν πια, ή θα ζήσει ή θα πεθάνει μαζί της. Ελάτε ρε τομάρια φώναξε και σηκώθηκε όρθιος, τα παλικάρια του τον κάλυπταν μπαίνοντας στη μάχη χωρίς να φοβούνται, ήξεραν πως αν δε αγωνιστούν εκεινη την στιγμή, θα πεθάνουν μέσα στα επόμενα λεπτά ,έριχναν βροχή από σφαίρες στον δρόμο και γάζωναν όποιον μπορούσαν από τη θέση τους. Μόλις πλησίασαν οι Γερμανοί στη στροφή που ανέβαινε προς το σημείο που ήταν νεκρή η Μυρτώ, ο Αναστάσης δε δίστασε, έριξε μια σφαίρα στον ντορβά της Μυρτώς, άστραψε η πλάση, σείστηκαν τα πάντα, ο Αναστάσης βρέθηκε πεσμένος μπρούμυτα, χωμένος μέσα σε πέτρες και χώμα. Οι Γερμανοί έγιναν όλοι κομμάτια,τα δίκυκλα γίνηκαν σίδερα που καίγονταν και η βενζίνη μεγάλωνε τις φλόγες περισσότερο. Οι άντρες του έμειναν κρυμμένοι και παγωμένοι πάνω στο βράχο μπρούμυτα, περιμένοντας να καταλαγιάσει το κακό και η αντάρα . Η Μυρτώ δε υπήρχε, το σώμα της ήταν αδύνατων να αναγνωριστεί ανάμεσα σε τόσα διαμελισμένα κορμιά, ακόμη και όταν έκατσε η αντάρα της σκόνης και της φωτιάς δε την βρήκε πουθενά, είχε γίνει ένα με το χώμα, τις πέτρες των βράχων και τα κλαδιά που καίγονταν γύρω από τα κορμιά των εχθρών του. Ο ίδιος έμοιαζε με καλικάντζαρο γεμάτος με στάχτη, τα μαλλιά του ήταν ανασηκωμένα και καμένα.Τριγύρισε σαν παλαβός ανάμεσα στο χάος που είχε δημιουργήσει η εκτίναξη του δυναμίτη,με τα χέρια σαν σπασμένες φτερούγες και βλέμμα τρελού. Γονάτισε και ούρλιαξε,έπεσε μπρούμυτα κλαίγοντας σπαρακτικά, γιατί, γιατί, γιατί, ήταν η λέξη που έλεγε ψιθυριστά.Σήκω του φώναζαν οι άντρες του, ίσως έρθουν και άλλοι,δε έχουμε χρόνο, πάει χάθηκε Αναστάση,μη μας πάρεις στο λαιμό σου, πάμε να φύγουμε.Πήραν ότι γινόταν και ενώ ήταν μέρα, άρχισαν να περπατάνε σαν τρελοί το δρόμο της φυγής.

Πρέπει να εξαφανιστούμε Αναστάση δε μας χωράει ο τόπος,το βουνό ειναι παρελθόν, αν μας βρουν θα μας φάνε του είπε ο Λιάκος. Πήραν το δρόμο για την Άρτα και μετά για τα Γιάννενα.
Στο χωριό η Κωστάντου περίμενε μάταια την κόρη της, πέρασαν μέρες και δε φάνηκε η Μυρτώ, έβαλε το κακό με το νου της η Κωστάντου, σήκω έρμη μάνα και τράβα να βρεις το παιδί σου, είπε στον εαυτό της.Έφτασε ταλαιπωρημένη στα ριζά του χωριού,από εκεί φαινόταν το κονάκι του μπάρμπα Θύμιου, στο δρόμο τα δέντρα φαίνονταν καμμένα και στάχτες παντού, όταν έφτασε στον τόπο της μάχης, είδε τα κορμιά φαγωμένα από τα όρνια και σιδερικά κατεστραμμένα. Οι κατσίκες ήταν σε μια πλαγιά μονάχες και έβοσκαν,κάτι ρούχα ήταν απλωμένα πάνω σε ένα θάμνο.Πήγε κοντά να δει μήπως και αναγνωρίσει σε ποιον ανήκαν τα απλωμένα ρούχα. Άπλωσε το χέρι της τρέμοντας και άγγιξε τα ρούχα του Αναστάση. Πόσο φαρμάκι θα πιω μεγαλοδύναμε, έβγαλε ένα στεναγμό πόνου κοιτώντας τον ουρανό απελπισμένη, ποιον να κλάψω ποιον να μοιρολογήσω; αναρωτιόταν δυνατά.Εβγαλε το μαντίλι της, δίπλωσε τα ρούχα του Αναστάση και τα τύλιξε στο μαντίλι.

Έκλαψε για τη Μυρτώ της πικρά, κάτι της έλεγε πως δε ζούσε ούτε ο Αναστάσης,ούτε η μικρή της κόρη.Γύρισε στο χωρίο απελπισμένη,μα ο πόλεμος ειναι αντάρα,το σπίτι είχε δουλειές, τα ζωντανά ήθελαν φροντίδα,εκεινη δε είχε πια παράδες να πληρώνει τις μετρητής για μεροκάματα. Έτσι, ολημερίς έτρεχε μοναχή της μες το κτήμα να φροντίσει τα ζωντανά, να αρμέξει, να ποτίσει, να καθαρίσει τους στάβλους.

Αμπάρωσε όλα τα δωμάτια του αρχοντικού ακόμη και τη σάλα. Ζούσε μες το μαγερειό και όταν είχε χρόνο ανέβαινε μέχρι τον Αι Γιώργη να ανάψει τα καντήλια και να προσευχηθεί. Η Ανθή άφαντη,δεν της είχε στείλει ούτε γραφή ο άντρας της ο γιατρός. Και αυτή εκεί, μόνη να περιμένει μπας και φανεί κανείς στη πόρτα του αρχοντικού.
Πείνα,θάνατος!!!
Τετρακόσιοι θάνατοι ημερήσιος στην Αθήνα της κατοχής, οι νεκροί σωριάζονταν στα πεζοδρόμια,οι Γερμανοί είχαν επιτάξει ακόμη και τα τρόφιμα των συσσιτίων.

Τα κάρα φορτωμένα με πτώματα έκαναν το μακάβριο δρομολόγιο στα χωράφια της πόλης, για να πάνε σε ομαδικούς τάφους τους άγνωστους νεκρούς. Και ενώ κάποιοι πέθαιναν,άλλοι γίνονταν πάμπλουτοι κάνοντας εμπόριο! Μαυραγορίτες ξεφύτρωναν ανάμεσα στον ταλαιπωρημένο λαό και τους έπαιρναν χρυσαφικά,σπιτια και κτήματα για λίγο λάδι ή μερικές χούφτες όσπρια. Ξεπουλιόνταν συνειδήσεις,γυναίκες εκπορνεύονταν για μια φρατζόλα μπομποτίσιο ψωμί και παιδιά γινόταν σαλταδόροι χωρίς την αίσθηση του κινδύνου , αρκεί να έβαζαν στο στόμα κατιτίς . Οι τιμές εκτοξεύτηκαν και οι Έλληνες συναλλάσσονταν με δις εκατομμύρια, ένα αυγό πριν την κατοχή κόστιζε μόλις μια δραχμή, στο τέλος της κατοχής η τιμή ενός αυγού ανέρχονταν στα επτά δις εκατομμύρια. Μια οκά λάδι κόστιζε πεντακόσια εκατομμύρια!! Όσοι είχαν ακόμη χρυσές λίρες,τις έδιναν για να αγοράσουν λίγα τρόφιμα. Μια λίρα ισοδυναμούσε με τρία δισεκατομμύρια δραχμές!

Ο πρωθυπουργός Τσολάκογλου, προσπαθεί να κάνει μια εκκαθάριση των μαυραγοριτών και στέλνει ορισμένους στην αγχόνη μπροστά στο σύνταγμα. Ίσως να ένοιωθε και ο ίδιος τύψεις,να ντρεπόταν που είχε αναλάβει την κυβέρνηση της χώρας βλέποντας τον γονατισμένο λαό. Ίσως να είχε και τύψεις για την υπογραφή την συνθηκολόγησης με τον εχθρό,αν και στα απομνημονεύματά του γράφει......

«Ευρέθην αντιμέτωπος ιστορικού διλήμματος;: Ή ν' αφήσω να συνεχισθεί ο αγών και να γίνει ολοκαύτωμα, ή υπείκων εις τας παρακλήσεις όλων των ηγητόρων του στρατού ν' αναλάβω την πρωτοβουλίαν της συνθηκολογήσεως... "Τολμήσας" δεν υπελόγισα ευθύνας...

Μέχρι σήμερον δεν μετενόησα δια το τόλμημά μου. Τουναντίον αισθάνομαι υπερηφάνειαν.


1.363 χιλιόμετρα νότια

Στην Αλεξάνδρεια η Μαρουσιάννα έχει καταταχθεί στο σώμα αδελφών νοσοκόμων στο νοσοκομείο Κοτσίκειον. Εκεί νοσηλεύονταν Έλληνες αλλά και σύμμαχοι τραυματίες πολέμου, παλικάρια που είχαν χάσει τη μνήμη τους, άλλα είχαν μείνει χωρίς ακοή από τους βομβαρδισμούς, άλλα είχαν χάσει τα λογικά τους, ή είχαν μείνει χωρίς πόδια και χέρια.

Τις ώρες που γύριζε στο σπιτι της να ξεκουραστεί, έγερνε για λίγο στον καναπέ και έπεφτε σε ένα οδυνηρό ύπνο, γεμάτο εικόνες από τα παιδιά που υπέφεραν στο νοσοκομείο,το μυαλό της είχε συνέχεια μια εικόνα ,τον Αναστάση της!

Που να ήταν αυτό το παιδί; θα κατάφερε να γυρίσει ζωντανός στο αρχοντικό τους μετά την συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς;

Η λογική έλεγε ότι δε πρεπει να τον γυρέψει, να μην τον πλέξει σε τίποτα περιπέτειες, κανείς δε ξέρει πως θα αντιδρούσαν οι Γερμανοί αν στο χωριό ερχόταν γράμμα από την Αίγυπτο.

Το πολεμικό ναυτικό της Ελλάδας, είχε αράξει στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας μαζί με όλη την αρμάδα των συμμάχων, στα ανοιχτά έβγαιναν μόνο για περιπολίες,η πατρίδα είχε παραδοθεί, οι σύμμαχοι είχαν έρθει στην έρημο περιμένοντας την επόμενη κίνηση του Φύρερ.

Ήξεραν όλοι ότι ο Χίτλερ θέλει να επιτεθεί στην Αφρικανική ήπειρο, ήθελε να έχει τη διώρυγα και τα πετρέλαια για να εφοδιάζει το στρατό του.

Η σκληρή καθημερινότητα την είχε απορροφήσει τόσο πολύ, που είχε παραμελήσει την Αγγελική περισσότερο από όσο θα άντεχε ένα παιδί έξι ετών. Ένα βράδυ, ενώ είχαν γυρίσει και οι δυο στο σπιτι και έκατσαν να φάνε, ο Μερκούρης άρχισε να συζητάει για το θέμα του παιδιού τους.......

Μαρουσιάννα ως πατέρας της μικρής, πρέπει να σου επιστήσω την προσοχή, η μικρή σε έχει ανάγκη, την αφήνεις όλη μέρα ολομόναχη για να φροντίσεις φαντάρους, την επιχείριση μας την έχεις εγκαταλείψει και έμενα με βλέπεις μόνο στο βραδινό τραπέζι. Τι θα γίνει με μας; δε μας αγαπάς πια;

Η Μαρουσιάννα ήταν αρκετά φορτισμένη και ο πόνος που έβλεπε καθημερινά γύρω της την είχε κάνει ευέξαπτη, έγινε λοιπόν η συζήτηση αφορμή να ξεσπάσει.

Είσαι εγωιστής, φώναξε δυνατά, γύρω μας υποφέρουν,υπάρχουν χώρες ολόκληρες που πεινάνε, εσύ έχεις την κορούλα σου, τη δουλειά σου και το καλό σου φαγητό κάθε βράδυ!!!Το μόνο που μπορείς να παραχωρήσεις λοιπόν,ειναι τη γυναίκα σου για λίγο καιρό στο πλευρό όσων πονούν, αντί αυτού μου ζητάς και τα ρέστα!!!

Τι λες; είσαι καλά κυρα μου; τι ξέσπασμα ειναι τούτο; για το παιδί μας σου μιλώ,της είπε εξίσου δυνατά και ο Μερκούρης γεμάτος έκπληξη από τις φωνές και το ύφος της γυναίκας του.

Σου ζήτησα εγώ να ασχοληθείς με το στρατό; σε πίεσε κανείς να μπεις στα χειρουργεία Μαρουσιάννα; μόνη σου δεν το επέλεξες;

Ααα θα μας βγεις και από πάνω, συνέχισε εκείνη απτόητη, εμ δε προσφέρεις, εμ θες να έχεις και λόγο.

Τότε ήταν που σηκώθηκε από το τραπέζι ο Μερκούρης χτυπώντας το χέρι και δείχνοντάς της με το δάχτυλο τον πάνω όροφο, άκου να σου πω, εμείς οι δυο έχουμε κάνει οικογένεια, επάνω βρίσκετε ένα παιδί που αναρωτιέται τι έκανε και η μάνα του δε το θέλει, και εσύ μου μιλάς για φαντάρους,διάλεξε λοιπόν το σπιτι σου ή οι φαντάροι σου.

Μερκούρη τι λες; εχω γιο στην Ελλάδα, ζει σε χώρα που κατακτήθηκε, δε ξέρω καν αν ζει αυτό το παιδί, το παράτησα μόνο του εκεί, τα άφησα όλα για μας, για σένα για τούτο το σπιτι, με διώχνεις επειδή θέλω να προσφέρω κάτι στην πατρίδα μου;

Δεν σε έδιωξε κανείς, απλά σου θυμίζω τα καθήκοντα σου αγαπητή μου,επειδή θαρρώ πως τα ξέχασες και εμείς δε φταίμε δια τούτο.

Η Μαρουσιάννα έπεσε ξανά στην καρέκλα της και έκλαψε με πόνο ψυχής, ο Μερκούρης έφυγε χτυπώντας την πόρτα με θόρυβο και η μικρή Αγγελική έμεινε κοκαλωμένη στα κάγκελα της σκάλας να κοιτάει τη μάνα της που έκλεγε. Μέσα στα αυτιά της είχε μόνο μερικές λέξεις ....... "εγώ εχω ένα γιο στην Ελλάδα,τον άφησα για σας"...........

Η μαμά της λοιπόν είχε ένα άλλο παιδί που το αγαπούσε και γιαυτό τους άφηνε κάθε μέρα,αυτό κατάλαβε η Αγγελική και από τότε μίσησε αυτό παιδί που ήταν στην Ελλάδα, η μαμά της λοιπόν μιλούσε συνέχεια για την Ελλάδα με αγάπη, επειδή είχε εκεί ένα γιο; γιατί δε ήταν αυτός εδώ και έπρεπε η μαμά να πηγαίνει εκεί; και γιατί να μην τρώνε αυτοί καλά; επειδή είχε η μαμά ένα γιο φαντάρο; Η μαμά έκανε το μπαμπά να φωνάζει και να χτυπάει το τραπέζι και την πόρτα.

Έτσι αντιλαμβανόταν το μικρό παιδί τα πράγματα, ο πόλεμος, της ήταν κάτι άγνωστο, δε τον ζούσε,δε ήθελε να ξέρει τι ειναι αυτό το πράγμα, ήθελε μόνο τη μαμά και τον μπαμπά της όπως πριν,ήθελε να γελάνε, να πηγαίνουν βόλτα κάτω στο ποτάμι και να τρέχει ανέμελα, μέχρι να κουραστεί και να την πάρει η μαμά αγκαλιά να της δώσει τσάι με ζάχαρη και μέντα να δροσιστεί.

Η Αγγελική μεγάλωσε με την πίκρα αυτή μέσα της, γιατί ποτέ δε ρώτησε τον πατέρα της τι συνέβη εκείνο το βράδυ. Κανείς δε της είπε ποτέ για το άλλο παιδί, μέχρι που χρειάστηκε να γυρίσει με τη μητέρα της στην Ελλάδα, ύστερα από 18 χρόνια.

Η Μαρουσιάννα προσπάθησε να περιορίσει τις δραστηριότητες της στο νοσοκομείο, αντικαθιστώντας τις άλλες νοσοκόμες δυο φόρες την εβδομάδα.

Ο Μερκούρης είχε πικραθεί πάρα πολύ, αλλά δε ξανάκανε πότε κουβέντα για όσα έγιναν εκείνο το βράδυ στην τραπεζαρία τους. Ευχόταν να μην φτάσει πότε ο Ρόμελ στο Κάιρο και την Αλεξάνδρεια.

Το τρίτο Ράιχ είχε υποτάξει όλη την Ευρώπη και ο πόλεμος στη Ρωσία μαινόταν με το Λένινγκραντ να ειναι σε πολιορκία και δεκάδες χιλιάδες Ρώσων να πεθαίνουν καθημερινά από την πείνα και το αβάσταχτο κρύο. Η Αίγυπτος είχε γίνει η βάση των συμμάχων και όλες οι ελπίδες στηριζόταν πλέον σε αυτούς για τη διάσωση όλης της μέσης ανατολής. Τα μαγαζιά του Μερκούρη, είχαν ακόμη κίνηση χάρη στις αγορές των συμμάχων,μα εκείνος ευχόταν να τελειώσει όλο αυτό το κακό και η Αλεξάνδρεια να γίνει η πόλη που ήξερε.


Αναστάσης Βεργάς

Μετά τη μάχη στα στενά του Κόζιακα ο Αναστάσης με την μικρή του ομάδα πήραν το δρόμο για την Άρτα. Ποδαράτοι και με ελάχιστα τρόφιμα και σφαίρες προχωρούσαν μέσα στα βουνά με μόνο οδηγό τον ήλιο. Όσο τραβούσε ο ήλιος δυτικά τραβούσαν και εκείνοι, σαν νύχτωνε μάζευαν κλαριά και έστρωναν να κοιμηθούν μέσα στις σπηλιές των βράχων. Εκεί ήταν εύκολο να ανάψουν φωτιά χωρίς να τους αντιληφθούν. Λίγες ελιές, λίγο τυρί κατσικίσιο και μια φέτα ξερό ψωμί, που είχαν από την τελευταία φορά που είχε ζυμώσει η Μυρτώ.Το ετρωγαν και την μνημόνευαν: Μυρτώ, Μυρτούλα, έδωσες ακόμη και τη ζωή σου για να σωθούμε εμείς, εμείς που είμαστε άντρες,δεν μπορέσαμε να σε φτάσουμε στην παλικάρια, μέχρι την τελευταία ώρα πέταγες χειροβομβίδες σαν παλικάρι. Ο Αναστάσης κουλουριαζόταν σε μια γωνιά και μούγκριζε σαν λαβωμένο ζώο, δε άντεχε την εικόνα που ερχόταν ξανά και ξανά στα μάτια του,η Μυρτώ να γίνεται κομμάτια από τις οβίδες τις δικές του για να σωθούν! Άφησε νεκρή τη γυναίκα που λάτρευε και έγινε φυγάς για να ζήσει.Πόσο δειλός γίνεσαι μπροστά στο θάνατο ,σκεφτόταν με πόνο.Δεν μπορούσε να θυμηθεί τη σκεφτόταν την ώρα της μάχης, τη ζωή του, τα παλικάρια, τα πυρομαχικά που αν τους έπιαναν θα τα έπαιρναν οι Γερμανοί, ίσως ακόμη να σκεφτόταν τα βασανιστήρια, ή το ντουφέκισμα που τους περίμενε. Αν τους πιάνανε και μαθαίνονταν ποιος ήταν, θα την πλήρωνε όλο το χωριό, μπορεί να ανατίναζαν ακόμη και το αρχοντικό ή το εργοστάσιο οι Γερμανοί. Και όλα αυτά δε έγιναν επειδή, η Μυρτώ ήταν εκεινη που τους σταμάτησε πριν πεθάνει.

Μακάρι όλα να πάνε καλά για τους χωριανούς μου, μουρμούριζε ίσως να πονηρευτούν οι Γερμανοί με την απουσία μου.Θα τα έβγαζε άραγε πέρα η Κωστάντου; αυτή ήταν η δεύτερη μάνα του, αυτή είχε απομείνει μονή πίσω να κρατάει το σπιτι και το εργοστάσιο σε λειτουργία.

Ευχόταν να ανέβει ο Αιμίλιος με την Ανθή στα Τρίκαλα και να δώσουν ένα χέρι βοηθείας στη γρια που απόμεινε μόνη.

Το χάραμα σηκώνονταν και άναβαν φωτιά για να ψήσουν καφέ και τσάι στα λιγοστά κάρβουνα, έπαιρναν ένα παξιμάδι από χαρουπάλευρο με σταφίδα που είχαν ακόμη από την Μυρτώ, το βούταγαν μέσα στο τσάι να μαλακώσει γιατί είχε πια ξεραθεί τελείως και μετά με το τσίγκινο κύπελο έβγαινα να πιουν και ένα καφέ έξω απ τη σπηλιά πριν κινήσουν το δρόμο.Τελικά ο δρόμος τους έβγαλε στο Μέτσοβο, σε κάτι στάνες. Οι τσοπάνηδες τους καλωσόρισαν και τους φίλεψαν ότι είχαν στις καλύβες τους. Εδώ Γερμανοί δε έρχονται τους είπαν, μα κάτω στο χωριό, όλο και κάποιοι φτάνουν συχνά πυκνά.Καθίστε μωρέ λεβέντες, εδώ ότι έχουμε θα τρώμε, θα βοηθάτε στο άρμεγμα στο πήξιμο του τυριού , θα τα μάθετε σιγά σιγά. Και σαν φυγουν οι καταραμένοι απ τον τόπο, κινά τε και εσείς ένας ένας για τα σπιτια του.Τα Τρίκαλα μα θες δε ειναι αλάργα, δυο τρεις μέρες δρόμο και να σου θα πάτε πάλι στα γονικά σας.

Έτσι τους ορμήνεψαν και τα παιδιά δέχθηκαν, η πείνα, οι συνεχόμενες κακουχίες που είχαν υποστεί τους είχαν κουράσει. Πάλι μόνοι στα βουνά, αλλά σίγουρα ποιο ασφαλείς από πριν, γιατί οι γέροντες τους είπαν πως τα όπλα θα τα κρύψουν για καλό και κακό,οπότε σαν απλοί βοσκοί δε διέτρεχαν μεγαλο κίνδυνο.Ο καθένας κράτησε μόνο ένα τριανταοχτάρι περίστροφο Σμιθ Ουέσσον,για ώρα ανάγκης, ότι τουφέκια Μάλινχερ, σφαίρες και γεμιστήρες τους είχαν απομείνει τα έδωσαν στους οι γέροντες για φύλαξη σε μια σπηλιά. Όλα τα οπλοπολυβόλα και τα πυρομαχικά ήταν κλεμμένα από τις επιδρομές της ομάδας, με άντρες της Βέρμαχτ.

Τώρα λεβέντες μου, τους έλεγε κάθε βράδυ ο γερο Μήτρος, ήρθαν σαν κατακτητές ,μα τίποτες δε βαστά αιώνια.Θα δεις που θα ξεκουμπιστούν και σαν γίνει τούτο, άλλο κακό θα μας βρει..............


Σαν τι κακό γερο Μήτρο;
Χμ ...........χάιδευε τα γένια του με τα γερασμένα χέρια του και ψιθύριζε ο γέρος : θα φαγωθούμε μεταξύ μας ορέ!!!! Τώρα ειναι καμπόσοι εκείνοι που τρώνε μαζί με δαύτους στην ίδια τάβλα και ας έχουν ρωμαίικο αίμα. Σα θα φυγουν ........τι λέτε σεις ; σεις που είσαστε και λίγο γραμματισμένοι; η φτωχολογιά θα τους ξεκάνει;ή όχι;Τώρα τούτοι πουλάν το λάδι για χρυσό, το αλεύρι για διαμάντι, παίρνουν τα σπιτια τα ψηλά, για ένα τσουβάλι στάρι!!!

Μπάρμπα, μίλησε ο Αναστάσης θέλω να σου πω και για μένα......

Ε πες δα, τι περιμένεις; σάματις δε έχουμε χρόνο να κανουμε μουχαμπέτι;

Εγώ κάτω στα Τρίκαλα εχω κοπάδια ζωντανά, εχω και εργοστάσιο που κάνω μακαρόνια και τυρί, η μάνα μου τα έφτιαξε δα όλα. Είχε πάρει για άντρα της τον Τσαούση τον Τσιφλικά και σαν πέθανε τούτος, εκεινη μοίρασε τη γη στους χωριανούς και κράτησε το αρχοντικό και τα κοπάδια μας μαζί και βοσκοτόπια πολλά. Μα εκεινη έφυγε, ξαναπαντρεύτηκε μακριά στα ξένα, κάτω στην αραπιά.

Στην αραπιά; ρώτησε ο γέρος.

Ναι μα θες, Έλληνα πήρε από νησί, έχει εκεί την καταντιά του και πήρε τη μάνα μου γυναίκα του.
Μα δε στο λέω για παράπονο, άλλο θέλω να πω.

Ωχ θα με σκάσεις μωρέ λεβέντη, πες την κουβέντα σου σωστά και μην το κλώθεις σαν γυναίκα.
Να, το εργοστάσιο κάνει τα μακαρόνια, εγώ όλο τον καιρό τα δίνω στους Γερμανούς και τυριά και αρνιά να ντερλικώσουν.Με πληρώνουν αυτοί και εγώ τους λέγω, αφήστε τους χωριανούς εδώ να δουλεύουν ήσυχα, γιατί εσείς από πρόβατα και τυριά δε ξέρετε, μήτε μακαρόνια μπορείτε να κάνετε στρατιώτες πράμα.Έτσι μα θες, τρώει το χωριό ένα κομμάτι ψωμί και εγώ κάνω και λεφτά τόσο καιρό.Τώρα τα άφησα στην παραμάνα μου όλα σύξυλα,να τα κάνει μονάχη της.Μα άλλο σκέφτομαι μα θες.
Οχου βρε έρμε, πες αυτό που σκέφτεσαι για θα μας σκάσεις απόψε ούλους. Είχε αγανακτήσει ο γερο Μήτρος.

Σκέφτομαι αυτό που είπες μπάρμπα, σαν τελειώσει το κακό και ξεκουμπιστούν θα με καταδικάσουν και εμένα, θα πουν πολύ ότι έπαιρνα λεφτά απ τους Γερμανούς, ότι τους τραπέζωνα μες το σπιτι μου και είχα παρτίδες με δαύτους.Αυτό πολύ με τρώει!!!

Ο γέρος τον κοίταξε στεναχωρημένος.
Αγρίμια είμαστε οι άνθρωποι γιε μου, πολύ ίσως το πουν, αυτοί πουν δε ξέρουν την αλήθεια και τον αγώνα σου, μα θες έχεις και φίλους καρδιακούς και χωριανούς που έδωσες ψωμί για χρόνια, εσύ και η φαμελιά σου.Αυτοί θα βγουν να πουν την αλήθεια σαν έρθει η δύσκολη η ώρα.

Εξάλλου τώρα είσαι άφαντος απ τον τόπο, κανείς δε ξέρει για που τράβηξες, ετσι δεν ειναι;

Ναι μόνο η παραμάνα μου η Κωστάντου ξέρει ότι ήμασταν στο βουνό πάνω στα χωριά του Κόζιακα.Η κόρη της μας ζύμωνε, μας έπλενε για μήνες και μια μέρα γινήκαν εκείνα που σου εχω ματαπεί και πήραμε το δρόμο για εδώ, μπας και σωθούμε.Μαντάτο στην παραμάνα μου δεν εχω στείλει, την κόρη της κερί κάνεις δε άναψε, μήτε τάφο της έκαμε κανείς.Στάχτη έγινε το κορμί της για να μας σώσει, εμένα και τους συντρόφους μου.
Ντέρτι μεγάλο για την καμένη μάνα γιε μου, είπε ο γέροντας, σαν το μάθει θα πονέσει η έρμη πολύ.
Ε ναι μωρέ μπάρμπα, αυτό με τρώει, μέρα νύχτα σκέφτουμε μια εκεινη την καψερή που χάθηκε, μια το χωριό,που αν δε έκαμα φιλία με τους Γερμανούς, θα πείναγαν και θα υπόφεραν,όχι πως τώρα καλοπερνούν κιόλας, μα έχουν το μεροδούλι και λίγο ψωμί,τους αφήνουν οι Γερμανοί το γάλα απ τα ζωντανά και εκείνοι παίρνουν ότι μπορούν πριν έρθει η κομαντατούρ κάθε γιόμα και μαζέψει ότι έχει κάθε σπιτι και το αρχοντικό.Ακόμη δε πείνασε το χωριό μου ούτε σκότωσαν κανένα παλικάρι δικό μας.Όλοι μοχθούν ήσυχα και ταπεινά και στη ζούλα παίρνουν το φαΐ τους αντί για μεροκάματο.Για λεφτά κανείς δε κάνει κουβέντα.Εγώ πάλι έκαμα καλά λεφτά όλο τον καιρό.Μα σαν τελειώσει τούτο θα κάνω για το χωριό μου ότι μπορώ και για τους χωριανούς μου το καλύτερο. Αν δε προλάβω θέλω να τους τα πείτε τούτα.

Τράβα στη μεριά σου γιε μου και γείρε να πλαγιάσεις, ότι ειναι να γίνει θα γίνει, μην βασανίζεσαι πλιότερο.Άντε καλό ξημέρωμα, του είπε ο γερο Μήτρος.

Μπήκε στην καλύβα ο Αναστάσης και έπεσε στα στρωσίδια του με την καρδιά ξελαφρωμένη απ τον πόνο.Έκανε το σταυρό του και έταξε ...........Άι Γιώργη κάθε μέρα θα στέλνω λάδι για τα καντήλια σου και αρνιά στη χάρη σου στο πανηγύρι του χωριού κάθε χρόνο, κανε Άι Γιώργη μου να βαστάξει το χωριό και η παραμάνα μου, να έρθω στη χάρη σου να προσκυνήσω εκατό φορές.

Άλλη από αυτή δε μου έμεινε πια, μάνα και αγάπη έχασα, μια στα ξένα, μια στον άδη, μον' την Κωστάντου εχω.Ο γκιόνης έξω στα κλαριά του έλατου τραγούδαγε το τραγούδι της νύχτας, οι κουκουβάγιες του απάνταγαν θλιμμένα και ο δροσερός αέρας που έμπαινε απ την είσοδο της καλύβας που είχε για πόρτα μια κουρελού τον νανούρισαν.Έκλεισε τα μάτια του και έπεσε σε βαθύ ύπνο είχε μέρες να κοιμηθεί ετσι και το κορμί του παραδόθηκε στην αγκαλιά του ύπνου και στα ζεστά στρωσίδια.

Λίγα από τα όπλα του χρησιμοποιήθηκαν στο Β' παγκόσμιο πόλεμο

1 .Karabiner 98K, Γερμανικό τουφέκιο


2.Το MP40 συνήθως, το έφεραν οι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές και ομάδες καταδρομών


3 .Το πυροβόλο όπλο Sten Βρετανικό οπλοπολυβόλο ιδιαίτερα αποτελεσματικό σε κοντινούς στόχους.

4 .Το Luger PO8 Γερμανικό πιστόλι, το απόλυτο σύμβολο κάθε Γερμανού στρατιώτη με υψηλές προδιαγραφές, παραμένει ως σήμερα συλλεκτικό και πανάκριβο

5. Οπλοπολυβόλο Thompson Αμερικάνικο

6. PPSh-41 με αυτό τα στρατεύματα του Στάλιν υπερασπίστηκαν την πατρίδα τους

7. Μ1 Garand τον χρησιμοποιούσε ο Αμερικάνικος στρατός εύκολο στη χρήση και επαναφόρτιζε πολύ γρήγορα

8. Η χειροβομβίδα ελαφρύ και απλό σε χρήση απλα τραβούσες τον πείρο και την εκσφενδόνιζες στον εχθρό, είχε μεγάλη αποτελεσματικότητα,δημιουργούσαν εκτεταμένες ζημιές. Υπήρχαν οι Αμερικάνικες τύπου ανανά και οι Γερμανικες stick.


χορός της εποχής* Λίντυ χόπ,αρχικά το χορευαν οι αφροαμερικανοί και κατόπιν έγινε μόδα, γρήγορα βήματα, με τις κοπέλες να κάνουν φιγούρες στον αέρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου