Πέμπτη, 14 Αυγούστου 2014

Κεφάλαιο 11

Ο γιος ενός ταχυδρόμου ήταν εκείνος που άλλαξε την τύχη χιλιάδων ανθρώπων στην Αίγυπτο.
Στρατιωτικός με διακρίσεις και παράσημα, θαρραλέος και αψύς τύπος ήθελε να κάνει τη χώρα του ανεξάρτητη, να δώσει στον Αιγυπτιακό λαό προνόμια που ο Βασιλιάς Φαρούκ δε θα έδινε ποτέ. Ο Γκαμάλ Νάσσερ γεννήθηκε στις Αλεξάνδρεια, έφυγε νωρίς από το σπιτι του για να βρει το όνειρό του. Μεγάλωσε κοντά στο θείο του στις φτωχογειτονιές του Καΐρου. Από μικρο παιδί ,ένοιωσε στο πετσί την υπεροψία των Αγγλογάλλων που είχαν τις θέσεις κλειδιά σε όλη τη χώρα. Ακόμη και από τους Άγγλους δασκάλους του, παρόλο που ήταν  ντόπιος, αντιμετωπίζονταν σαν κάτι κατώτερο. Αυτό τον πείσμωνε και τον δυνάμωνε ταυτόχρονα. Ήταν ένας επαναστάτης, συμμετείχε και οργάνωνε δεκάδες Αντιβρετανικές διαδηλώσεις. Σπούδασε νομικά και κατόπιν έγινε στρατιωτικός.
Όταν ανέλαβε την εκπαίδευση των Ευέλπιδων αξιωματικών, προσπάθησε να τους οργανώσει μυστικά για να ανατρέψουν τον Βασιλιά Φαρούκ. Όνειρό του ήταν, να φυγουν από τη χώρα οι Άγγλοι και οι ξένοι γαιοκτήμονες. Τελικά το 1952 κατάφερε να ανατρέψει τον Φαρούκ και ένα χρόνο μετά ανακηρύχθηκε δημοκρατία. Όλο αυτό το διάστημα τα ηνία της χώρας, τα είχε ο φίλος του Νάσσερ, Ναγκίμπ, όμως ο Νάσσερ ήταν εκείνος που κινούσε τα νήματα. Το 1954 γίνετε πρωθυπουργός της Αιγύπτου, αλλάζει το σύνταγμα και κηρύσσει τη χώρα ως σοσιαλιστικό κράτος με ένα μόνο κόμμα!! Διώχνει τους Βρετανούς από τη διώρυγα του Σουέζ και μοιράζει τη γη στους ακτήμονες Αιγυπτίους. Οι πολίτες τον θεοποιούν, πίνουν νερό στο όνομά, στη χώρα γίνονται τεράστιες αλλαγές, οι Αιγύπτιοι θελουν να διωχθούν όλοι οι ξένοι που για χρόνια εκμεταλλεύονται τον πλούτο της χώρας τους.
Οι Αγγλογάλλοι μίσησαν τον Νάσσερ όσο κανείς,δε του συχώρεσαν ότι ήταν εκείνος που τους έδιωξε από τη διώρυγα και έχασαν τα τεράστια κέρδη που αποκόμιζαν για δεκάδες χρόνια. Εξαπέλυσαν επιθέσεις με βομβαρδισμούς, συντονισμένοι μαζί με τις Ισραηλινές δυνάμεις, θέλησαν να εξαφανίσουν την Αίγυπτο.
Τα ηνωμένα έθνη κάνουν ότι μπορούν για να σταματήσει η σφαγή των αμάχων και ο Νάσσερ βγαίνει άλλη μια φορά νικητής. Στο διάστημα που μεσολαβεί μέχρι το 1958 γίνεται εκβιομηχάνιση της χώρας, από  όλες τις νευραλγικές θέσεις, σε όλες τις υπηρεσίες αλλάζει το προσωπικό και εκδιώκονται όλοι οι ξένοι υπάλληλοι. Άγγλοι, Γάλλοι, Έλληνες, φεύγουν από τη χωρά κακήν κακός. Ο Μερκούρης αμπαρώνετε στο σπιτι με την Μαρουσιάννα να βρίσκεται σε κατάσταση πανικού, τον ικετεύει να φυγουν νύχτα από το σπιτι. Εκείνος ειναι ανένδοτος, εδώ γεννήθηκα, εδώ μεγάλωσα, εδώ ειναι οι τάφοι των γονιών μου!!!! Δεν φεύγω, προτιμώ να πεθάνω μέσα στο σπιτι μου, ειμαι εβδομήντα ετών Μαρουσιάννα, που να πάμε;
Μερκούρη θα μας σφάξουν, πρεπει να βρούμε ένα τρόπο να πάμε κάπου ώσπου να καλμάρουν λίγο τα πράγματα.
