Κυριακή, 5 Αυγούστου 2012

Ιφιγένεια η γυναίκα του κάμπου



Σαν πέθανε η συχωρεμένη η γιαγιά μου, μου άφησε κληρονομιά!




Ένα δρύινο μπαούλο, ασήκωτο, η αλήθεια!
Την αγαπούσα τη συχωρεμένη και εκείνη με αγαπούσε το ξέρω, μα περισσότερο το
κατάλαβα σαν άνοιξα το μπαούλο.

Μια γυναικούλα από το κάμπο των Τρικάλων ήταν,  από φτωχή οικογένεια, που σα μεγάλωσε την πάντρεψαν κάμποσα χωριά παραπέρα και πήρε των παππού μου.
Για προίκα πήρε το μπαούλο που κληρονόμησα εγώ στα 30 χρόνια μου και το άνοιξα στα 42 μου χρόνια,  ύστερα από δώδεκα χρόνια, όταν γύρισα στην Ελλάδα. Άνοιξα το μπαούλο επειδή δε μπόρεσα να ανοίξω την αγκαλιά μου να την φιλήσω και να της πω πως γύρισα όπως της είχα υποσχεθεί.

Κάθε φορά σαν έφτανα στο σπίτι μου το πατρικό, η πρώτη μορφή που έβλεπα ήταν εκείνη.
Από τα νιάτα της σηκωνόταν χάραμα, έκανε όλες της δουλείες σχεδόν αθόρυβα, άναβε το φούρνο έβαζε να ζυμώσει, άφηνε το ψωμί να φουσκώσει και έπιανε το καθάρισμα,  φρόντιζε τα ζώα του σπιτιού με περισσή αγάπη και σαν ήταν έτοιμο το ψωμί μας ξυπνούσε όλους να μας περιποιηθεί. Όταν τα τελείωνε όλα, κάθονταν στο ήλιο να χορτάσει τη ζεστασιά,  έτσι έλεγε: "χόρτασα στα νιάταμ κρύου, χόρτασ το τομάριμ καχουχία, πείνασα και δίψασα στου κάμπου, το χώμα ήθελ τα νίαταμ για να μι δώκ ψουμί! κι η πόλεμος ήθιλ τα νίαταμ για να μι φέρ τη λιφτεριά." (λόγια δικά της)

Όσα εχω μάθει για το νοικοκυριό και την φροντίδα του σπιτιού τα οφείλω σε εκείνη.
Πάντα ήρεμη, γαλήνια με υπομονή, μου έδειχνε τι να κάνω, πως να πετύχω τη γεύση σε "ένα φαΐ της προκοπής", όπως έλεγε. "Το φαΐ θέλει αγάπη, τα ζα (Ζώα ) θέλουν αγάπη,  η άντρας θέλει αγάπη και ο θεός πίστη!" - Δικά της λόγια.

Γράμματα δε ήξερε η γιαγιά μου, αλλά ήξερε από φροντίδα.
Γέννησε επτά αγόρια και ένα κορίτσι, έχασε τέσσερα παιδιά από πείνα στον πόλεμο και της έμειναν τα τρία αγόρια της, τα τελευταία όπως τα έλεγε.
Νύφες και εγγόνια ήταν οι χαρές της, κουβέντα κακιά δε της έπαιρνες από το στόμα, μήτε για δικό της, μήτε για ξένο.

Στα χωριά μας, τους τσιγγάνους τους λέμε μπρακέους, εκείνη ποτέ δε τους έδιωξε από την αυλή της όπως έκαναν οι γειτόνισσες, αν είχε φουρνίσει ψωμί, έδινε στην τσιγγάνα το πρώτο καρβέλι της  και μια χούφτα φασόλια για να κάνει φαΐ και αυτή. "η ήλιος βγαίν για ούλου του ντουνιά τι κιάν ειναι μπράξα; αυτήν φταίει; άλλος τη γέντζει άλλος την έμαθε να διακονεύει."
Όταν περνούσαν στο χωριό καλογεράκια από τα γύρω μοναστήρια των Μετεώρων, τους έψηνε καφέ και τους φίλευε ένα πιάτο φαΐ στην τάβλα της για να της δώσουν μια ευχή.

Όταν ήρθα στην Ελλάδα λοιπόν εκείνη δε ζούσε πια! Δεν ήταν εκεί να με χαϊδέψει και να μου πει παινέματα  για την κορμοστασιά μου και για τα μακριά μου δάχτυλα, με έκανε να πιστεύω ότι ήμουν όμορφο κορίτσι, με κανάκευε και με χαϊδολογούσε πάντα.
Μου τραγουδούσε τα παινέματα της την ώρα που άνοιγα φύλλα για της πίτες μας, τα καλοκαίρια που περνούσα στο χωριό:
"Δόντια πυκνά και μαργαριταρένια, 
στόμα χελιδονιού, 
μι πήρατε το νου"
ένα από τα αγαπημένα της τραγούδια!