Δε θα καλμάρουν ρε γυναίκα, οι ντόπιοι έχουν αφηνιάσει, κανείς δε θα βρεθεί να μας στηρίξει, ξεχνάν όσοι ευεργετήθηκαν από το χέρι σου τούτες τις ώρες.
Κλείστηκαν στο σπιτι, αφήνοντας το μαγαζί στους Αιγύπτιους υπαλλήλους χωρίς να τολμούν να ξεμυτίσουν στην πόλη.
Ο Μερκούρης ρευστοποιεί την περιουσία του πολύ διακριτικά, συμβουλεύει τη γυναίκα του να διαρρεύσει πως ήταν άρρωστος.
Είχαν μείνει μόνοι τους στην Αλεξάνδρεια, η Αγγελική, από τον καιρό που την είχαν στείλει στην Αθήνα, είχε εξαφανιστεί. Το μόνο καλό που είχε προκύψει από εκείνο το ταξίδι, ήταν καθαρά οικονομικό.
Μέσα στα μπαγκάζια της Αγγελικής τότε, ήταν και ένα κουτί με χρυσά νομίσματα και ένα λινό σακούλι με φύλλα καπνού για τον Αιμίλιο, ανάμεσα υπήρχαν  30.000 δολάρια. Αυτά  τα χρήματα, προοριζόταν για την προίκα της Αγγελικής, η ίδια δε γνώριζε ότι η Μαρουσιάννα με το Μερκούρη τα είχαν βάλει στη βαλίτσα με τα δώρα που έστελναν στο ζευγάρι Αυγέρη. Έτσι  σώθηκε κάτι από όλη εκείνη την περιουσια, που δεκαετίες ολάκερες μάζεψε ο Μερκούρης και ο γερο Καστρινός με σκληρή δουλειά και πολύ οικονομία. Ευτυχώς εκείνα τα χρήματα είχαν έρθει στα χέρια του Αιμίλιου Αυγέρη και δε είχαν σκορπιστεί άδοξα από την κόρη των Καστρινών.
Πριν  ξεσπάσουν οι μεγάλες ταραχές, πολλοί Έλληνες είχαν εγκαταλείψει την πόλη και τις περιουσίες τους, όμως υπήρξαν και οικογένειες που κακοποιήθηκαν, σπίτια που κάηκαν και περιουσίες ολόκληρες ήρθαν στα χέρια Αιγυπτίων, που καποτε ήταν υπάλληλοι σε Ελληνικές επιχειρήσεις στο Κάιρο και την Αλεξάνδρεια. Η Μαρουσιάννα κάλεσε στο κατάστημα όλους τους υπαλλήλους. Τους μίλησε ήρεμα και τους ζήτησε να μοιραστούν δίκαια την επιχείρηση και να τους βοηθήσουν να εγκαταλείψουν τη χώρα.
Θαρρώ πως εγώ και ο άντρας μου, όλα τα χρόνια που σας είχαμε στη δούλεψη μας, κάναμε ότι μπορούσαμε για εσάς. Ξέρω πως οι μέρες μας εδώ ειναι λίγες, αν αισθάνεστε κάτι για εμάς, βγάλτε μας από τούτη την κόλαση σας παρακαλώ. Εύχομαι να προκόψετε και να αγαπήσετε το βιός που σας χαρίζετε. Μην καταστρέψετε το μαγαζί σας παρακαλώ.
Η κυρα, η αρχόντισσα, παρακαλούσε, ικέτευε να μην κάψουν να μην λεηλατήσουν το βιός της.
Ο Abdal Ati (Αιγύπτιος υπάλληλος του καταστήματος) ήρθε κοντά της, κυρα σας αγαπάμε, ήσασταν εξαιρετικά αφεντικά. Τόσες μέρες τώρα, έρχονται οι αρχές και εμείς λέμε: το μαγαζί ειναι δικό μας, ο Καστρινός μας το χάρισε. Δεν αφήσαμε να το κάψουν, μένουμε μέσα μέρα και νύχτα και περιμέναμε να έρθετε να μας πείτε τι να κανουμε.
Θα  υπογράψω εγώ Αμπντάλ,  ότι χαρτί μου φέρετε, ο άντρας μου ειναι άρρωστος. Θα μπορέσετε να μας βγάλετε από την πόλη;
Ναι , έγνεψε ο Αμπντάλ Ατί, θα το κάνω εγώ προσωπικά, πρεπει να μείνουν εδώ οι υπόλοιποι, να μην υποψιαστεί κανείς τίποτα. Την πλησίασε ξανά δίνοντάς της μια μαύρη κελεμπία. Κυρία, φορέστε το ρούχο της γυναίκας μου, το εχω φέρει από το σπιτι εδώ και μέρες, περίμενα να έρθετε να σας το δώσω. Αν ξαναβγείτε ετσι έξω, είσαστε σαν κινούμενος στόχος.
Εκείνη έγνεψε σιωπηλή και το πήρε στα χέρια της.
Σε λίγη ώρα είχαν συντάξει την εικονική αγορά του καταστήματος.
Η Μαρουσιάννα ανέβηκε στο γραφείο του Μερκούρη και πήρε τα αγαπημένα αντικείμενα του άντρα της.
Μπήκε στο αυτοκίνητο με τον Αμπντάλ στο τιμόνι και πήγαν σπιτι.
Ο Αμπντάλ κόλλησε στο παραθυρόφυλλο ένα χαρτί που έλεγε στα Αραβικά: Αυτό το σπιτι, ανήκει στον Αμπντάλ Ατί!!!
Αργά το βράδυ την μετέφερε στο κτήμα με τη φελούκα, κάνοντας τον ψαρά. Εκείνη ήταν κουλουριασμένη στην πρύμη και ήταν η πρωτη φορά που δε κοιτούσε το φεγγάρι, που δε θαύμασε το ξημέρωμα, που δε νοιάστηκε αν θα λερωθεί ετσι κατάχαμα μες τη βάρκα.
Όταν έφτασαν ανασήκωσε την κελεμπία της και πήδηξε στη στεριά, τράβηξε με βιαστικά βήματα προς το σπιτάκι του κτήματος.
Βρήκε τον επιστάτη να κάθεται στα σκαλιά του σπιτιού και να πίνει καφέ.
Σαμπαχ αλ-χαϊρ (καλημέρα), κάιφα χααλουκα (τι κάνεις;) τον χαιρέτησε πρωτη η Μαρουσιάννα.
Πρώτη φορά ο επιστάτης δε σηκώθηκε από τη θέση του σαν την είδε.
Μπι-χάιρ σουκράν (καλά,ευχαριστώ) της απάντησε.
Ο άντρας φιλοτιμήθηκε και είπε να σηκωθεί να της δώσει μια καρέκλα, αλλά εκεινη τον σταμάτησε.
Mισ μουχίμ ( δεν πειράζει ) άφουαν, παρακαλώ κάθισε, του έγνεψε, ήρθα να μιλήσουμε για το κτήμα.
Φαντάζομαι πως ξέρεις ότι δε εχω πολλές επιλογές,  εγώ και ο αγαπητός μου σύζυγος, θα φύγουμε για την πατρίδα μας. Όπως γνωρίζεται δε είχαμε την τύχη να αποκτήσουμε γιο, ετσι θα ήθελα να δώσω την φυτεία σε εσάς με ένα μικρο χρηματικό ποσό. Έχετε δυο μέρες να το σκεφτείτε, θα μείνω στο κτήμα, το σπιτι θα το δώσω σε όποιον πάρει το μεγαλύτερο κομμάτι γης.
Δε χρειάστηκε να περιμένει ως την άλλη μέρα, το βράδυ ο επιστάτης ήρθε με πέντε χωρικούς.
Είπαμε να κανουμε συνεταιρισμό οι πέντε μας, έχουμε όλοι μαζί γύρω στις 10.000 πιάστρες αυτά ειναι όλα μας τα λεφτά.
10.000 πιάστρες όλο της το βιός!!!
Τι θα λέγατε αν συμφωνούσαμε κάπως αλλιώς; ας πούμε να πάρω τώρα τις δέκα χιλιάδες πιάστρες και του χρόνου άλλα τόσα, εφόσον θα έχετε καλή σοδειά; Θα σας αφήσω και τη φελούκα, να μεταφέρετε μέχρι την πόλη την σοδειά, να φέρνετε προμήθειες!! Και μην ξεχνάτε, τα ζωντανά έχουν και αυτά κέρδη. Εγώ θα τα αφήσω όλα όπως τα βλέπετε αυτή τη στιγμή. Το σπιτι ειναι καλά εξοπλισμένο. Οι πάπιες, οι αγελάδες θα σας εξασφαλίσουν τροφή!! Αν συμφωνήσετε, του χρόνου μπορείτε να τα καταθέσετε στην τράπεζα της Ανατολής.
Οι Αιγύπτιοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, ήξεραν ότι τέτοια ευκαιρία δε θα ξανά έχουν, σεβόταν τα αφεντικά τους, ήταν ευχαριστημένοι όλοι με την Μαρουσιάννα τόσα χρόνια. Αλλά, ήξεραν ότι σε λίγο καιρό,  δε θα χρειαστεί να δώσουν ούτε μια πιάστρα για να τα αποκτήσουν όλα!!
Συμφώνησαν να κάνουν γραπτή συμφωνία πως τους παραχωρείτε το κτήμα.
Τα χωράφια ήσαν σπαρμένα, οι φυτείες έσφυζαν από ζωή, δέκα χιλιάδες πιάστρες ήταν γελοίο ποσό για όλη εκεινη την έκταση. Σε ένα χρόνο  οι πέντε χωρικοί, θα γινόταν πλούσιοι. Αυτό ήταν και το όραμα του ηγέτη τους, κάθε Αιγύπτιος να ειναι ανεξάρτητος, κάθε περιουσιακό στοιχείο από τους λευκούς κατακτητές της διώρυγας, της εύφορης γης τους, τα εργοστάσια, τα πάντα να γίνουν δικά τους.
Όταν τελείωσε γύρισε σπιτι κατάκοπη και στεναχωρημένη.
 Ο Μερκούρης την περίμενε με αγωνία.
Ήρθες κυρα μου; Είδες με τα μάτια σου τι ειναι να χάνεις όλα όσα έχτισες για χρόνια;
Μερκούρη σε παρακαλώ δε εχω κουράγιο να συζητήσουμε, δέκα χιλιάδες πιάστρες όλο το κτήμα, το σπιτι, τα ζωντανά!! Και το μαγαζί χάρισμα σε αυτούς που τόσα χρόνια ετρωγαν ψωμί από εμάς.
Τι απόμεινε να μας πάρουν; τον κοίταξε με θλιμμένα μάτια.
Αύριο θα μαζέψω λίγα πράγματα, ο Αμπντάλ Ατί θα μας φυγαδεύσει προς το Πορτ Σάιντ, να φύγουμε με καράβι για την Αθήνα. Μου υποσχέθηκε ότι θα αμπαλάρει αργότερα ότι πράγματα έχουμε να μας τα στείλει στον Πειραιά. Αν το κάνει, θα του ειμαι ευγνώμων μια ζωή.
Αύριο θα τηλεφωνήσω στην Ανθή, όταν φτάσουμε ελπίζω να μας φιλοξενήσουν για λίγο καιρό.
Μαρουσιάννα μου δε σε πονάει που θα αφήσουμε όλο το βιός μας πίσω;
Φυσικά πονάω, αλλά ειμαι 63 ετών και θα ήθελα να ξαναδώ άλλη μια φορά το παιδί μου. Η κόρη μας, μας έχει ξεγράψει και αυτό με έχει πικράνει, το γνωρίζεις. Είμαι ευγνώμων που ξέρω ότι εκεί που γυρίζω, εχω ένα παιδί και καλούς φίλους άντρα μου. Θα δεις θα συνηθίσεις γρήγορα.
Εκείνος έγνεψε χωρίς να μιλά. Σηκώθηκε και ανέβηκε στο δωμάτιό του να κοιμηθεί.
Το ταξίδι της επιστροφής ήταν επικίνδυνο και μακρινό, ο Αμπντάλ κράτησε το λόγο του και την επόμενη μέρα ξεκίνησαν για το Πορτ Σάιντ. Κουκουλωμένοι στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου που τόσα χρόνια με καμάρι οδηγούσε εκεινη!
Στο λιμάνι έφτασαν αργά την επόμενη μέρα, ο Αμπντάλ τους οδήγησε κατευθείαν στη αποβάθρα και την ώρα που ετοιμαζόταν να επιβιβαστούν, έσφιξε το χέρι της Μαρουσιάννας. Ανα αασιφ (λυπάμαι) για τον τρόπο που φεύγετε κυρία......
Εκείνη τον ευχαρίστησε και τον αποχαιρέτησε με ένα χτύπημα στην πλάτη, μα'α ασ-σαλάαμ Αμπντάλ,(αντίο, Αμπντάλ ),  σούκραν γιαζιιλαν (σε ευχαριστώ πολύ).
Ο Μερκούρης προσχωρούσε αργά στη σκάλα επιβίβασης χωρίς να κοιτάει πίσω, ο Αμπντάλ τον ακούμπησε στο ώμο, κύριε, ανα αασίφ..........
Μισ μουχίμ (δε πειράζει Αμπντάλ) δε φταις εσύ,  λαου σαμαχτ (τραβάμε την προσοχή) πρέπει να φύγεις τώρα.
Σε όλο το ταξίδι προς τον Πειραιά ο Μερκούρης ήταν κλεισμένος στον εαυτό του, τις νύχτες έβγαινε και βημάτιζε στο κατάστρωμα μόνος του. Του ήταν αδύνατον να πιστέψει ότι άφηνε πίσω του όλη του τη ζωή, τους τάφους των γονιών του, την περιουσία που είχε αποκτήσει με τόσο κόπο. Η Ελλάδα ήταν για εκείνον μια ξένη χώρα. Ήταν η χώρα που καποτε ο πατέρας του είχε ξεκινήσει με ένα τσουβάλι στον ωμό, ένα ταξίδι για μια καλύτερη ζωή. Και να που τώρα εκείνος, άφηνε τα πάντα για να γυρίσει στο απόλυτο τίποτα. Δεν είχε δυνάμεις, δε είχε νιάτα, δεν είχε σπιτι να στεγαστεί μαζί με την κυρα του. Έριχνε ευθύνες στον εαυτό του, που δε είχε προβλέψει ένα τέτοιο ενδεχόμενο, λυπόταν για την ταλαιπωρία που περνούσε η γυναίκα του και τον φαρμάκωνε η ηθελημένη εξαφάνιση την θυγατέρας του. Τελικά απέτυχα ως πατέρας και δε ειμαι σε θέση να φροντίσω την γυναίκα μου τώρα στην ωριμότητά της. Αυτές οι σκέψεις τον βασάνισαν και δε γύριζε στην καμπίνα του να κοιμηθεί δίπλα στην γυναίκα του.
Εκείνη πάλι πίστευε, ότι του κάνει καλό η μοναξιά, τον άφηνε χωρίς να τον πιέζει να την συνοδεύει στην τραπεζαρία. Ζητούσε να του πάνε το φαγητό στην καμπίνα του και όταν όλοι έπεφταν για ύπνο και άδειαζε το κατάστρωμα και το σαλόνι του πλοίου, εκείνος έβγαινε να μιλήσει με τον εαυτό του.
Την επόμενη μέρα θα έφταναν στον Πειραιά, ο Μερκούρης έμεινε ξάγρυπνος όλη νύχτα.