Σαν άνοιξα το μπαούλο με πήρε το παράπονο,  δάκρυα άρχισαν να τρέχουν, θόλωσαν τα μάτια και τρεμούλιασαν οι εικόνες.
Η μυρωδιά ήταν εκείνη που μου έφερε μνήμες,  η γιαγιά είχε μέσα στο μπαούλο λεβάντες τυλιγμένες μέσα σε τούλια από της μπομπονιέρες που της έδιναν στους γάμους, έτρωγε τα κουφέτα και μετά κρατούσε το τούλι για να τυλίγει τα λουλουδάκια της. Δάφνες από τις Κυριακές των Βαΐων τις μαζεύαμε και αυτές και τις φύλαγε μέσα στα ρούχα της στο σεντούκι να μυρίζει όμορφα.
Μέσα σε καρό πετσέτες κουζίνας τυλιγμένα τα λαμπερά κατσαρολικά της, ένας ταβάς ( μαγειρικό σκεύος ρηχό και πλατύ με καπάκι όπου μαγειρευόταν συνήθως το πιλάφι ή το κοφτό μακαρόνι.)
Ένα καρδάρι με σκάλισμα περίτεχνο  φτιαγμένο στα Γιάννενα, ένα σινί μεγάλο (ρηχό ταψί) επίσης σκαλισμένο από Γιαννιώτη μάστορα, τα μπακιρένια μπρίκια της το κουτί του καφέ και της ζάχαρης.
Tο σκαφίδι του ζυμώματος, ένα κόσκινο που κοσκίνιζε το αλεύρι της, μικρά και μεγάλα κατσαρολικά όλα λαμπερά, σαν φρέσκο- γανωμένα από το μάστορα που τα έδινε να της τα γυαλίσουν.

Κάτω κάτω είχε στρωμένα τα πλεκτά της και τα υφαντά στολίδια και τα φλουριά της νυφικής στολή της!
Την κεντημένη της ποδιά, την μεταξωτή λευκή της τραχλιά, το σιγκούνι της και το καλό κεντημένο της λευκό πουκάμισο. Όλα μέσα σε λευκά τραπεζομάντιλα και σεντόνια, τυλιγμένα με προσοχή γεμάτα με λεβάντες και δάφνες.
Αυτά έφερε νύφη, αυτά άφησε σαν πέθανε .Τα προικιά της ζωή της !!!!!!!
"Σαν πεθάνω μου έλεγε, δε εχω να σε αφήκω τίποτις σπουδαίο!"
Μα δεν ήταν σπουδαία η ίδια της;
Δεν ήταν σπουδαία τα μαθήματα ζωής που μου χάρισε;


Μαθήματα ζωής  μου έδωσε μια γυναίκα η οποία δε σπούδασε ποτέ της σε πανεπιστήμια.

Χαμόγελο, ειλικρίνεια, τιμή, αξιοπρέπεια, εργατικότητα, αγάπη υπομονή, καρτερικότητα και με τα λίγα ευτυχής.
Πέρασε δυο πολέμους, πείνα, φτωχιά, έχτισε το σπίτι της, με τον άντρα της κάνοντας πλιθιά, γέννησε τα παιδιά της δίπλα στο ποτάμι ενώ  μέχρι την τελευταία στιγμή θέριζε στο χωράφι, έσκαψε και όργωσε αμέτρητες φορές, έψησε το ψωμί της εκατομμύρια φορές με ξύλα που μάζεψε και κουβάλησε η ίδια από το ποτάμι και το πλατανότοπο του χωριού, τα χέρια της άρμεξαν δεκάδες κατσίκες, μα δεν είπε ποτέ: "κοίτα πως ειν τα χέρια μου!"
Τα χέρια της άναψαν χιλιάδες φορές φωτιά για  να ζεστάνει την φαμίλια της και να ψήσει το φαΐ της, κοπάνησαν στο ποτάμι πάνω στην πέτρα δεκάδες φορές τα ρούχα του άντρα της και των παιδιών της!

Δεν είχε ανέσεις,είχε μια πινακωτή, για τραπέζι μια τάβλα και δυο ράφια για τα πιάτα της.
  εκεί που  κοιμόταν, κοίμιζε και τα παιδιά της.
Εκεί που καθόταν, φιλοξενούσε στα μιντέρια της και τους μουσαφίρηδες της.
Δεν είχε καλοριφέρ, είχε μπουχαριά  (Τζάκια) δε ήξερε ότι υπάρχουν σπίτια με ζεστό και κρύο νερό  τρεχούμενο! Εκείνη είχε στάμνες και  γκιούμια και το κουβαλούσε από το αρτεσιανό της γειτονιά της μέχρι το 1979.

 Αυτή ήταν η κληρονομιά που έλαβα!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου