Τρίτη, 16 Απριλίου 2013

Η ΚΥΡΑ ΤΟΥ ΚΑΜΠΟΥ - Αλεξάνδρεια 6

Μια νύχτα που δεν την έπιανε ύπνος, βγήκε στη ρούγα του σπιτιού της, πήγε και έκατσε στην πέτρα που την έχει πάει ο Τσαούσης να κάτσει νεόνυμφη και της έδειξε το αρχοντικό, λέγοντάς της πως της ανήκει. Έκλεισε τα μάτια της και άρχισε να αναπολεί τα νιάτα, τη ζωή της, τις χαρές και τις τραγωδίες που έζησε μέσα σε αυτό το σπιτι.Την πήραν τα δάκρυα, η απουσία του Μερκούρη την πονούσε, τον έφερε στο μυαλό της, θυμήθηκε τις λεπτές ρυτίδες των ματιών του, το όμορφο μέτωπο και την κορμοστασιά του, να περπατάει δίπλα του μέσα στα δρομάκια της Βενετίας, κρατώντας τον από το μπράτσο. Άνοιξε ξανά τα μάτια, ο ήχος του νερού και το τραγούδι του γκιώνη ήταν παρηγορητικά, γλύκαναν τον πόνο της. Ή  Αίγυπτος ήταν μακριά, αν έφευγε ίσως δε ξαναγύριζε πότε πίσω. Ίσως να μην ξανά άκουγε γκιώνη, να μην ξανά μύριζε γαρίφαλο και γαρδένια. Μπορεί πάλι εκεί να ήταν όλα τόσο όμορφα όσο της είχε πει εκείνος και να ερωτευόταν τον τόπο του όσο και τον ίδιος.
Η ελευθερία που είχε νοιώσει στην Ιταλία, μαζί με τον έρωτα του μελαχρινού άντρα την έκαναν να μην αντέχει την μικρή κοινωνία του χωριού και την Ελληνική νοοτροπία της εποχής. Άραγε θα ένοιωθε τέτοια ελευθερία και στην Αίγυπτο; Η ίδια ήταν γεννημένη και μεγαλωμένη σαν αγριμάκι στα βουνά και στην εύφορες κοιλάδες, είχε μεγαλώσει παίζοντας με τα άλογα και τα κατσίκια του πατέρα της, ακούγοντας μέχρι αργά την νύχτα τη φλογέρα των βοσκών του κοπαδιού τους. Ήταν γεννημένη νομάδας, μαθημένη να ταξιδεύει.
 Έδωσα ότι έπρεπε στο κάμπο μονολόγησε , μεγάλωσα το αγόρι μου, τον έκανα λεβέντη πια. Έζησα τίμια, νοικοκυρεμένα, δε λέρωσα το όνομα ούτε του παπά , ούτε του Τσαούση και ας τον μίσησα τις τελευταίες ώρες της ζωής του. Τίμησα όσα μου άφησε ο Τσαούσης, με έκανε αρχόντισσα του κάμπου, με γέμισε φλουριά και μετάξια,μου άφησε κληρονομιά το τσιφλίκι και το αρχοντικό.
Είχε χρόνια να τον σκεφτεί, είχε θάψει μέσα της καθετί από εκείνον και τη νύχτα του φονικού, πίστευε ότι είχε κλείσει τους λογαριασμούς μαζί του.
Θα έφευγε, σηκώθηκε από το πεζούλι της αυλής της και μπήκε στο αρχοντικό, είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου να ανοίξει τα φτερά και ας ήταν σαράντα δυο ετών.

Σαν ξημέρωσε η μέρα που ήρθαν τα μηχανήματα από τη Βενετία για το εργοστάσιο, πήγε όλο το χωριό να βοηθήσει στο ξεφόρτωμα και στο στήσιμο των σιδερένιων θηρίων.
Φούρνοι, ξηραντήρια, ζυμωτήρες, κοπτήρες ζυμαρικών και ένα πλήθος εξαρτημάτων γέμισαν το χώρο του πέτρινου κτηρίου.
Μέχρι το μεσημέρι είχε έρθει από την Αθήνα ο Αιμίλιος, που ήξερε φαρσί τα Ιταλικά μιας που εκεί είχε σπουδάσει ιατρική,  μαζί του έφερε Ιταλούς τεχνικούς για το  μοντάρισμα των  μηχανημάτων.
Τούτα θα άλλαξαν τη ζωή στο χωριό, ο Αναστάσης λόγο απειρίας, είχε  αφήσει τον Αιμίλιο και την Ανθή να κάνουν μια συμφέρουσα συμφωνία για την νέα παραγωγή ζυμαρικών, με τον ελληνικό στρατό και με μπακάλικα της Αθήνας. Αν είχαν κέρδη θα προσπαθούσαν να κάνουν και εξαγωγές από την επόμενη χρονιά.
Η Ανθή βρήκε τρόπο να διοχετεύσει όλη την ενέργεια της στην οργάνωση πωλήσεων του Βεργά, μιας που δεν απέκτησε παιδιά παρ όλες τις προσπάθειες που έκαναν με τον Αιμίλιο τα πρώτα χρόνια.
Το εργοστάσιο ζυμαρικών ήταν το μέλλον του χωριού, το μέλλον του Αναστάση και της Ανθής αυτό θα τους έσωζε τον καιρό της κατοχής λίγα χρόνια αργότερα.

Η Μαρουσιάννα την πρωτοχρονιά του 1932 κάνει μια μεγάλη γιορτή, όλοι οι χωριανοί ήρθαν στο μεγάλο αρχοντικό να γιορτάσουν τον ερχομό του 1932.
Γέμισαν το τραπέζι της σάλας με φαγητά, άναψαν το μεγαλο τζάκι να ζεσταθεί η σάλα, έβαλαν παντού κεριά και γυάλινες λάμπες πετρελαίου για να φωτιστεί το σπιτι.
Οι άντρες του χωριού στρωθήκαν στα μιντέρια με τα μεγάλα μαξιλάρια και έπιασαν το τραγούδι, οι γεροί έκατσαν γύρω απ τη φωτιά να ψήσουν κάστανα για τα παιδιά και να πουν ιστορίες από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας και τους εξηγούσαν πόσο μεγαλο αγώνα έκαναν για να αποκτήσουν τούτη τη γη.
Οι γυναίκες έστρωναν τις τάβλες* μπροστά στα μιντέρια και στο τζάκι για να φέρουν κοντά τα εδέσματα που είχαν φτιάξει για τη γιορτή.Ο μπακλαβάς και το κανταΐφι μοσχοβόλαγαν κανέλα, οι πιατέλες ξέχειλες με ψημένο χοιρινό, κόκορα στη γάστρα με μανέστρα, πίτες με τραχανά και κοτόπουλο, σπανακόπιτες και γαλοτύρι μέσα σε βαθιά πιάτα. Οι μαστραπάδες γεμάτοι με κρασί και σερμπέτια από ρόδι για τα παιδιά. Όλο το σπιτι πλημμυρισμένο με κόσμο που λαχταρούσε να γιορτάσει, να γελάσει και να ευχηθεί καλή χρονιά.
Διασκέδασαν μικροί και μεγάλοι, αντάλλαξαν ευχές, έριξαν ντουφεκιές και έσπασαν ρόδια για το καλό του νέου έτους.
Σαν άλλαξε ο χρόνος, η Μαρουσιάννα τους ανακοίνωσε ότι θα φύγει για ένα μεγάλο ταξίδι.
Τους ζήτησε να μείνουν αγαπημένοι και ενωμένοι, να βοηθούν το γιο της, να προκόψει το εργοστάσιο αλλά και οι ίδιοι και πάνω από όλα να στηρίζουν την Κωστάντου γιατί την αφήνει στο ποδάρι της.
Πριν φύγει πήγε  με το γιο της και την Κωστάντου στα Τρίκαλα σε ένα δικηγόρο για να μεταβιβάσει το μερίδιό της στην οικονόμο της και στο γιο της.
Στο ταξίδι προς την Αθήνα την συνόδευσε ο γιος της, στο λιμάνι και την αποχαιρέτησε μαζί με το ζεύγος  Αυγέρη.
Η συγκίνηση ήταν γραμμένη στα μάτια τους.
Μάνα γιατί διαλέγεις το φευγιό;
Πρέπει, του απάντησε εκεινη, ενώ του χάιδεψε τα μαλλιά. Εσύ είσαι τώρα ο νοικοκύρης, δε με χωράει άλλο εδώ ο τόπος αγόρι μου. Εξάλλου όλα τα αρχοντόσπιτα έχουν έναν κύρη, δυο κοκόρια στην ίδια αυλή δε χωράνε!! Θα έρθω μόλις μου πεις ότι παντρεύεσαι, γέλασαν .......

Στο Μερκούρη δε έχει γράψει λέξη ότι θα πάει, γιατί φοβόταν την απάντηση, πήρε το ρίσκο του ταξιδιού με την πεποίθηση μιας ώριμης γυναίκας που παλεύει στη ζωή και κερδίζει.
Όσο ξεμάκραινε το καράβι, τόσο ξεχνούσε τα μυστικά που την στοίχειωναν τις νύχτες στο αρχοντικό, όσο ανοίγονταν στη θάλασσα τόσο χάνονταν οι σκιές των νεκρών που αφηνε πισω της. Σε όλο το ταξίδι ύφαινε τη νέα της ζωή. Τις νύχτες στο στενή κουκέτα  της καμπίνας της, αποκοιμίζονταν ακούγονταν το θόρυβο της μηχανής και σκεφτόταν τι θα έλεγε στο Μερκούρη όταν τον συναντούσε. Έπιανε τον εαυτό της να κάνει όνειρα σαν παιδούλα, να θέλει να ξανά αρχίσει τη ζωή της, σαν να μην είχε ζήσει τίποτα φρικτό και καταστροφικό. Άφηνε όσα την στοίχειωναν  να πέφτουν στη θάλασσα και τα ξόρκιζε. Σαν πέρασαν την Κρήτη το κλίμα έγινε ποιο ζεστό, ερχόταν έναν ζεστός γλυκός αέρας πάνω στο κατάστρωμα και οι γυναίκες φορούσαν λευκά και υπόλευκα ρούχα, οι φούστες είχαν ανέβει μέχρι τη γάμπα και οι γυναίκες απολάμβαναν τα βλέμματα των αντρών, αν και έδειχναν να αδιαφορούν, όλες τους ήθελαν την επιβεβαίωση για την ομορφιά τους. Η Μαρουσιάννα είχε υιοθετήσει τα παντελόνια που συνήθιζε να φορά η Μαρλέν Ντίτριχ στον κινηματογράφο, της άρεσε πολύ αυτή η γυναίκα και είχε υιοθετήσει το στιλ της, είχε δει τις δυο τελευταίες ταινίες της ( Μαρόκο, μια ταινία του 1930 και την ταινία Κατάσκοπος Χ/ 27 ). Περισσότερο την  είχε γοητεύσει μια ταινία που πρωτοείδε στην Αθήνα με τίτλο Γαλάζιος άγγελος. Άρχισε να την μιμείται όταν χαμογελούσε, ή όταν μισό έκλεινε τα μάτια της δείχνοντας πως σκέφτεται, καμάρωνε την όμορφη φιγούρα της μπροστά στον καθρέφτη. Στο χωριό δε σπαταλούσε ποτέ χρόνο για να καθρεφτίζετε,ούτε φόραγε στα χείλη κοκκινάδι. Είχε μάθει να βγάζει τα φρύδια της όπως εκείνη, κουνούσε το κεφάλι της γοητευτικά και μιλούσε πια αργά,  καθαρά και χαμηλόφωνα. Έδειχνε Ευρωπαία γιατί ήταν κατάξανθη και πρασινομάτα.
Της αρεσε το νέο στιλ της με τα κομμένα της μαλλιά και έριχνε το λευκό της σακάκι στο ώμο όπως η Μαρλέν! Κάθε φορά όμως που σκεφτόταν το χωριό και τι θα έλεγαν οι χωριανοί της αν την εβλεπαν, γινόταν κατακόκκινη. Είμαι εγώ έλεγε, κοιτάζοντας το είδωλο της στον καθρέφτη, απλά άλλαξα ρούχα και έκοψα τα μαλλιά μου και φοράω κοκκινάδι και μολύβι στα μάτια!! δεν ειναι κακό χρυσή μου, μονολογούσε κάνοντας νάζια σαν την Ανθή.

Η Ελληνική κοινότητα της Αλεξάνδρειας ιδρύθηκε το 1843 από τους πρώτους Έλληνες της παροικίας. Αλλά κατά την περίοδο του 1861 άρχισαν να πληθαίνουν οι Έλληνες της παροικίας, εκεινη την εποχή άρχισε ο εμφύλιος πόλεμος στην Αμερική που ήταν η κύρια δύναμη σε παραγωγή βαμβακιού, έστελνε βαμβάκι στη Γαλλία και την υπόλοιπη Ευρώπη για της ανάγκες της βιομηχανίας στον τομέα της κλωστοϋφαντουργίας,τότε άρπαξαν την ευκαιρία οι Έλληνες της Αιγύπτου, που μέχρι τότε ασχολούνταν περισσότερο με την παραγωγή ρυζιού και σιτηρών, οι οικογένειες Τοσίτσα, Ροίδή, Μπενάκη, Κασσαβέτη, Καζούλη, πολύ Συριανοί και Ηπειρώτες, έστρεψαν την προσοχή τους στην καλλιέργεια βάμβακος και καπνού. Έγιναν   οι τροφοδότες και οι μεγάλοι εξαγωγής της περιοχής, στέλνοντας βαμβάκι στα Λιμάνια της Τεργέστης και του Λίβερπουλ.Το βαμβάκι τροφοδοτούσε μια σειρά βιομηχανιών από εκκοκκιστήρια και κλωστήρια, μέχρι την παραγωγή βαμβακοελαίων και ζωοτροφών.
Η πόλη ήταν μια μικρή Ελλάδα, με τράπεζες, καφενεία, μαγαζιά, μέχρι θέατρα και κινηματογράφους που θα ζήλευε η Αθήνα εκείνης της εποχής.
Οι Έλληνες της παροικίας, είχαν μικρά εργοστάσια τσιγάρων,τεράστια καταστήματα υφασμάτων με ότι καλύτερο υπήρχε στην Ευρώπη, δεκάδες κοσμηματοπωλεία και καταστήματα υπόδησης!
Οι πάροικοι  γλεντούσαν ελληνικά, αλλά ήσαν ποιο ελεύθεροι και κοσμικοί από τους Ελλαδίτες.Στις βραδυνές εξόδους, το σμόκιν για τους άντρες και το βραδινό φόρεμα για τα θηλυκά ήταν απαραίτητα, οι ράφτρες έκαναν χρυσές δουλειές στην Αλεξάνδρεια εκείνη την εποχή.
Η Αλεξάνδρεια ήταν το Παρίσι της βόρειας Αφρικής , κοσμοπολίτικη όσο καμιά άλλη πόλη,γεμάτη με κέντρα διασκεδάσεως με μια κουλτούρα ξεχωριστή και ένα συνονθύλευμα φυλών.
Οι Αιγύπτιοι κρατούσαν τα παραδοσιακά επαγγέλματα, καμηλιέρηδες, χαμάληδες που κουβαλούσαν σακιά με χουρμάδες και ολόκληρα φορτώματα καπνού στην πλάτη ή με κάρα, μέχρι τα καράβια που ταξίδευαν για Αμερική. Είχαν μικρομάγαζα με μπακιρένια αντικείμενα, και σκάλιζαν φιγούρες από αλάβαστρο, μικρά μαγαζιά που έραβαν κελεμπίες και καπέλα που συνήθιζαν να φορούν οι ντόπιοι.Αλλοι είχαν μαγαζιά που επεξεργαζόταν το δέρμα, τσαγκαράδικα, ήταν ψαράδες και μικροπωλητές του δρόμου, με την πραμάτεια τους πάνω σε ποδήλατα κατασκευασμένα με τεράστια καλάθια για να εκθέτουν τα προϊόντα τους και συχνά πουλούσαν τρόφιμα και ζεστά φάλαφελ μέσα σε αραβικές πιτούλες, χούμους ένα είδος αραβικού σάντουιτς και Τααμίγια,αποξηραμένα φρούτα και γλυκά. Οι γυναίκες των Αιγυπτίων δούλευαν στα χωράφια και στα σπίτια των πλούσιων Ευρωπαίων που εκμεταλλευόταν τη γη της Αιγύπτου, αλλά και τη διώρυγα του Σουέζ.Η διώρυγα ήταν το μήλο της έριδος, εκεί πέθαναν χιλιάδες άντρες, για τη διώρυγα φαγώνονταν οι Γάλλοι,Ιταλοί, Εγγλέζοι και οι Βέλγοι,όλοι ήθελαν μεράδι στην ξένη γη, κανείς δε νοιάζονταν για το τι θέλανε οι ίδιοι οι Αιγύπτιοι, αυτό βέβαια έφερε κάποια στιγμή μετά από λίγα χρόνια την αγανάκτηση, όπως ήταν απολύτως φυσικό. Μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο κοντά στο τέλος του 1958 ο Νάσερ τους έδιωξε χωρίς καμιά αποζημίωση για όσα άφηναν πίσω και για την τεράστια προσφορά τους στην οικονομία του τόπου .......
Αλλά την εποχή που έφτασε η Μαρουσιάννα οι Ευρωπαίοι και οι Έλληνες περνούσαν πολύ καλά στην χώρα τούτη.
Ιδιαίτερα οι Έλληνες είχαν πολύ καλές σχέσεις με τους Αιγυπτίους και αμοιβαίο σεβασμό, μιας που οι περισσότεροι Έλληνες της πόλης ήταν φτωχοί νησιώτες, που ήρθαν να βρουν την τύχη τους σε αυτή τη γη.Καλύμνιοι, Συμιακοί, Ροδήτες πάρα πολύ Κωνσταντινουπολίτες και δεκάδες οικογένειες από την Ιωνία, είχαν καταφθάσει μετά την καταστροφή της Σμύρνης.Οι Θεσσαλοί ήταν ελάχιστοι και μέσα σε αυτούς η Μαρουσιάννα. Πολύ αργότερα μετά τον πόλεμο του 40 ήρθαν Θεσσαλοί και στέριωσαν στην κοιλάδα φτιάχνοντας τις μεγαλύτερες παραγωγές καπνού και βαμβακιού γονατίζοντας την Αμερικάνικη αγορά και ρυθμίζοντας την τιμή του βάμβακος μέσα από το χρηματιστήριο της Αιγύπτου. Ως το 1956 /1958 έζησαν εκεί ως άρχοντες!
Η Μαρουσιάννα στο λιμάνι δε χρειάστηκε να ψάξει για ταξί που θα την πήγαινε σε ένα ξενοδοχείο,με το που έφτανε ένα καράβι, δεκάδες άντρες με λευκές κελεμπίες ορμούσαν να σου πάρουν τις αποσκευές και με υποκλίσεις σε οδηγούσαν στο Ταξί ή στο μόνιππο που είχαν στο λιμάνι. Ήξεραν Ελληνικά, Γαλλικά, Αγγλικά και έτρεχαν από επιβάτη σε επιβάτη με το που κατεβαίναν τη σκάλα του πλοίου.Το να φτάσεις στον προορισμό σου μέσα από τους δρόμους που ξεκινούσαν από το λιμάνι προς το κέντρο της πόλης, ήταν μαραθώνιος, κάρα, πεζοί, ζώα ποδηλάτες με τεράστια φορτία, χαμάληδες διπλωμένοι στα δυο από το βάρος, μικροπωλητές με ταμπλάδες κρεμασμένους στο λαιμό που διαλαλούσαν την πραμάτεια τους,γυναίκες καλυμμένες μέχρι τα μάτια που έσερναν παιδιά που κρατιούνταν από τα φουστάνια τους, Ευρωπαίες με ομπρελίνα, μαγαζιά με μπακίρια που τα μαστοράκια σφυρηλατούσαν έξω στο δρόμο, καμήλες φορτωμένες που έπαιρναν το δρόμο της ερήμου με ολάκερα καραβάνια, φελάχοι, Γάλλοι, Εγγλέζοι, Έλληνες, Άραβες, ρακένδυτοι και πλούσιοι, όλοι στους δρόμους, σαν να είχαν βάλει σκοπό να κινούνται για να ζαλίσουν την Μαρουσιάννα!!
 Έκανε συνέχεια αέρα με την βεντάλια της και ένοιωθε τα ρούχα της κολλημένα στο πετσί της από τη ζέστη.Τη ζάλιζαν οι ήχοι, οι μυρωδιές των μπαχαρικών που πουλούσαν έξω από μαγαζιά μέσα σε μεγάλα ταψιά, φτιαγμένα σωρούς που έμοιαζαν με τις πυραμίδες των Φαραώ, τα βαριά αρώματα γυναικών  που περνούσαν ξυστά από το ταξί, ήθελε απελπισμένα να πιει νερό και να ξαπλώσει κάπου δροσερά.
Όταν έφτασε στην ρεσεψιόν του ξενοδοχείου,τα μάτια της γέμισαν από την πολυτέλεια του χώρου και των επίπλων. Σαν να έφτασε ξαφνικά σε άλλο κόσμο, έπιπλα μπαρόκ, βαριές βελούδινες κουρτίνες, κρυστάλλινη  πολυέλαιοι που κρέμονταν από επιχρυσωμένες αλυσίδες, κατάλευκα ταβάνια με περίτεχνα γύψινα σχέδια και ανεμιστήρες. Δεν περίμενε να δει κάτι τόσο όμορφο,είχε σχηματίσει την εντύπωση ότι η ομορφότερη χώρα ήταν η Ιταλία και η πολυτέλεια ήταν εκεί δεδομένη.
Να όμως που και η Αλεξάνδρεια είχε τις εκπλήξεις της.
Ο ήλιος περνούσε μέσα από τα μακρόστενα μεγάλα παραθύρια και οι ακτίνες του χύνονταν στο χώρο του φουαγιέ, κάνοντας τα πράσινα μάρμαρα και τα μπρούτζινα γυαλισμένα κάγκελα της μεγάλης σκάλας να λάμπουν εκτυφλωτικά .
Την οδήγησαν σε ένα  τεράστιο δωμάτιο  και την άφησαν μόνη, το Grand Neil ήταν ένα από τα καλύτερα ξενοδοχεία της Αλεξάνδρειας. Η βαριές κουρτίνες κρατούσαν τον ήλιο έξω από το δωμάτιο και ετσι ήταν αρκετά δροσερό όταν μπήκε μέσα, τα σκεπάσματα του κρεβατιού ήταν σκούρα μπλε με χρυσές ρίγες από χοντρό ταφτά και λευκά σεντόνια, έριξε το κορμί της με δύναμη στο κρεβάτι και έπεσε ανάσκελα ξεθεωμένη. Στην οροφή γύριζε γρήγορα ένας ανεμιστήρας και ο ήχος την νανούρισε, έκλεισε τα μάτια και κοιμήθηκε ετσι ντυμένη και με τα παπούτσια στα πόδια. Ξύπνησε αργά το απόγευμα και μπήκε στο μπάνιο, εκεί ήταν ακόμη ποιο δροσερά, όλα ήταν καλυμμένα με μάρμαρο και η αλήθεια ήταν πως κάτι ανάλογο δε είχε ξαναδεί ποτέ, εντυπωσιάστηκε, οι πετσέτες ήταν κατάλευκες και χνουδάτες,πίσω από την πόρτα  υπήρχε κρεμασμένη μια ρόμπα από το ίδιο ύφασμα κατάλευκη και μαλακιά σαν αφρός, τα σαπούνια ήταν μωβ και μοσχοβόλαγαν λεβάντα,μπήκε στην μεγάλη μπανιέρα και άρχισε να πειραματίζεται με τις βρύσες, το μπάνιο ήταν τόσο απολαυστικό που της έφτιαξε το κέφι,άρχισε να τραγουδάει και να παίζει σαν παιδί με τους αφρούς.Ένα τέτοιο μπάνιο θα ήθελε να έχει και εκείνη κάποτε ........
Μέχρι το βράδυ η Μαρουσιάννα είχε ανοίξει τις βαλίτσες της, είχε φρεσκαριστεί είχε χτενίσει τα μαλλιά της προσεκτικά.και φρόντισε να μάθει την ώρα που σερβιριζόταν το δείπνο στη μεγάλη τραπεζαρία του ξενοδοχείου.Πήρε την βεντάλια της και κατέβηκε......

Εκείνο το βράδυ στο ξενοδοχείο θα είχε δεξίωση ο Πέτρος Βασιλικός, καπνέμπορας και κουβαρντάς, καλούσε εκεί συχνά τους φίλους του για να μην κουράζει με τις ετοιμασίες την γυναίκα του που ήταν φιλάσθενη. Η Μαρουσιάννα κατέβηκε στην τραπεζαρία φορώντας ένα σμαράγδι μακρύ φόρεμα από μουσελίνα με ταφταδένια φόδρα βάζοντας στην μέση της το ασημόχρυσο ζωνάρι της Καραγκούνικης στολής και στα μαλλιά της κάρφωσε την μεγάλη πόρπη με το σμαράγδι που της είχε χαρίσει στο γάμο ο Τσαούσης το 1910.
Στα πόδια της γυάλιζαν τα μπλε λουστρίνια που είχε αγοράσει στη Βενετία με τον Μερκούρη και τα φορούσε για πρώτη φορά. Το μικρό της τσαντάκι ήταν από βελούδινο μπλε με φτερά παγωνιού και τα χείλη της ήταν κατακόκκινα όπως τα έβαφαν οι Γαλλίδες και η αγαπημένη της Μαρλέν.
Ήταν μια νεράιδα με ολόχρυσα μαλλιά και πράσινα μάτια που ήρθε στην Αλεξάνδρεια για να βρει τον έρωτα που τη σημάδεψε στη Βενετία, θα έκανε τα πάντα για να τον κερδίσει!!
Έφαγε σε ένα μικρό τραπέζι μόνη και βγήκε στο κήπο για να περπατήσει, εκεί βρήκε Ελληνίδες που συζητούσαν και χαριτολογούσαν μεταξύ τους και τις πλησίασε με χάρη.
Συστήθηκε με θάρρος και τους είπε ότι κατάγεται από τη Θεσσαλία ανοίγοντας μια κουβέντα μαζί τους πολύ εύκολα, ρωτώντας τους για τον τόπο καταγωγής τους και τα έθιμα του τόπου τους.
Τις κέρδισε αμέσως και την πήραν μέσα στη σάλα της δεξίωσης του Βασιλικού.
Πέρασε υπέροχα γνωρίζοντας κόσμο και μαθαίνοντας πολύ ενδιαφέροντα πράγματα για  την εύφορη κοιλάδα του Νείλου για της φυτείες  και φυσικά για τις Πυραμίδες.
Καληνύχτισε χαρούμενη που από την πρώτη κιόλας μέρα βρήκε φίλες και ένοιωσε άνετα σε μια εντελώς ξένη πόλη και ανέβηκε στο δωμάτιό της.
Την άλλη μέρα ξύπνησε αργά, χουζούρεψε στο μεγάλο απαλό κρεβάτι και χάρηκε το τρεχούμενο ζεστό νερό στην μπανιέρα του λουτρού και τα υπέροχα έλαια που βρήκε εκεί. Το ξενοδοχείο την είχε ικανοποίηση απόλυτα αν και ακούγοντας την τιμή είχε σκεφτεί ότι τα δωμάτια δε θα είναι καλά ούτε το σέρβις, διαψεύστηκε αμέσως μόλις άνοιξε την πόρτα του δωματίου, όταν μπήκε στο μπάνιο για να πλύνει τα χέρια της, κατάλαβε ότι θα περνούσε τέλια μέσα σε ένα πολύ καθαρό και καλό περιβάλλον. Οι άραβες ιδιοκτήτες του, πρόσφεραν όλα το κομφόρ στο ξενοδοχείο τους στην καλύτερη τιμή γι αυτό και ήταν πάντα κατάμεστο.
Ντύθηκε στα λευκά και πήρε στο χέρι ένα καπέλο από ψάθα που τις είχε αγοράσει η Ανθή. Κατέβηκε για να φάει κάτι στο δρόμο και να βρει κάποιον να την πληροφορήσει πως θα βρει το κατάστημα του Μερκούρη.Δεν πρόλαβε όμως να κατεβεί τη σκάλα και μια νεαρή κοπέλα της ζήτησε να την ακολουθήσει στην τραπεζαρία, ο Μερκούρης ήταν εκεί!!!
Η Μαρουσιάννα τον αναγνώρισε αν και είχε γυρισμένη την πλάτη του προς την είσοδο της σάλας, η καρδιά της χτυπούσε γοργά και τα γόνατα της λύγισαν, στάθηκε για ένα λεπτό για να σκεφτεί τι θα έλεγε και προχώρησε, του άγγιξε τον ώμο και εκείνος σηκώθηκε και την αγκάλιασε με όλη του τη δύναμη.
Κορίτσι μου, κορίτσι μου ήρθες !!!
Μερκούρη μου πως το έμαθες; δε καταλαβαίνω πότε πρόλαβες;
Εδώ είναι Αλεξάνδρεια αγαπητή μου!!!
Εχθές βράδυ εμφανίστηκες από το πουθενά, μάγεψες όλο τον κόσμο στη δεξίωση του Βασιλείου, ασυνόδευτη και ομορφότερη όλων των κυριών, οι εφημερίδες σήμερα γράφουν για μια νεαρή κυρία εξ Ελλάδος που γοήτευσε την παροικία και σε έχουν φωτογραφία με τις δεσποινίδες Βασιλείου και την γυναίκα του καπνά.
Εκείνη την εποχή στην Αλεξάνδρεια η Ελληνική παροικία είχε δέκα τουλάχιστον εφημερίδες , όλα τα γεγονότα καλύπτονταν από τους δημοσιογράφους και τους φωτογράφους, αυτές οι εφημερίδες στέλνονταν μέχρι τα Δωδεκάνησα με τα νέα της παροικίας αλλά και στο Κάιρο και την Αθήνα.
Δεν θα άφηνα ούτε ώρα να περάσει, μόλις διάβασα την πρωινή εφημερίδα ρώτησα και έμαθα ότι μένεις εδώ από εχθές το πρωί και φυσικά ήρθα να σε διεκδικήσω πριν σε αρπάξει κανένας πλούσιος ομορφονιός της παροικίας!!
Μερκούρη κανείς ομορφονιός δε με ενδιαφέρει, ήρθα για σένα, απλά δε τόλμησα να στο γράψω επειδή δε ήξερα πως θα αντιδρούσες.Τα άφησα όλα και ήρθα μόνο για σένα !!
Τι άλλο λες να θέλει να ακούσει ένας άντρας σαν έμενα για να γίνει θεότρελος κορίτσι μου!!!!
Ετοιμάσου για δείπνο, το βράδυ θα έρθω να σε πάρω, σήμερα κιόλας θα πω στην μητέρα μου ότι παντρευόμαστε, δεν τους έχω μιλήσει βέβαια για τη γνωριμία μας στην Βενετία, αλλά καιρός να το μάθουν.
Μερκούρη μου δε βιάζεσαι λίγο; ακόμη δε ξέρω τι θα κάνω, πως θα ζήσω και με τι ακριβώς θα ασχοληθώ.
Με τι να ασχοληθείς; δε σου φτάνω εγώ δηλαδή αρχοντισσά  μου;
Μερκούρη εγώ δουλεύω από μικρο παιδί, δεν μπορώ να γίνω ξαφνικά στα σαράντα  μου μια γυναίκα που θα ζει μέσα σε ένα σπιτι σαν μπιμπελό.
χαχαχα εσύ κυρά μου μπιμπελό είσαι και μέσα και έξω από το σπίτι!!
Θα κάνεις ότι θες, μπορείς να έρθεις και στο μαγαζί, ίσως οι κυράδες να γίνουν ποιο εύκολες πελάτισσες αν έχουμε μια γυναίκα να τις κολακεύει όταν αγοράζουν παπούτσια και ασπρόρουχα και οι ευχές σου θα πιάνουν στις κοπελιές που ψωνίζουν προικιά !!
Μερκούρη μου μη με βιάζεις να χαρείς, άσε που δε ξέρω από παπούτσια, εγώ ξέρω από γη και χωράφια σπαρμένα, ξέρω να υφαίνω να κάνω μακαρόνια αλλά από παπούτσια δε εχω ιδέα.
Άσε να χαρούμε λίγο που σμίξαμε, ίσως ένας γάμος με μια γυναίκα που χήρεψε δυο φορές δε θα αρέσει στους δικούς σου.
Καταρχήν Μαρουσιάννα μου κανείς εδώ δε ξέρει ότι είσαι χήρα, ούτε ότι έχεις ένα γιο στην Ελλάδα και δεύτερων η μητέρα μου θα χαρεί αν επιτέλους μπει μια γυναίκα σαν νύφη σε αυτό το σπιτι.
Δεν το συζητώ αυτό γλυκιά μου,θα παντρευτούμε, δε εχω ανάγκη από μετρέσα σε θέλω κυρα μου τέλος!
Ο Μερκούρης Καστρινός ήταν μοναχογιός της Κατίγκως και του Σπυρίδωνα Καστρινού που είχαν καταστήματα με υφάσματα, λευκά είδη και παπούτσια στο κέντρο της Αλεξάνδρειας.
Το βράδυ την πήγε σπίτι του,έφτασαν εκεί με το αυτοκίνητο του Μερκούρη.Όταν σταμάτησαν εμπρός στο δρόμο η Μαρουσιάννα ήταν ακόμη διστακτική.Έχω μια ανησυχία, φοβάμαι λίγο, ίσως δε κάνουμε καλά Μερκούρη.Μα τι λες τώρα ομορφιά μου, μας περιμένουν η μάνα μου έχει ετοιμάσει ένα όμορφο δείπνο ειδικά για εσένα.Έλα θα δεις πόσο καλά θα σε δεχτούν, Θα ειμαι συνέχεια δίπλα σου.Την κατέβασε από το αυτοκίνητο με χαμόγελο και άνοιξε την πόρτα του σπιτιού.
Το σπιτι ήταν δίπατο και η είσοδος ήταν ακριβώς επάνω στο δρόμο.Η αυλή του σπιτιού ήταν γεμάτη φυτά και μπανανιές,ποτέ η Μαρουσιάννα δε είχε δει μπανανιές.Επίσης παρατήρησε πως υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα, την ώρα που ανέβαιναν τα σκαλιά ο Μερκούρης πάτησε ένα διακόπτη και η σκάλα φωτίστηκε όπως στα ξενοδοχεία. Οι δυο ηλικιωμένοι την περίμεναν όρθιοι στο σαλόνι τους.Καλός ήρθες κόρη μου της είπε η οικοδέσποινα, κόπιασε να σε χαρώ.Ο γέρος Καστρινός, ψηλός και καλοστεκούμενος της άπλωσε το χέρι, το σπιτι μας δικό σου κυρα μου, καλός μας ήρθες. Μαρουσιάννα οι γονείς μου ξέρουν ότι θέλω να σε κάνω γυναίκα μου,βρίσκω άσκοπο να καθυστερούμε και γιαυτό θέλω αμέσως αν το θες και εσύ φυσικά η μητέρα μου να σου δώσει το δαχτυλίδι των αρραβώνων μας, της είπε συγκινημένος ο Μερκούρης. Η Μαρουσιάννα έγνεψε καταφατικά και χαμογέλασε.Τότε η Κατίγκω  σηκώθηκε και την πλησίασε, τη φίλησε στο μέτωπο και της έδωσε το δαχτυλίδι της. Το πήρα και εγώ απ την πεθερά μου πριν 43 χρόνια κόρη μου. Αυτό μας ένωσε με τον πατέρα του Μερκούρη.Τόσα και άλλα τόσα να ειναι τα χρόνια σου και να αγαπάτε ο ένας τον άλλο.Το  μονόπετρο ήταν χρυσό με λαμπερό ζαφείρι.
Η Κατίγκω έβγαλε ύστερα το μενταγιόν της με τη βαριά αλυσίδα και το πέρασε στο λαιμό της Μαρουσιάννας,τούτο ειναι δικό μου έχει μέσα τη φωτογραφία του Μερκούρη, δικό σου ο γιος μου, δικό σου και τούτο. Ο γέρος Καστρινός ευχήθηκε σηκώνοντας το ποτήρι ψηλά με χαμόγελο μέχρι τα αυτιά και ήπιε στην υγεία του ζευγαριού, είθε να γεράσετε αγαπημένοι,Μερκούρη άργησες αλλά μας έφερες νεράιδα, είπε στο γιο του με θαυμασμό. Εγώ νύφη μου το δώρο μου θα στο δώκω αύριο με το καλό, της είπε κλείνοντας της το μάτι.
Οι γονείς του Μερκούρη ήταν φοβερά συγκινημένοι, πίστευαν ότι ο γιος τους δε θα έκανε ποτέ οικογένεια και αυτό τους στεναχωρούσε πάρα πολύ.
Και να που ξαφνικά όχι μόνο είχε βρει σύντροφο, άλλα ήταν και ερωτευμένος με την όμορφη γυναίκα. Μαρουσιάννα μου, είπε φοβερά συγκινημένη η ηλικιωμένη γυναίκα, ειναι τιμή μας που σε κανουμε νύφη μας, συχώρεσε μας που δε ετοιμάσαμε δεξίωση, αλλά ο γιος μας, το είπε τελευταία ώρα, απόψε θα γιορτάσουμε μονάχοι τη χαρά τούτη. Ελάτε κοπιάστε στο τραπέζι.
Η μητέρα του Καστρινού ήταν νοικοκυρά και μερακλού γυναίκα, είχε μαγειρέψει για τη νύφη της τα καλύτερα, είχε στολίσει το τραπέζι με το καλό της σερβίτσιο και τα ασημένια της μαχαιροπίρουνα, στη μέση του τραπεζίου, πάνω από το κατάλευκο τραπεζομάντιλο, είχε στρώσει δυο μεγάλα φύλλα μπανανιάς, επάνω τους είχε τοποθετήσει μια εταζέρα με φρούτα και λουλούδια του τόπου τους.
Με αγάπη η γρια σέρβιρε τα παιδιά και τον άντρα της, τους ευχήθηκε ξανά με τρεμάμενη φωνή μέρες γλυκιές και καλούς απογόνους. Πέρασαν ήσυχα τη βραδιά, λέγοντας ιστορίες που διηγήθηκε ο γέρος Καστρινός για το πως ήρθε στην Αλεξάνδρεια και πως στέριωσε.
Την επόμενη στο ξενοδοχείο ο Καστρινός έστειλε ένα πακέτο στην νύφη του.
Το άνοιξε η Μαρουσιάννα και απόμεινε να το κοιτάζει με θαυμασμό, μέσα στο κουτί που ήταν φοδραρισμένο με βελούδο και γεμάτο λουλούδια, υπήρχαν σκόρπια κοσμήματα μέσα σε πουγκιά μουσελίνας δεμένα με σατέν κορδέλες στα χρώματα των λουλουδιών.
Ένα διαμαντένιο δαχτυλίδι, ένα χρυσό βραχιόλι με πέτρες Λάπις Λάζουλι και ασορτί σταυρό με μια αλυσίδα περίτεχνη που της έφτανε μέχρι το στήθος. Μέσα στο κουτί ο γέρος είχε και μια ασημένια κορνίζα με την ημερομηνία των αρραβώνων τους κεντημένη με ασημοκλωστή και δυο περιστέρια σκαλισμένα να κρατούν στεφάνια με τα ράμφη τους.
Να σας χαίρομε κόρη μου της έγραφε, μόνο δυο λέξεις συνόδευαν τα τόσα κοσμήματα.

Η Μαρουσιάννα δε τους αποκάλυψε το παρελθόν της, κατά την επιθυμία του Μερκούρη για να αποφύγουν τα κουτσομπολιά και ίσως την δυσαρέσκεια των δικών του.
Έκαναν το γάμο τους στο σπίτι του Μερκούρη με ελάχιστους καλεσμένους και με τη νύφη να φοράει ένα απλό λευκό μακρύ φόρεμα και το καλύτερο πέπλο της Αλεξάνδρειας.Έφαγαν ντόπια και ελληνικά εδέσματα,σερβιρίστηκαν γλυκά και σαμπάνια φερμένη από τη Γαλλία
Η μητέρα του γαμπρού, τους χάρισε ένα κλειδί μέσα σε ένα κασελάκι που ήταν γεμάτο τριαντάφυλλα και ρύζι.Οι Καστρινοί μιλούσαν λίγο και έκαναν πολλά!!
Ο Μερκούρης ζούσε τον απόλυτο έρωτα και η Μαρουσιάννα το απολάβανε σαν κοριτσόπουλο.
Ο Σπυρίδων Καστρινός είχε σχεδιάσει ένα ταξίδι στο Νείλο για τους νεόνυμφους, ετσι την επόμενη μέρα ταξίδεψαν μέχρι την όχθη του και έφυγαν με μια φελούκα 
Το αυτοκίνητο ήταν ανθοστόλιστο και οι πόρτες είχαν μεγάλες λευκές κορδέλες.Ένας Αιγύπτιος με άσπρη κελεμπία τους έρανε με λουλούδια και βοήθησε τη νύφη να ανέβει στο αυτοκίνητο όσο ο Μερκούρης τακτοποιούσε της αποσκευές τους στο πίσω μέρος.
Δέκα πυρσοί ήταν αναμένει στην όχθη του ποταμού, εκεί που το πλοιάριο τους περίμενε για το ταξίδι που θα έκαναν στο Νείλο.Ένα όνειρο είχε ξεκινήσει πριν καν γείρει στο μαξιλάρι του κρεβατιού τους. Το πλοίο γλίστραγε αργά αργά όπως τα κορμιά που ενώνονταν στο κρεβάτι με την λευκή κουνουπιέρα, η Μαρουσιάννα ταξίδευε στη γη της χαράς και του έρωτα και δε ήθελε να τελειώσει αυτό το ταξίδι ποτέ. Είχε τον άντρα που ερωτεύθηκε, έκανε ένα γάμο που ούτε στα όνειρά της δε είχε ποτέ δει και ταξίδευε ενώ έκανε έρωτα μέσα σε ένα πλοιάριο!!!
Το ξημέρωμα η Μαρουσιάννα άνοιξε τα μάτια νοιώθοντας τα φιλιά του Μερκούρη στο σώμα της και  τη δροσιά τον ροδοπέταλων που την έρανε.
Κυρα μου φτάσαμε, σήκω να δεις τον ήλιο πως αστράφτει μέσα στο νερό του Νείλου τούτη την ώρα,της είπε.
Γύρω η πλάση έλαμπε, τα νερά ήταν σαν κινούμενο χρυσάφι,εμπρός τους ήταν μια προβλήτα με ξύλινη γέφυρα και η πιρόγα δεμένη. Μακριά στο βάθος ξεχώριζε ένα σπιτι με λευκά τεντόπανα εμπρός στην αυλή, ο δρόμος ήταν γεμάτος χουρμαδιές και μπανανιές, γύρω πάπιες και χήνες με κάτασπρα πούπουλα.
Τι ειναι εδώ Μερκούρη μου;
Το σπιτι σου κυρα μου, η φάρμα σου!
Αυτό ειναι το βιός σου στην Αίγυπτο,τα χωράφια τα ζωντανά και το σπιτι στη διάθεσή σου,της είπε κάνοντας μια βαθιά υπόκλιση και ξεκαρδίστικε στο γέλιο βλέποντας το ύφος της.
Εφόσον δε σου αρέσει η Αλεξάνδρεια, θα ζεις εδώ με τις πάπιες και τους φελάχους και θα δουλεύεις σκληρά στα μπαμπακοχώραφα για να βγάζεις το ψωμί σου, έλεγε ενώ έπιανε την κοιλιά του από τα γέλια.
Αυτό τώρα ειναι αστείο;τον ρώτησε κάπως διστακτικά. Αστείο ειναι το βλέμμα σου, γιατί πίστεψες ότι θα σε αφήσω εδώ να φυλάς πάπιες και χήνες αρχοντισσά μου της είπε γελώντας και πάλι.
Απλά ο πατέρας μου έμαθε την αγάπη σου για τη φύση και τα χωράφια και σου αγόρασε αυτό το κτήμα για να έχεις κάτι δικό σου, αν θες μπορείς να μένεις εδώ την εποχή που μαζεύετε η σοδειά. Αλλά τον υπόλοιπο καιρό σε θέλω στο κρεβάτι μας στην Αλεξάνδρεια για να σε βασανίζω γλυκά τις νύχτες και την ημέρα να σε καμαρώνω. Τη φίλησε και τη χτύπησε στον πισινό, εμπρός κατέβα να πας στο τσιφλίκι σου.
 Μερκούρη είσαι ξεδιάντροπος!!!!
Χμ δηλαδή εσένα δε σου αρέσει όπως ειμαι ε; τη ρώτησε με ύφος πονηρό.
Είσαι ξεδιάντροπος τέλος, του ξανά είπε γελώντας.
Κατέβηκαν απ την πιρόγα τους και προχώρησαν ίσα στο δρόμο με τις μπανανιές φτάνοντας μπρος το λευκό ασβεστωμένο οίκημα.
Ήταν ένα απλό σπιτι με μεγάλα παράθυρα και μια αυλή με πατημένο χώμα που στα παρτέρια του ήταν γεμάτο φυτά και λουλούδια,οι μυρωδιές ανάκατες με κοπριά, άσβεστη,μπανάνα και τηγάνι.
Μέσα το σπιτι ήταν ήσυχο, μα ξαφνικά βγήκαν από την κεντρική πόρτα δυο μελαχρινές γυναίκες και ένας μεσόκοπος άντρας ψηλός και λεπτός σαν κλαρί. Τους καλωσόρισαν με χαμόγελα και τους έβαλαν να καθίσουν στον ίσκιο που σχημάτιζε ένα μεγάλο λευκό πανί, δεμένο από τις δυο μπανανιές που υπήρχαν μπροστά στην είσοδο και εκεί είχαν στρώσει ένα τραπέζι,φτιαγμένο από κορμό δέντρων και δυο καρέκλες με λευκό πανί ραμμένο πάνω σε χοντρά κλαδιά με πολύχρωμες  κλωστές.
Έφαγαν μπανάνες,χουρμάδες και ήπιαν κρύο τσάι από μέντα, ενώ ο άντρας πήγε να φέρει τις αποσκευές τους.
Οι γυναίκες περπατούσαν με μικρά γρήγορα βηματάκια αθόρυβα στο πατημένο χώμα της αυλής και φορούσαν καφτάνια με γαλάζια και κίτρινα χρώματα, ενώ ο φελάχος είχε λευκή κελεμπία και σανδάλια στα ποδάρια του.
Τους πέρασαν μέσα στο σπιτάκι και εκεί η Μαρουσιάννα είδε για πρωτη φορά Αιγυπτιακή διακόσμηση.
Ξύλινη πάγκοι και μπαούλα με φιλντισένια λουλούδια, μαξιλάρια υφαντά με χάντρες και φανάρια φτιαγμένα από τομάρια ζώων ζωγραφισμένα, μπακιρένια τραπέζια και φανάρια με πράσινο και κόκκινο γυαλί κρεμασμένα στο ταβάνι.
Το κρεβάτι τους ήταν μια ξύλινη κατασκευή από λεία  χοντρά κλαριά δέντρων και το κεφαλάρι ήταν ένα τεντωμένο δέρμα ζωγραφισμένο περίτεχνα.Τα σεντόνια ήταν από λευκό λίνο και κεντημένα με πορφυροκλωστή το όνομα του Μερκούρη και της Μαρουσιάννας.Ήταν σαν να τους περίμεναν από καιρό ,οι Καστρινοί έκανα τα πάντα για να νιώσει η νύφη τους σαν στο σπίτι της από την πρωτη στιγμή.
Βγήκαν έξω στο ήλιο με το Μερκούρη για να της δείξει το κτήμα και να την γνωρίσει στους φτωχούς χωρικούς της περιοχής.
Από την προβλήτα όταν έφτασαν δε φαντάστηκε ότι εκεί βρίσκεται ένα ολόκληρο χωριό, όμως όταν προχώρησαν καμιά πεντακοσαριά μέτρα πίσω από το κτήμα, ξεφύτρωσε ένας δρόμος με σπιτια δεξιά και αριστερά, φτιαγμένα από πηλό και καλαμοσκεπές με πατημένο χώμα για να προστατεύονται από την δυνατή ζέστη της περιοχής.
Ο τόπος της θύμιζε τον κάμπο της θεσσαλικής γης, οι Αιγύπτιοι κάτοικοι ήταν φτωχοί και τα ζώα τους τριγύριζαν στα χωμάτινα δρομάκια ανάμεσα στα σπίτια.Οι γυναίκες μαγείρευαν έξω στη φωτιά έχοντας τις κατσαρόλες τους κρεμασμένες σε μια σιδερένια τριγωνική βάση,κουβαλούσαν νερό μέσα σε ασκούς από τομάρια προβάτων.Τα παιδιά έπαιζαν και φώναζαν δυνατά, οι μυρωδιά της μέντας και των μπαχαρικών ήταν διάχυτη και ανακατεύονταν με τον ίδρωτα των αντρών που περνούσαν με κάρα φορτωμένα καλάμια και δέρματα για να τα πάνε ο καθένας στην αυλή του να τα επεξεργαστεί κάνοντας από πουγκιά,τσάντες, μέχρι φωτιστικά και καρέκλες. Με τα καλάμια έκαναν ακόμη και τις μεσοτοιχίες των σπιτιών τους ράβοντας τα με ίνες και σχοινιά, ύστερα τα περνούσαν με πηλό και ετσι χώριζαν το χώρο μέσα στα μικρά σπίτια τους.Τα περισσότερα από αυτά τα σπίτια δε είχαν παράθυρα,είχαν μόνο είσοδο!
Οι άντρες δούλευαν στα χωράφια στις βαμβακοφυτείες όλης της περιοχής που τις περισσότερες κατείχαν  Έλληνες και Γάλλοι, με αυτό το βαμβάκι οι Γάλλοι και οι Έλληνες έφτιαχναν τα καλύτερα σεντόνια και τις ποιο αφράτες πετσέτες της εποχής.
Η Μαρουσιάννα πέρασε μέρες γαλήνης στο κτήμα, ο Μερκούρης απόδειξε ότι την αγαπάει και την κακομάθενε με εκδηλώσεις στοργής και πάθους.
Το κτήμα το αγάπησε και αποφάσισε να φτιάξει εκεί το δικό της κήπο με λαχανικά και μυρωδικά της πατρίδας της, έστειλε γράμμα στο χωριό για να τους ανακοινώσει ότι θα ζήσει στην Αίγυπτο και πως ειναι πλέον κυρία Καστρινού.
Επέστρεψαν στην Αλεξάνδρεια μετά από δυο εβδομάδες,στο διάστημα αυτό είχε γνωρίσει τους χωρικούς,είχε ζητήσει από το Μερκούρη να της μεταφράζει και με τη βοήθεια του, ζήτησε από τις γυναίκες να δουλεύουν για εκεινη. Η πρώτη της σκέψη, ήταν να δημιουργήσει μια όμορφη προίκα με λευκά είδη από βαμβάκι Αιγύπτου. Σκέφτηκε πως η λευκές κελεμπίες που φορούσαν οι άντρες εύκολα θα μετατρέπονταν σε άνετα νυχτικά για μέλλουσες μητέρες, σεντόνια με κεντημένο το όνομα μελλοντικών νεονύμφων, θα γινόταν ανά τον κόσμο ανάρπαστα,σεντόνια για νεογέννητα,ακόμη τραπεζομάντιλα και βαμβακερές θήκες ψωμιού, κουρτίνες που θα αντικαταστήσουν τις βαρείες βελούδινες που συνήθιζαν οι Ευρωπαίες, αλλά και οι ντόπιες που είχαν στα σπιτια τους πολύχρωμες με χάντρες σε αιγυπτιακό στιλ,οι δικές της λευκές,βαμβακερές εύχρηστες θα έδιναν άλλη αρχοντιά στα σπιτια.
Γνώριζε ότι οι Αγγλίδες αγαπούν τον ήλιο και θα τους αρέσει να περνά μέσα από τα παράθυρα χωρίς να τους βλέπουν αδιάκριτα μάτια, τέρμα θα άλλαζε τα νοικοκυριά τους ,θα πέταγαν τα βελούδα για τις δικές της κουρτίνες!!! Θα έβαζε τους άντρες του χωριού να κάνουν ρολά από μαλακό δέρμα για να χρησιμοποιούνται ως στόρια,για τη σκιά των παραθύρων.Το βαμβάκι της θα γινόταν μαξιλάρια αφράτα, στρώματα για παιδικές κούνιες, κούκλες από πανί παραγεμισμένες με αφράτο βαμβάκι και κεντημένα προσωπάκια.Τα δέρματα των μικρών ζώων μπορούσαν να γίνουν παιχνίδια να τους δίνουν σχήμα και να τα γεμίζουν με βαμβάκι.Ναι το χωριό αυτό θα γινόταν το μελίσσι της, άντρες ,γυναίκες νέοι γέροι θα είχαν δουλειά αν το επιθυμούσαν, μια χάρη μόνο ζήτησε από το Μερκούρη της.
Θέλω να κάνεις μια βιτρίνα στο μαγαζί για μένα Μερκούρη μου, εχω σκοπό να τη γεμίσω με πράγματα που θα φτιάξουν οι γυναίκες από λευκό πανί αλλά και από τομαράκια ζώων γεμισμένα με βαμβάκι.
Ότι θέλει η αρχόντισσά μου, της είπε ο Μερκούρης, που χάρηκε με την πρωτοβουλία της γυναίκας  του. Από το 1932 μέχρι τις παραμονές του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου η Μαρουσιάννα  έχτισε μια μικρή αυτοκρατορία,μια λευκή αυτοκρατορία, από απαλό βαμβάκι από την περιοχή που βρίσκετε στην καρδιά της Αιγύπτου, στο δέλτα του Νείλου το χωριό Αμπού αλ-Κουμ, που ανήκε διοικητικά τότε  στο Αλ Μινουφίγια.Στρώματα και μαξιλάρια από καθαρό λευκό βαμβάκι που επεξεργαζόταν στο δικό της εκκοκκιστήριο,τις μηχανές τις τάιζαν με τα χέρια οι άντρες, ερχόταν το βαμβάκι από τα χωράφια σε τεράστια τσουβάλια φορτωμένο σε αραμπάδες, το έριχναν στις μηχανές να καθαρίσει και να αφρατέψει και γέμιζαν με αυτό θήκες από χοντρό βαμβακερό ύφασμα, κατόπιν οι γυναίκες έντυναν αυτά τα μαξιλάρια με άλλες θήκες επίσης βαμβακερές αλλά κεντημένες. Τα μαξιλάρια της Μαρουσιάννας τα αγόραζαν δεκάδες ξενοδοχεία στη Γαλλία και την Αγγλία, τα καράβια ναυλώνονταν για Τεργέστη και Λίβερπουλ με φορτωμένα αμπάρια, στρώματα φτιαγμένα με μεράκι από τα χέρια των αντρών, γιατί αυτή η δουλειά απαιτούσε δύναμη, οι γυναίκες γέμιζαν μόνο τα τετράγωνα θηκάρια με βαμβάκι, κάθε στρώμα είχε είκοσι θήκες με πρεσαρισμένο βαμβάκι διαμέτρου είκοσι εκατοστών και πάχους δέκα εκατοστά, ολες οι θήκες ράβοντας μεταξύ τους και κατόπιν τις περνούσαν σε μια μεγάλη θήκη από χοντρό βαμβακερό ύφασμα,ξαναγέμιζαν τη θήκη πάνω κάτω με αφράτο βαμβάκι αυτή τη φορά, έραβαν το πάνω άνοιγμα και μετά το έβαζαν πάνω σε ένα μεγαλο πάγκο και το χτυπούσαν με ξύλινο κόπανο μέχρι να πάρει τη σωστή φόρμα και να ειναι εντελώς λεία η επιφάνεια αυτά τα στρώματα ήταν βαριά αλλά πολύ αναπαυτικά για το σώμα.
 Ο κοιλάδα της Αιγύπτου τη δέχθηκε και την αγάπησε και εκείνη γεύτηκε αυτή τη χαρά, έγινε άλλη μια φορά κυρα του κάμπου. Όπου περνούσε την αναγνώριζαν και υποκλινόταν με σεβασμό, γιατί ήταν σεμνή και φιλότιμη γυναίκα, δίκαιη μα και αυστηρή αλλά είχε πάντα ένα γλυκό χαμόγελο για τους άντρες και τις γυναίκες που ήταν στη δούλεψη της. Τα χάδια της τα μοίραζε στα μικρά παιδιά του χωριού, τις σχόλες έμπαινε στην κουζίνα και έφτιαχνε γλυκά με σιρόπι, έψηνε πίτες και έστρωνε τραπέζι για όλα τα παιδιά του χωριού και τα ξεπροβόδιζε με τα χέρια γεμάτα να πάνε στο σπιτι γλυκά και κρέας στην οικογένειά τους. Αυτή ήταν η κυρα του κάμπου, καρδιά δε της έκανε να κάτσει να φάει αν δε ήταν σίγουρη πως ακόμη και ο τελευταίος χωρικός θα έτρωγε ένα κομμάτι ψωμί απ τα χέρια της. Ήξερε αυτή από φτώχεια, είχε περάσει δύσκολα στο πλευρό του συχωρεμένου του παππά Αναστάση, κοριτσάκι νιόπαντρο τότε που πήγε στην Τσίαρα στο κονάκι του.  Όταν δε ξεχνάς είσαι δίκαιος και ταπεινός, αυτό ήταν αρχή της.
Στα σαράντα δυο της έφερε στον κόσμο το δεύτερο παιδί της, καρπός της αγάπης της με το Μερκούρη.
Το μωρό ήρθε στον κόσμο υγιέστατο και κατάξανθο σαν τη μάνα του, ένα ουρί του παραδείσου.
Αγγελούδι ήταν και  Αγγελική το βάπτισαν, πήρε το όνομα από την αδελφή του Μερκούρη που είχε πεθάνει πολύ μικρή. Οι Καστρινοί πέταξαν από χαρά με τη γέννηση της εγγονής τους,γέμισαν την κλινική της Αλεξάνδρειας με λουλούδια και τη νύφη τους τη γέμισαν από τον καρπό μέχρι τον αγκώνα χρυσόβεργες .

Η νύφη τους, το άξιζε με το παραπάνω, είχε εργασθεί σκληρά παρόλο που ήταν έγκυος,
Δεν είχε κεντήσει μόνο τα μωρουδιακά της Αγγελική τους, μα μια ολόκληρη προίκα για την κόρη του Μονάρχη Fuad και για την κόρη του πρωθυπουργού  Muhammad Tawfiq Nasim Pasha. Η πληρωμή της έγινε με χρυσά νομίσματα, και το κατάστημα των Καστρινών έφερε πλέον μια χρυσή πλακέτα με πέντε χρυσές μέλισσες στην βιτρίνα του.
Πέντε χρυσές μέλισσες, τόσες ήταν και οι γυναίκες που μαζί με την Μαρουσιάννα κέντησαν και έραψαν την προίκα των δυο κοριτσιών που παντρεύονταν, αυτός ήταν και ο λογότυπος της νέας εταιρείας των Καστρινών και το μελίσσι της ήταν  στο χωριό  Αμπού αλ-Κουμ.
Τα χρόνια που έζησε η Μαρουσιάννα στην Αίγυπτο ήταν τα καλύτερα της ζωή της, μα δε έμελε να ζήσει για πάντα ευτυχισμένη σε τούτο τον τόπο, οι απελάσεις των Ελλήνων, η Εθνικοποίηση όλων των μεγάλων εταιρειών στην Αίγυπτο, θα την έφερναν πίσω στην πατρίδα, χήρα και μακριά από όσα έχτισε και έδωσε κομμάτι του εαυτού της, είκοσι τέσσερα χρόνια αργότερα, με μια βαλίτσα στο λιμάνι του Πειραιά ............ 

Σάββατο, 6 Απριλίου 2013

Η ΚΥΡΑ ΤΟΥ ΚΑΜΠΟΥ 5

Η αγροτική πολιτική του Βενιζέλου, δυνάμωσε πολύ τους αγρότες της Θεσσαλίας. Αυτό έδωσε ελπίδες και  ιδιαίτερη  στην Μαρουσιάννα, γιατί δεν θα ήταν  πια μόνη, απέναντι στους υπόλοιπους τσιφλικάδες που κρατούσαν με νύχια και με δόντια τη γη.

Επτά εκατομμύρια στρέμματα ήταν το μέγεθος  της Θεσσαλικής καλλιεργήσιμης γης, εκ των οποίων, τα πέντε εκατομμύρια στρέμματα ανήκαν αποκλειστικά σε τσιφλικάδες και οι Καραγκούνηδες κολίγοι ήσαν απλοί δουλοπάροικοι.
Ο Βενιζέλος από το 1910 έως το 1920 κάνει μεγάλες μεταρρυθμίσεις.
Με το άρθρο 17 του συντάγματος στις 21 Ιουλίου 1917, θέσπισε την αναγκαστική απαλλοτρίωση και τη διανομή της γης σε μικροκαλλιεργητές. Στα χρόνια 1910-1932 ίδρυσε το Υπουργείο Γεωργίας, συνέστησε αγροτικά επιμελητήρια και συνεταιρισμούς, οργάνωσε την γεωργική εκπαίδευση σε όλες τις βαθμίδες και τις γεωργικές υπηρεσίες του κράτους και τέλος ιδρύει  την Αγροτική Τράπεζα.

 Παρά το διχασμό και τις μεγάλες κόντρες με τον  Βασιλιά Κωνσταντίνο, παρά τις πληγές των Βαλκανικών πολέμων αλλά και των εσωτερικών προβλημάτων,η χώρα περπατούσε με δεκανίκια μπροστά.
Το 1920 έγινε η προσάρτηση της Θράκης, το 1922 όμως, ήρθε η μεγάλη καταστροφή στην Ιωνία!
Χάσαμε εκατοντάδες άντρες  και την τιμή μας, γεμίσαμε πρόσφυγες από τα Μικρασιατικά παράλια, που ήρθαν ρακένδυτοι και τρομαγμένοι. Αφανισμένοι και πληγωμένοι, γέμισαν τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου με ορφανά και χήρες, από την Μυτιλήνη ως την Χίο και απ Μακεδονία ως την Αθήνα. Όπου υπήρχε άγονη γη και ερημιά, εγκαταστάθηκαν οι φουκαράδες που ξεριζώθηκαν από τα πατρογονικά τους και ήρθαν στην πατρίδα τους. Σε μια πατρίδα που κανείς δε τους ήθελε, κανείς δεν άνοιγε την πόρτα του να δώσει ένα ποτήρι νερό.

Γέμισε η Ανατολική Μακεδονία, γέμισε ο Πειραιάς και νότια οι ακτές του Λαυρίου, άρχισαν να ξεφυτρώνουν οι παράγκες τους, με ότι υλικό έβρισκαν στα σκουπίδια. Γυναίκες που μεγάλωσαν με πλούτη και υπηρέτριες, γίνηκαν οι ίδιες δουλικά στα καλύτερα σπίτια της χώρας, ενώ όποιος τολμούσε να συνάψει σχέση ή γάμο με Σμυρνιά, τον χαρακτήριζαν βλάκα και έλεγαν πως τυλίχθηκε στα δίχτυα μιας ξιπασμένης!
Αντιθέτως αν Σμυρνιά έπαιρνε Ελλαδίτη, ήταν καπάτσα και υποτίθεται ότι τον είχε σήκω κάτσε και χωμένο στο βρακί της. Τόσο στενόμυαλοι υπήρξαν οι Ελλαδίτες και καχύποπτοι με τους πατριώτες μας από την Ιωνία.
Το 1928 ο Βενιζέλος πήρε ξανά τα ηνία της χώρας, ήθελε οπωσδήποτε να κλείσουν οι παλιές διαφορές και η χώρα να αλλάξει πορεία,ένας τρόπος υπήρχε. Να έχει καλές σχέσεις με τους γείτονες. Έκανε λοιπόν  την πρώτη φιλική διπλωματική κίνηση με την Ιταλία, υπογράφοντας σύμφωνο φιλίας.
Η Μαρουσιάννα τέτοιες  ευκαιρίες της έπιανε στον αέρα, είχε γίνει άριστη επιχειρηματίας, πρώτη όλων,  ανοιχτόμυαλη, έξυπνη, δαιμόνια. Έχοντας πάντα καλές σχέσεις με την Ανθή, τη ρώτησε αν έχει διατηρήσει επαφή  με τον πρόξενο την Ιταλίας. Απ το κρεβάτι της Ανθής στο μπορντέλο της Κολλέτ, είχε περάσει κάποτε όλοι η "αφρόκρεμα" των Αθηνών, μαζί και ο πρόξενος!

Αυτές τις φιλίες η Ανθή ποτέ δε τις άφησε να πάνε χαμένες. Επίσης στην κλινική του Αιμίλιου νοσηλεύονταν δεκάδες αριστοκράτες και τα Βασιλικά μέλη τον συμβουλεύονταν πάντα σε ιατρικά θέματα. Η Ανθή της έστειλε επιστολή με πολύ ευχάριστα νέα. Η Μαρουσιάννα αυτή την ευκαιρία δε θα την έχανε με τίποτα, ετοιμάσε μια βαλίτσα και την επόμενη μέρα πήρε  το τρένο για την Αθήνα, χωρίς να πει τίποτα, για όσα είχε στο νου της στην Κωστάντου, που ήταν για εκείνη δεύτερη μάνα, μα ούτε στον πατέρα της που ζούσε ακόμη.
Πίσω έμεινε ο Αναστάσης, φύλακας και κύρης του σπιτιού, δεκαοχτώ χρονών παλικάρι, με μπράτσα και κορμοστασιά που σε ζάλιζαν. Σεμνός και λιγόλογος, φίλος όλων, γλεντζές και ντόμπρος,είχε μάθει να ζει για το κτήμα και την μάνα του. Είχε γίνει από πολύ μικρός ο προστάτης της και ο σύντροφος του παππού του. Γράμματα πολλά δε έμαθε, μα όσα χρόνια πήγαινε σχολείο, ρούφαγε όσα του έλεγε ο δάσκαλος του. Το κτήμα τον είχε κερδίσει, ήταν φτιαγμένος για τον κάμπο. Όταν έκοβαν το τριφύλλι, εκείνος ξάπλωνε πάνω του και γέμιζε τους πνεύμονες με το άρωμα του κομμένου χόρτου, όταν θέριζαν και αλώνιζαν, εκείνος γέμιζε τις χούφτες με στάρι ή καλαμπόκι και τις άδειαζε αργά αργά πάνω στο χράμι που έστρωνε στον ίσκιο της μουριάς στο κεφαλάρι του κτήματος, που ήταν και η μοναδική σκιά, σε όλη αυτή την έκταση με τα σπαρμένα χωράφια. Ήταν ερωτευμένος με τη γη και όσα τους χάριζε. Ήθελε να είναι εκείνος, ο πρώτος που θα γευτεί τη σοδειά του μποστανιού στο κτήμα της Μερμιγκιάρας*. Χάραζε το πρώτο καρπούζι με το σουγιά του και το δάγκωνε με χαρά, άφηνε τα ζουμιά να κυλήσουν στο σαγόνι και στο στήθος του, αγαπούσε  τη γη και όσα τους χάριζε σαν έρχονταν η ώρα της!
Με τα ζώα πολλά δεν είχε, μονάχα τα άλογα λάτρευε σαν τον συχωρεμένο τον πατέρα του.
Ήξερε λοιπόν η Μαρουσιάννα σε τι χέρια άφηνε το κτήμα.
Έφτασε στην Αθήνα του 1928 και ένιωσε λίγο ξένη στον τόπο της. Πρώτη φορά έβλεπε μεγάλους δρόμους, φώτα στους πεζόδρομους, πρώτη φορά έβλεπε το κτήριο της βουλής των Ελλήνων και εφημεριδοπώλες να ξεφωνίζουν ωσάν παλαβοί τα γραφόμενα στις φυλλάδες.
Ο Αιμίλιος Αυγέρης ήταν στο σταθμό με τη Ανθή και την παρέλαβαν με το αυτοκίνητό τους.
Έφτασαν στην οδό Λυκαβηττού και σταμάτησαν εμπρός σε ένα δίπατο αρχοντικό. Η Ανθή της είπε ότι εκεί κοντά, κατοικεί και ο Βενιζέλος με τη δεύτερη γυναίκα του την Έλενα Σκυλίτση!
Τις επόμενες μέρες ζούσε με τρελούς ρυθμούς, η Ανθή επέμενε πως έπρεπε να μάθει χορό και να ραφτεί σε Γαλλίδα μοδίστρα με ότι ύφασμα και σχέδιο ήταν της μόδας. Τις έκανε καθημερινά μασάζ στα χέρια με ροδέλαιο να μαλακώσουν και τα έτριβε για ώρα με λεμόνι. Η Μαρουσιάννα στο κτήμα εργαζόταν σκληρά και είχε χέρια τραχιά χαραγμένα από την τσάπα. Έπρεπε να είναι έτοιμη την ημέρα που η Ανθή θα έκανε δεξίωση, προς τιμήν του Ιταλού προξένου. Εκεί οι άντρες φιλούσαν τα χέρια των κυρίων και τα δικά της ήταν χέρια αγρότισσας. Στη δεξίωση θα ήταν καλεσμένη φίλοι του Αιμίλιου, πολιτικοί και ξένοι πρόξενοι,  η Ανθή ήθελε να γνωρίσει την Μαρουσιάννα σε όλους, μπας και βρει σύζυγο της Αθηναϊκής κοινωνίας και ξεφύγει απ την αγροτιά και την κούραση.
 Μα η Μαρουσιάννα δε είχε τέτοιο σκοπό, είχε κατέβει στην πρωτεύουσα για να βρει τρόπο να πουλήσει τα προϊόντα της.   Να ανέβουν οι πωλήσεις και να έχει ο γιος της ένα καλύτερο μέλλον.

Την βραδιά της δεξίωσης, το σπίτι του Αιμίλιου και της Ανθής, γέμισε με την αφρόκρεμα των Αθηνών,  κορίτσια  ντυμένα στα μαύρα με άσπρες ποδιές, πηγαινοέρχονταν με δίσκους γεμάτους ποτήρια και πρόσφεραν αφρώδες κρασί. Οι κυρίες ήταν ραμμένες στο Παρίσι και φορούσαν περίτεχνα καπέλα με φτερά ή με  λουλούδια. Οι άντρες υποκλινόταν μπροστά τους και φιλούσαν το χέρι κάθε κυρίας. Η Μαρουσιάννα από την κορυφή της σκάλας κοίταζε διστακτικά την κίνηση στη μεγάλη σάλα, της φαινόταν όλα αυτά κάπως γελοία. Στο χωριό της, φιλούσαν με σεβασμό μόνο το χέρι των γερόντων, οι βαμμένες γυναίκες της φαίνονταν σαν κοκόρια με πολύχρωμα φτερά, ποτέ ένας άντρας του χωριού της δε θα φιλούσε το χέρι αυτών των γυναικών.
Πήρε βαθιά εισπνοή και άνοιξε το βήμα της, αν και ένοιωθε σαν μύγα μες το γάλα, εμφανίστηκε στη σάλα κατεβαίνοντας αγέρωχη και στητή με το ένα χέρι στη μέση.

 Αγνοώντας τις συμβουλές της Ανθής, είχε αφήσει το φόρεμα που της είχε διαλέξει για την δεξίωση, είχε φορέσει την νυφιάτικη καραγκούνικη στολή της, τα μαύρα λουστρίνια της και κατέβηκε τη σκάλα. Τα ολόχρυσα γιορντάνια της άστραφταν στο στήθος, στα μαλλιά και τη μέση της, τα κρόσσια στα μανίκια και τον ποδόγυρο θρόιζαν στη περήφανη περπατησιά της!
" Αυτή την περπατησιά δε μπορεί να τη συναγωνιστεί κανένα μοντέλο, μόνο οι γυναίκες του βουνού και του κάμπου της Ελλάδας την έχουν, επειδή από παιδιά μαθαίνουν να περπατούν ολόισια και με το φορτίο στο κεφάλι, είτε αυτό είναι νερό, είτε είναι ξύλα ή κανίστρες με ρούχα και τρόφιμα."

Η Ανθή μόλις την είδε, γούρλωσε τα μάτια και κόντεψε να πνιγεί με ένα φουά γκρα, ο Αιμίλιος χαμογέλασε και πήγε να την υποδεχθεί.
Ααααα έβγαλε ένα δυνατό επιφώνημα, η καλή μας φίλη από τα Τρίκαλα, μας έκανε τελικά την τιμή να έρθει με την παραδοσιακή φορεσιά της. Οι κυρίες σούφρωσαν περιφρονητικά τις μύτες, οι κύριοι αντιθέτως έδειξαν τον θαυμασμό τους.
Σωστά το είπες Αιμίλιε, φώναξε η Μαρουσιάννα, σας κάνω αυτή την τιμή, εδώ που ζείτε δε νομίζω ότι έχετε συχνά αυτή την ευκαιρία. Και οι παραδοσιακές φορεσιές μας, είναι μοναδικά χειροτεχνήματα των γυναικών της υπαίθρου, τα οποία δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από τα ενδύματα των ευρωπαϊκών οίκων μόδας!
Εγώ λοιπόν τις ευκαιρίες δε τις αφήνω να πάνε χαμένες.
Πλησίασε τον Αιμίλιο και τον φίλησε στο μάγουλο. Θα με συστήσεις στον τιμώμενο καλεσμένο Αιμίλιε;
Ο Αιμίλιος την πήγε κατευθείαν στον πρόξενο, μόλις συστήθηκαν η Μαρουσιάννα πήρε ένα ποτήρι από το δίσκο που περνούσε, το σήκωσε ψηλά κοιτώντας τον πρόξενο. Πίνω στην υγειά σας εξοχότατε, με την ευχή οι χώρες μας να βγουν κερδισμένες από αυτή  την φιλία. Στο τρίτο ποτήρι κρασί, ο πρόξενος είχε λάβει πρόσκληση για επίσκεψη στα Τρίκαλα και ξενάγηση στα Μετέωρα, που για να πας στο μεγάλο Μετέωρο εκείνο τον καιρό, έπρεπε να μπεις μέσα σε ένα δίχτυ και να αιωρείσαι  στο κενό για ώρα!
Όλα τα δέχτηκε ο πρόξενος που είχε μείνει άναυδος, με τον ενθουσιασμό, τον πατριωτισμό και το δυναμισμό της γυναίκας. Η Μαρουσιάννα δε είχε καιρό για χάσιμο, δεν έμεινε μέρα στην Αθήνα, έφυγε το επόμενο πρωί για το χωριό, να μπορέσει να προγραμματίσει με τις γυναίκες τις εργασίες για την υποδοχή του προξένου και να τις πείσει να την βοηθήσουν να στήσουν μια επιχείριση προς όφελος όλων.
Σαν έφτασε στο χωριό, ξεκουράστηκε και έφαγε με όρεξη τα νόστιμα φαγητά, φτιαγμένα με τα χέρια της Κωστάντους.
Αγαπημένη μου Κωστάντου, τώρα θα σου πω το λόγο που πήγα στης Ανθής μας, τις είπε πιάνοντας της το χέρι. Στείλε τη Μυρτώ να φωνάξει τις γυναίκες μέχρι το βράδυ να είναι όλες εδώ,  εμείς θα κουβεντιάσουμε. Είπε στην Κωστάντου το όραμά της για μια μικρή βιοτεχνία ζυμαρικών, που θα μπορούσε να έχει πρώτη ύλη, τα δικά τους προϊόντα, γάλα, αυγά, αλεύρι, βούτυρο και για το όνειρο των εξαγωγών στην Ιταλία. Η Κωστάντου ήταν αγράμματη, άλλα κατάλαβε πως αυτό θα φέρει δουλειά, χρήματα και προκοπή για πολλές φαμελιές. Εγώ κυρα μου είμαι μαζί σου, της είπε με ενθουσιασμό. Ότι θες και περνά απ το χέρι μου θα το κάνω. Η Μαρουσιάννα τους είχε φέρει από ένα δώρο, μια όμορφη άσπρη ποδιά σαν αυτές που φορούσαν οι κοπέλες στο σπίτι της Ανθής.Όταν ήρθαν οι γυναίκες, τους μίλησε για τα σχέδιά της και έβγαλε απ τη βαλίτσα της τα δώρα που τους έφερε...
κυράδες μου, σας έφερα αυτό το δώρο γιατί έχω το σκοπό μου.
Θα ράψουμε πολλές από δαύτες, να τις έχετε για πατρόν, όλες οι γυναίκες του χωριού θα φορέσουμε μια τέτοια ποδιά σε είκοσι μέρες, για να υποδεχτούμε έναν Ιταλό! Θα ράψουμε λίγο ποιο ελαφριά φορέματα για να μπορούμε να κινούμαστε ποιο άνετα και  από αύριο πρώτα ο Θεός,  θα έχουμε διπλή δουλειά. Στην Αθήνα έκλεισα μια καλή συμφωνία για όλες μας, μίλησα με έναν Ιταλό που σε είκοσι μέρες θα έρθει μέχρι εδώ, πρέπει  να δει όσα ξέρουμε να φτιάχνουμε. Να βάλουμε την τέχνη, το μεράκι  και την νοικοκυροσύνη μας και όλα θα πάνε καλά. Από αύριο οι μισές από εμάς θα ράβουμε πάνινες σακούλες που να χωράν μέσα μια οκά χυλοπίτες.Το γάλα μας είναι καλό και αρκετό.Στην πόλη δε ξοδεύετε όλο και εμείς πόσο θα πιούμε; πόσο τυρί να πήξουμε; δεν έχουμε μεγάλο τυροκομείο ούτε ψυγεία.
Οι Ιταλοί τρώνε όμως μακαρόνια και είναι πλιότεροι από εμάς, εκατομμύρια φαμελιές. Πιάστε να ανοίγετε φύλλα και να κόβετε χυλοπίτες, θα τις ξεραίνουμε όσο είναι καλοκαίρι, ο ήλιος καίει, οι λαμαρίνες μας έξω στις αυλές θα κάνουν καλή δουλειά.
Οι άντρες θα μένουν στα χωράφια και εμείς στο μαγέρικο. Σε είκοσι μέρες έρχεται ο πρόξενος να κλείσουμε τη δουλειά. Ο Βενιζέλος έκλεισε μαζί του φιλία, εμείς θα πουλήσουμε χυλοπίτες.
Έπιασαν οι γυναίκες δουλειά μέρα νύχτα, άλλες έξω κάτω στον ίσκιο από τα δέντρα του αρχοντικού και άλλες στο μεγάλο μαγερειό, άλλες έραβαν σακούλια από άσπρο πανί, άλλες έκαναν τις ζύμες άλλες τις έκοβαν και άλλες  έστρωναν σε λαμαρίνες να στεγνώσουν.
Ο πατέρας της Μαρουσιάννας, μια μέρα της είπε για μια σφραγίδα, εμείς κόρη μου τα ζα τα σφραγίζουμε για να τα γνωρίζουμε σαν βγαίνουμε στα βουνά και στα λαγκάδια, φρόνιμο είναι να κάνεις και εσύ το ίδιο στα σακούλιας.
Δεν με παίρνει βρε πάτερα ο χρόνος, μέχρι να κεντήσουμε χίλια σακούλια θα έρθει φθινόπωρο. Μη τα κεντήσεις Μαρουσιάννα μ, πάρε ένα σίδερο και λίγατο στη φωτιά με το όνομα του  Αναστάση. Ύστερης ρίξε στα πανιά κερί και πάτα το σίδερο απαναθιό. Να η σφραγίδας!!!
Ο γιος θα είναι στη σφραγίδα και εσύ στο τιμόνι! Οι άντρες θα δεχτούν καλύτερα ένα άλλο σερνικό σε αυτές τις δουλειές κόρη μ .........
Η Μαρουσιάννα ενθουσιάστηκε, έβαλε τον Αναστάση να κάψει στο μπουχαρί ένα σίδερο να το λυγίσει και να κάνει  τη σφραγίδα με ένα μονόγραμμα ΑΒ / Αναστάσης Βεργάς /Τσιάρα 1928.
Έγινε ένα αστούμπαλο σιδερένιο πράγμα που δε ήταν τίποτα ξεχωριστό.
Τότε ο γερός σκέφτηκε τις σφραγίδες που είχαν οι κυρές για τα πρόσφορα! Πήρε ένα κομμάτι από ξύλο κερασιάς, το πριόνισε,το πλάνισε και έφτιαξε πρώτα μια ξύλινη επίπεδη πλάκα, ύστερα με κοπίδι και σφυρί έκανε τα γράμματα Α Β και από κάτω εγραψε, Αναστάσης Βεργάς 1928! Του πήρε μέρες να το σκαλίσει και να το τελειώσει, μα σαν τελείωσε πήγε να το έδειξε στην κόρη του με το χαμόγελο του νικητή!
Μαρουσιάννα σου έχω κάτι.............
Σηκώνει η γυναίκα το κεφάλι και βλέπει τη σφραγίδα!
Τι θα έκανα χωρίς εσένα πατέρα!!!!!
Ο Αναστάσης μας είναι καλός και λεβέντης, μα τα χέρια του δεν πιάνουν ψιλοδουλειά, μόνο αλέτρι και τσαπί..... άντε και καμιά παρδαλή στα Τρίκαλα, ξέσπασαν σε γέλια πατέρας και κόρη.
Σε είκοσι μέρες είχαν τελειώσει χίλιες σακούλες, άσπρες καλοραμμένες από λευκό πανί και πάνω η σφραγίδα με κόκκινο βουλοκέρι, γεμάτες με φρέσκες χυλοπίτες! Ο πρόξενος ήρθε με τον Αιμίλιο και την Ανθή  με ένα κόκκινο αυτοκίνητο. Έκανε τόσο θόρυβο, που ακούστηκε από το γιοφύρι στο Τσιαγαλί*.
Οι γυναίκες είχαν φορέσει τα καλά τους και είχαν στρώσει τραπέζια με άσπρα τραπεζομάντιλα, επάνω είχαν στοιβάξει όλα τα καλούδια της φύσης και της κουζίνας τους. Μπροστά στα τραπέζια είχαν αραδιάσει καλάθια γεμάτα με τα σακούλια τους και για να τα ομορφύνουν τα είχαν τυλίξει με κληματόβεργες.
Έβαλαν τα ποτήρια μέσα στην κοπάνα του αρτεσιανού να παγώσουν και γέμισαν  τις κανάτες, με κρύο νεράκι και τσίπουρα. Φίλεψαν τον πρόξενο, με ψητά αρνιά στη σούβλα, πίτες και χυλοπίτες στη γάστρα με κόκορα και φυσικά, τα πεντανόστιμα τυριά τους.Το γλέντι άναψε μόλις πήρε να νυχτώνει, τα κορίτσια του χωριού, έφεραν μαστραπάδες με κρασί, οι λεβέντες μπήκαν στο χορό, τα όργανα λαλούσαν χαρούμενα και ακούγονταν μέχρι τα Μετέωρα. Έφτανε η λαλιά του κλαρίνου, πάνω στα βράχια και γύρναγε πίσω με τον αέρα και ύστερα εξατμιζόταν στα σύννεφα, στα αστέρια που λαμπύριζαν και φώτιζαν τη νυχτιά.
Τα κορίτσια και οι λεβέντες του χωρίου, στροβιλίζονταν στο χορό και οι γέροι καμάρωναν τα νιάτα.
Η συμφωνία έκλεισε, όχι μόνο χάρη στην υπέροχη βραδιά, αλλά και χάρη στις υπέροχες γεύσεις των ζυμαρικών που δοκίμασε ο Πρόξενος στο τραπέζι.
Στην επίσκεψη των Μετεώρων, ο πρόξενος είδε την Μαρουσιάννα να μπαίνει στο δίχτυ χωρίς δισταγμό για να προσκυνήσει στο μοναστήρι. Αυτή η γυναίκα έχει τη  θέληση αρσενικού, είπε ο Ιταλός, μαζί της αξίζει κανείς να συνεργαστεί, έχει κότσια!
Η Μαρουσιάννα αποφάσισε να κάνει το δεύτερο βήμα, για να εδραίωση την επιχείριση, έτσι τον Σεπτέμβρη του 1928 αγοράζει με 50.000 χιλιάδες δραχμές, υλικά και ετοιμάζει ένα πέτρινο κτίριο δίπλα στο ποτάμι. Εκεί στήνει τη μικρή της βιοτεχνία ζυμαρικών. Πάνω σε μαρμάρινους πάγκους οι γυναίκες εργάζονταν, ανοίγοντας από το πρωί ως το μεσημέρι  φύλλα για ζυμαρικά, μέσα σε μια μέρα τα ανοιγμένα και κομμένα ζυμαρικά στέγνωναν απ το καυτό ήλιο που έκαιγε τις λαμαρίνες στο προαύλιο του κτηρίου. Όμως για το χειμώνα έπρεπε να βρουν άλλη λύση. Οι σακούλες ράβονταν πλέον με μια ραπτική μηχανή και η σφραγίδα ήταν τυπωμένη με μελάνι. Από το πέτρινο κτίριο του ποταμού,οι χυλοπίτες ταξίδευαν μέχρι τη Βενετιά και από κει σε όλη την Ιταλία για να χορτάσουν τους Ιταλούς που είχαν πέσει με τα μούτρα στην ανόρθωση του Ιταλικού γοήτρου. Δίπλα από το κτίριο των ζυμαρικών, μεταφέρθηκε και το τυροκομείο, το παλιό πλίθινο κτίριο δε ήταν πολύ δροσερό, είχε πάτωμα από πατημένο χώμα και αυτό δε βοηθούσε τις γυναίκες να καθαρίζουν το χώρο όπως έπρεπε με νερό και να κρατούν δροσερά τα βαρέλια τους.
 Η Μαρουσιάννα ήταν  η κυρα και η αρχόντισσα του χωριού, είχε τον σεβασμό και την αγάπη των συμπατριωτών της. Την ευχαριστούσε να βλέπει ευτυχισμένα παιδιά,η χαρά της ήταν να βλέπει τον φτωχό να προκόβει, τα παιδιά να μην πεινάνε και οι νέοι να κάνουν όνειρα.
Μέχρι το 1932 είχε παραγγελίες από την Ιταλία, τροφοδοτούσε τον Ιταλικό στρατό με χυλοπίτες, ενώ η Ελληνική οικονομία πήγαινε κατά διαόλου.Τον Απρίλη του 1932 η Ελλάδα πτωχεύει, η μακαρονοποιία και τα τυροκομεία Βεργάς όμως έχουν δουλειά για να ζουν σαράντα φαμελιές.
Αυτά τα τέσσερα χρόνια υπήρξαν και τα καλύτερα για την Μαρουσιάννα και την οικογένειά της .
Η Μαρουσιάννα ήταν γυναίκα μετρημένη, αλλά και προοδευτική, ενημερωνόταν για την πορεία της οικονομίας στην Ευρώπη, γνώριζε για την οικονομική κατάρρευση της Αμερικής, το γνωστό κραχ του 1929  που είχε αλυσιδωτές επιπτώσεις και στην οικονομία της Ευρώπης.
Εκείνη την εποχή η Ελλάδα είχε περίπου 6.300.000 πληθυσμό εκ των οποίων τα 3.500.000 ήσαν γεωργοί.Αυτό από μόνο του ήταν τρομακτικό, οι μισοί Έλληνες παρήγαγαν προϊόντα που έπρεπε να καταναλωθούν από τους άλλους μισούς. Οι περισσότεροι δεν είχαν πρόσβαση στις λαϊκές αγορές των μεγάλων πόλεων, τα προϊόντα που έφταναν στα αστικά κέντρα ήταν πανάκριβα και εξαγωγές από ελάχιστες ως ανύπαρκτες. Ο καπνός και η σταφίδα,ήταν από τα προϊόντα που εξήγαγε η Ελλάδα, όμως η δική τους περιοχή δεν είχε τέτοια παραγωγή,  εκείνη ήθελε ένα προϊόν να μπορεί να το εξάγει και να έχει όφελος .
Στην Ελλάδα οι πρόσφυγες που ενσωματώθηκαν στην χώρα, ερχόμενοι από την Καύκασο και την Μικρά Ασία, ασχολήθηκαν εντατικά με τη γη, η Βόρεια Ανατολική Ελλάδα και ο Μακεδονικός κάμπος καλλιεργήθηκε όσο ποτέ. Σε αυτό βοήθησε πολύ ο αναδασμός της γης, μιας που όλοι σχεδόν οι πρόσφυγες στράφηκαν στην καλλιέργεια για να σταθούν στα πόδια τους. Έτσι οι κτηνοτρόφοι ήταν λιγότεροι και τα προϊόντα τους καταναλώνονταν πολύ γρήγορα στην χώρα.Το τυροκομείο της Μαρουσιάννας σημείωνε συνεχώς κέρδη.
Το 1928 καλλιεργήθηκαν 15.000 στρέμματα γης! Η καλλιέργεια της γης, γινόταν παραδοσιακά ως τότε, με βόδια και μουλάρια και άλογα, μέχρι που ο  Βενιζέλος, το 1929 και κατά τις αρχές του 1930 αποφάσισε να δώσει κεφάλαια για να αγοραστούν μηχανικά άροτρα, εννέα εκατομμύρια δραχμές ήταν το ποσό που διατέθηκε για αυτή την επένδυση! Παρόλο αυτά, τα βόδια και τα άλογα παρέμειναν για πολλά χρόνια τα κύρια εργαλεία του  Έλληνα αγρότη. Ο κάμπος των Τρικάλων οργώνονταν μέχρι και τα τέλη του 1958 με βόδια ή άλογα.
Ο Βενιζέλος έδωσε μάχες στην Ευρώπη για την οικονομική αξιοπιστία της χώρας. Ειχε ανάγκη από δανειοδοτήσεις για να ορθοποδήσει η χώρα,να στηρίξει την βιομηχανία,όμως το κραχ του 1929 στην Αμερική, ο πόλεμος και οι οικονομική αδυναμία της Ευρώπης δε ήταν  καλοί σύμμαχοι σε αυτή την προσπάθεια, με αποτέλεσμα το 1932 η Ελλάδα να οδηγηθεί  στην χρεωκοπία.

Όσο περνούσαν τα χρόνια, η φιλία της Ανθής και της Μαρουσιάννας γινόταν ποιο δυνατή.
Η Μαρουσιάννα έχει μάθει να εμπιστεύεται πολύ την Ανθή, οι δυο γυναίκες αλληλογραφούσαν συχνά και όποτε ο Αιμίλιος έχει χρόνο ταξίδευαν στα Τρίκαλα  να επισκεφθούν το κτήμα.Οι Μαρουσιάννα και η Κωστάντου, τους περίμεναν πάντα τους με χαρά. Από αυτούς περίμεναν να μάθουν τα νέα  και τις εξελίξεις από την Αθήνα και την Ευρώπη. Ότι της έφερνε η Ανθή από τον Αθηναϊκό τύπο το διάβαζε με μανία, θέλοντας να μάθει τα πάντα, ανησυχούσε πολύ με την οικονομική αδυναμία της χώρας. Πριν γίνει η πτώχευση της Ελλάδας η Μαρουσιάννα φεύγει με τον Αιμίλιο και την Ανθή για ένα ταξίδι στην Ιταλία, με την ελπίδα να κλείσει νέα συμφωνία για την εταιρεία της.Κάνει τα μισά της χρήματα Ιταλικά φράγκα και αγοράζει δυο μηχανές αποξήρανσης και ένα μεγάλο ζυμωτήρα για το εργοστάσιο, που δεν είχε ως τότε τον απαραίτητο μηχανικό εξοπλισμό.

Στη Ιταλία, έφτασε με βαπόρι την άνοιξη του 1931 στο λιμάνι του Σαν Μπασίλιο της Βενετίας,πρώτη φορά πατούσε το ποδάρι της σε ξένο τόπο και το λιμάνι την γοήτευσε. Είχε ακούσει απ τον Αιμίλιο για τα γεφύρια της, ότι είναι χτισμένη, μέσα στο νερό ολάκερη η πόλη, όμως αυτό που αντίκρισε φτάνοντας δε το περίμενε. Το σκηνικό με τα υπέροχα κτίρια και τα καμπαναριά ήταν άξιο του τίτλου που της έδωσαν, ως Βασίλισσα της Αδριατικής. Οι μεγάλες πλατείες, η ελευθεριά που ένιωθε όταν περπατούσε μόνη στα πλακόστρωτα πεζοδρόμια την έκαναν ευτυχισμένη, γέμισε τα μπαούλα της με γυάλινα βάζα απ το νησί Μουράνο. Θαύμασε από κοντά τους τεχνίτες που έβγαζαν το γυαλί μέσα από τη φλόγα και κρατώντας την άκρη την σιδερόβεργας το γυρνούσαν και το φυσούσαν κάνοντας περίτεχνα σχέδια. Μαγεύτηκε απ τα μεταξωτά και τις βιτρίνες των καταστημάτων. Αγόρασε ρούχα για εκείνη και το γιο της, για την Μυρτώ και την Κωστάντου. Καθώς περπατούσε χαζεύοντας την πόλη απομακρύνθηκε αρκετά, φτάνοντας στο βορειοδυτικό άκρο της πόλης στο σεστιέρε*Καναρέτζιο, ένα κομμάτι που ζούσαν οι Εβραίοι την Βενετίας. Σε μια βιτρίνα είδε  μια υπέροχη μάλλινη ζακέτα και θυμήθηκε τον πατέρα της. Αυτή είναι ότι πρέπει για τον πατέρα, ψιθύρισε και έκανε να μπει στο μαγαζί.Ο άντρας που έβγαινε από το μαγαζί την άκουσε και την κοίταξε χαμογελώντας. Μια Ελληνίδα σινιόρα στο σεστριέρε Καναρέτζιο είπε με θαυμασμό. Μα αυτό είναι θαύμα!!! Η σΙνιόρες δεν τολμούν να έρθουν ως εδώ, συνέχισε εκείνος, ενώ η Μαρουσιάννα τον κοίταζε χωρίς να μιλάει γιατί δεν συμμεριζόταν τον ενθουσιασμό του. Εδώ γίνονται παζάρια μεταξύ αντρών αγαπητή μου, της είπε γελώντας. Εγώ θέλω τη ζακέτα και δε θα κάνω παζάρι, εξάλλου δε μιλάω Ιταλικά του απάντησε εκείνη. Μερκούρης  Καστρινός, είπε ο άντρας δίνοντας της το χέρι. Του άπλωσε το χέρι και εκείνη με χαμόγελο, Μαρουσιάννα Βεργά χαίρομε που βρήκα ένα πατριώτη. Γνωρίζεται Ιταλικά κύριε Καστρινέ; τον ρώτησε. Ωωωω μα βέβαια, θα χαρώ αν σας φανώ χρήσιμος κυρία μου, της αποκρίθηκε με  χαμόγελο. Ήταν όμορφος όταν χαμογελούσε,στις άκρες των ματιών του σχηματίζονταν μικρές ρυτίδες και τα ζυγωματικά του πεταγόταν ευχάριστα. Ήταν ψηλός, μελαχρινός και οι κρόταφοι είχαν αρχίσει να γκριζάρουν. Τα δευτερόλεπτα περνούσαν και αυτή τον χάζευε χωρίς να έχει πει λέξη. Λοιπών, την ρώτησε ....μπορώ να κάνω κάτι για εσάς κυρία Βεργά;  Θα ήθελα να αγοράσω τη ζακέτα για τον πατέρα μου του είπε. Ωραία πάμε λοιπόν να την πάρουμε με την προϋπόθεση να με αφήσετε να σας συνοδεύσω στο σπίτι σας. Εκείνη έσκυψε το κεφάλι χαμογελώντας και πέρασε στην είσοδο που μαγαζιού. Βγήκαν σε λίγα λεπτά έχοντας αγοράσει την ζακέτα και άρχισαν να περπατούν.
Σε πια γειτονιά μένετε κυρία Βεργά; Δεν ζω εδώ του απάντησε, έχω έρθει με φίλους, για υποθέσεις της δουλειάς μου. Ο Καστρινός κοντοστάθηκε απότομα; Της δουλειάς σας; Ναι έχω εργαστήρι και κάνω ζυμαρικά στην Ελλάδα, είμαι από τα Τρίκαλα του απάντησε. Δηλαδή έχετε δική σας επιχείρηση; Ναι, αποκρίθηκε η Μαρουσιάννα  χωρίς να συμμερίζεται τον ενθουσιασμό του άντρα. Ε αυτό και αν είναι καταπληκτικό, μια γυναίκα από την Ελληνική επαρχεία, στο Καναρέτζιο της Βενετίας έχει έρθει για δουλειές. Συγχαρητήρια κυρία μου!! Η Μαρουσιάννα κατέβασε το κεφάλι ντροπαλά, ξαφνικά ένοιωθε 15 χρονών, ένοιωθε τα μαγουλά της να κοκκινίζουν και τα χέρια της αμήχανα έσφιγγαν την τσάντα με τη ζακέτα. Τι λέτε, να πάμε για ένα καφέ μέχρι την πιάτσα Σαν Μάρκο; της πρότεινε.
Μα ναι ευχαρίστως, εξάλλου μένουνε κοντά στην πιάτσα, ίσως κιόλας να ανησύχησαν γιατί έχω αργήσει, δε ξέρω ούτε εγώ πόση ώρα λείπω απ το ξενοδοχείο. Όταν έφτασαν στην πλατεία ανάσανε με ευχαρίστηση, σας ευχαριστώ πολύ κύριε Καστρινέ, δε νομίζω να έβρισκα το δρόμο, ούτε είχα καταλάβει ότι είχα απομακρυνθεί τόσο πολύ, κουράστηκα, νόμιζα δε θα φτάσουμε ποτέ.
Την επόμενη φορά, θα σας συνοδεύσω με μια γόνδολα αγαπητή μου. Αλήθεια, έχετε ανέβει σε γόνδολα;
Μα όχι δε έχω προλάβει, τρεις μέρες είμαστε στη Βενετία και δεν είχα χρόνο για ρομαντικές βόλτες. Όπως σας είπα, έπρεπε να φροντίσω για τις αγορές του εργαστηρίου και είχα συναντήσεις με κάποιους ανθρώπους, ψάχνω τρόπο να κάνω εξαγωγή των προϊόντων μας. Έχετε συνεταίρο κυρία Βεργά; Ναι βέβαια, το γιο μου!!! Ο Καστρινός ξαφνιάστηκε, έχετε ένα τόσο μεγάλο παιδί που να μπορεί να είναι συνεταίρος μιας επιχείρισης;  Είναι είκοσι  ετών και δεν έχω κάποιον άλλο δικό μου που να μπορεί να βοηθάει, αν και η αλήθεια είναι ότι εμείς στο χωριό, είμαστε μια γροθιά, όλοι ενωμένοι στον αγώνα για επιβίωση. Χωρίς τους χωριανούς μου δε θα είχα κάνει τίποτα, τα πολλά χέρια είναι ευλογημένα κύριε Καστρινέ!!!  Και ο σύζυγος; ρώτησε εκείνος, κάνοντας την ευχή να μην υπάρχει. Δεν έχω σύζυγο, έχω χηρέψει δυο φορές. Μεγάλωσα το γιο μου μονάχη από τότε που ήταν επτά ετών.
Η Μαρουσιάννα ξεδίψασε με τον νερό και δοκίμασε το μπισκότο με τα αμύγδαλα, αχ τα έχω λατρέψει αυτά τα μπισκοτάκια, τα έχουν και στο ξενοδοχείο που μένω. Αγαπώ καθετί γλυκό, είπε και γέλασε σαν παιδί που έκανε αταξία. Και εγώ, έχω αδυναμία στα γλυκίσματα, στην Αλεξάνδρεια έχουμε πολλές λιχουδιές.Που είναι η Αλεξάνδρεια; ρώτησε η Μαρουσιάννα.
Δεν έχετε ακούσει για τη βόρεια Αφρική; Ξέρετε ζούμε πολύ Έλληνες στο Κάιρο και την Αλεξάνδρεια, άρχισε να της μιλάει για το πως έφτασαν κάποτε οι γονείς του στην πόλη που είχε γεννηθεί εκείνος.

Ο Μερκούρης Καστρινός καταγόταν από τη Σύμη , για την οποία η Μαρουσιάννα δεν γνώριζε τίποτα!
Άκουγε πρώτη φορά, για νησιά που ήταν υπό Ιταλική κατοχή, για το Νείλο και τους άραβες και την ελληνική παροικία στο Κάιρο και την Αλεξάνδρεια.  Έβλεπε τον περιποιημένο μελαχρινό άντρα,να την φροντίζει με  αργές και ήρεμες κινήσεις, σερβίροντας τον καφέ με το αφρόγαλα, που της είπε τον λένε καπουτσίνο. Τις εξήγησε πως ο καφές πήρε την ονομασία του από ένα  Καπουτσίνο μοναχό που τον έλεγαν Marco d'Aviano. Άλλος κόσμος, άλλος καφές, άλλοι τρόποι και εκείνη με ένα ξένο άντρα, να απολαμβάνει στον ήλιο τον καφέ της, σε  μια πλατεία γεμάτη κόσμο, χωρίς κανείς να τους δίνει σημασία, αυτό της άρεσε πολύ, όπως και οι αφηγήσεις του Μερκούρη.Της μίλησε για το κάστρο της Σύμης  εκεί που  μεγάλωσε η μάνα του, ανάμεσα σε επτά παιδιά της οικογένειάς της και σαν παντρεύτηκε έφυγε με τον άντρα της τον Καστρινό για την Αίγυπτο το 1890. Ένα χρόνο μετά έφερε στον κόσμο τον Μερκούρη.Της μίλησε για τα παιδικά του χρόνια στην Αλεξάνδρεια, για το εμπόριο και την πόλη που ζούσε. Στο χωριό αν τολμούσε να καθίσει με έναν άντρα,οποιονδήποτε χωριανό της, σε δημόσιο χώρο τόση ώρα, θα γινόταν μεγάλο κουτσομπολιό, θα μάθαινε όλος ο κάμπος, ότι η χήρα του Τσαούση είναι ελαφρών ηθών κτλ. Ο καφές, έγινε γεύμα σε ένα μικρό εστιατόριο που έφτασαν πιασμένοι αγκαζέ. Ανάμεσα σε δυο παλάτια υπήρχε μια εκκλησία, ο Μερκούρης της είπε ότι λεγόταν Σάντα Μαρία Ντε Μιράκολι. Εκεί έκατσαν να γευματίσουν, μπροστά στην πλατεία της εκκλησίας υπήρχαν μικρά εστιατόρια και καφέ.Θα σε πάω σε όλη την πόλη με άμαξα, αν το επιθυμείς και εσύ Μαρουσιάννα......... τι ασυνήθιστο όνομα αλήθεια.
Στον τόπο μου συνηθίζετε Μερκούρη και το δικό σου όνομα για μένα είναι ασυνήθιστο, πρώτη φορά το ακούω του,είπε ντροπαλά.
Ε και το δικό μου στον τόπο μου συνηθίζετε της είπε και ξεκαρδίστηκαν στα γέλια.
Αργά το απόγευμα την συνόδευσε στο ξενοδοχείο της, εκεί που ο Αιμίλιος και η Ανθή την περίμεναν με αγωνία, επειδή πίστευαν πως είχε χαθεί και δε έβρισκε το δρόμο να γυρίσει. Ο Μερκούρης συστήθηκε και τους κάλεσε για δείπνο, εφόσον πρώτα κάνουν όλοι μαζί μια βαρκάδα με μια γόνδολα την ώρα που δύει ο ήλιος στη Βενετία! ,Ο Μερκούρης ήρθε λίγο πριν δύση, να πάρει τους νέους του φίλους.Τον περίμεναν στο ισόγειο του ξενοδοχείου και η Μαρουσιάννα έστριβε με αγωνία συνέχεια τα γάντια της και παρατηρούσε το δρόμο.
 Μην δείχνεις σαν να μην έχεις βγει ποτέ με άντρα καλή μου, της είπε η Ανθή, μεγάλη άνθρωποι είμαστε.
Η Μαρουσιάννα όμως ένιωθε ακριβώς έτσι,σαν μικρό κορίτσι που της έδωσε ραντεβού το αγόρι που της άρεσε.
Γύριζαν την πόλη που ήταν φωτισμένη με δεκάδες φανάρια, πήγαν μέσα σε στενά δρομάκια για να δουν τη σκάλα Κονταρίνι που οδηγεί στο παλάτσο Κονταρίνι, από εκεί βλέπεις όλη τη Βενετία από ψηλά. Και στο τέλος έφτασαν στο Grand Canal και ανέβηκαν σε μια γόνδολα.
Ο γονδολιέρης τραγουδούσε και κωπηλατούσε αργά σχίζοντας τα ήσυχα νερά, ενώ κάθε φορά που συναντούσαν φανάρια στις γέφυρες το νερό γινόταν ασημί.
Τα σύννεφα έπαιζαν με το φεγγάρι, πότε το άφηναν να φανεί και πότε το σκέπαζαν, εκείνες τις στιγμές ο Μερκούρης έπαιρνε τρυφερά το χέρι της Μαρουσιάννας και το φιλούσε με τα ζεστά του χείλι. Η Μαρουσιάννα ήταν 38 ετών, στερημένη από τα αντρικά χάδια και από τα τρυφερά λόγια, από τα φλογερά βλέμματα που σε κάνουν να θες αυτόν που σε κοιτάει μες τα μάτια, η γόνδολα γλίστραγε και μαζί με αυτή γλίστραγαν και οι αντιστάσεις της στο χαμόγελο του μελαχρινού αρσενικού. Εικοσιπέντε μέρες πέρασαν μαζί κάνοντας παρέα, γνωρίζοντας ο ένας τον άλλον και κάνοντας έρωτα όπως ποτέ. Απελευθερωμένη, γοητευμένη, ερωτευμένη και πάνω από όλα ώριμη, έζησε μοναδικά αυτόν τον ανέλπιστο έρωτα, στις πλατείες,στα πάρκα και στα νερά της Βενετίας, περπατώντας και γελώντας μαζί του σαν να τον ήξερε μια ζωή. Όμως , οι μέρες περνούσαν και ο Μερκούρης έπρεπε να επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια στο σπίτι και τη δουλειά του. Προσπάθησε να πείσει τη Μαρουσιάννα να φύγουν μαζί για την Αίγυπτο φοβούμενος ότι θα την χάσει για πάντα, αλλά εκείνη του κατέστησε σαφές πως δε θα έφευγε σαν κλέφτρα από το χωριό και το παιδί της, είχε υποσχεθεί στις γυναίκες του χωριού πως θα γύριζε με τις μηχανές και θα το έκανε ο κόσμος να χαλούσε. Ταξίδεψαν μαζί ως τον Πειραιά και στο λιμάνι χωρίστηκαν, εκείνος έπρεπε να συνεχίσει το ταξίδι για την Αίγυπτο. Φανερά στεναχωρημένος της έδωσε ένα φάκελο με την διεύθυνσή του και ζήτησε από τον Αιμίλιο να την βοηθήσει να της βρει εισιτήριο για την Αλεξάνδρεια αν επιθυμούσε να ταξιδέψει. Με την ελπίδα ότι δε θα τον ξεχάσει και πως μια μέρα θα ξανά βρισκόταν, την παρακάλεσε να του γράφει.
Η Μαρουσιάννα παρόλο τον απόλυτο έρωτα που βίωνε,  όσες μέρες έμεινε στην Βενετία, άκουγε από τον Αιμίλιο και τον Μερκούρη για τις πολιτικές εξελίξεις. Έζησε από κοντά κάποια γεγονότα του αυταρχικού καθεστώτος της Ιταλίας και αποφάσισε να διακόψει με τους Ιταλούς οποιαδήποτε συμφωνία. Γυρίζοντας στην Ελλάδα αποφασίζει ότι πρέπει να βρει τρόπο, να σπάσει τη συμφωνία με τον Ιταλικό στρατό και να βρει νέο τρόπο να διοχετεύσει τα προϊόντα της στην αγορά. Επιστρέφει στο χωριό αποφασισμένη,να φύγει για πάντα από την Ελλάδα για να σώσει ότι μπορέσει πριν η χώρα καταρρεύσει οικονομικά. Αλλά βαθιά μέσα της ξέρει ότι το κάνει για να ζήσει τον έρωτα της με τον Μερκούρη.

Πέμπτη, 4 Απριλίου 2013

Η ΚΥΡΑ ΤΟΥ ΚΑΜΠΟΥ 4

Στα 1917 η Ελλάδα ζούσε το μεγάλο διχασμό,η πολιτική ζωή του τόπου υπήρξε ένα από τα πολύ πονεμένα κεφάλαια της ελληνικής ιστορίας, το μόνο που δε απασχόλησε τις αρχές των Τρικάλων ήταν ο θάνατος του Τσαούση.
Τα μπορντέλα του, πέρα απ τα μανάβικα των Τρικάλων και της Λάρισας περάσαν στα χέρια των γυναικών αμέσως μόλις μάθανε ότι ο Τσαούσης και ο Φότσιος χάθηκαν ξαφνικά από προσώπου γης .
Οι γυναίκες δε πίστεψαν σε ξαφνικό θανατικό, ήξεραν όλες τις βρομοδουλειές του νταβατζή τσιφλικά, κατάλαβαν ότι κάποιος τον καθάρισε από μίσος.
Η Μαρουσιάννα έγινε η κυρά του κάμπου, μοίρασε τη γη σε μερίδια σε κάθε οικογένεια δίκαια ανάλογα με το πόσα άτομα ήταν η κάθε φαμελιά στην Τσίαρα, αλλά και στα γύρω χωριά που ήταν κομμάτια του Τσιφλικιού.
Για τα μερτικά της στη Λάρισα έκανε ότι μπορούσε για να μοιραστούν σωστά, ενημέρωσε τις αρχές  για το πένθος που έπεσε στο σπίτι της και τους είπε να κάνουν το καλύτερο για τον τόπο, είχε  πολλά να κάμει στο δικό της χωριό, χέρια και χρόνος δε υπήρχαν για τη Λάρισα και το τσιφλίκι τους εκεί.Το τσιφλίκι μοιράστηκε σε 150 οικογένειες, το κονάκι έγινε ορφανοτροφείο για τα ορφανά της περιοχής και ο παπάς ανέλαβε να το διοικεί μαζί με τις χήρες του χωριού.
Το πορνείο της Αθήνας έκλεισε με διευθέτηση που ανέλαβε η Ανθή και ο γιατρός Αιμίλιος Αυγέρης, το κτίριο μετατράπηκε σε κλινική, με τα λεφτά που είχε αποκτήσει η Ανθή, από την ντροπή του πορνείου, τα διέθεσε για να γίνει η κλινική του άντρα της μια από της καλύτερες. Δυο από της Γαλλίδες που ήξεραν τα στοιχειώδη έγιναν νοσοκόμες της κλινικής και οι άλλες κοπέλες με προτροπή πάντα της Ανθής πήγαν στον ερυθρό σταυρό να βοηθήσουν στα σύνορα και όπου υπήρχαν ανάγκες. Η μαντάμ Κολλέτ έφυγε για τη Γαλλία, γερασμένη και μόνη, ήθελε να πεθάνει στον τόπο της.Τα λευκά σεντόνια της αμαρτίας και του αγοραίου έρωτα έγιναν επίδεσμοι, από εκεί που άκουγαν βαριές ερωτικές ανάσες, τώρα άκουγαν βογκητά πληγωμένων αντρών.
Στο χωριό του κάμπου η ζωή κυλούσε με δυσκολίες και σκληρή δουλειά. Παρόλο που τους μοιράστηκε η γη και το θανατικό του Τσαούση ήταν ανάσα ελευθερίας, οι γυναίκες έμειναν χωρίς άντρες και δυνατά χέρια για να καλλιεργήσουν το χώμα.
Πήραν θάρρος όμως από τα λόγια της κυράς και άνοιξαν φιλίες με την Μαρουσιάννα.Τα παιδιά του χωριού περάσαν το κατώφλι του αρχοντικού και χόρτασαν ψωμάκι.
Στις σχόλες, έπιαναν γλέντι στη ρούγα της και οι γυναίκες χόρευαν και τραγουδούσαν αγαπημένες. Οι άντρες έφευγαν για το μέτωπο και αυτές ρίχτηκαν στη δουλειά ενωμένες,τα βράδια έκανα νυχτέρι,άλλες στο πλέξιμο και άλλες στον αργαλειό ετοίμαζαν σκουτιά, κάπες, κάλτσες και χοντρές φανέλες για τους άντρες τους που ήταν στα βουνά της Μακεδονίας.Την άνοιξη μοίρασαν τη δουλειά μεταξύ τους, γινήκαν σαν ένα σμήνος από μέλισσες με την "μεγάλη κυψέλη" το αρχοντικό, εκεί ήταν το στρατηγείο τους.
Εκεί κούρευαν τα πρόβατα όλου του χωριού για να κάνουν το μαλλί για τα σκουτιά και τα κολόβια* τους, τα χράμια και τις βελέντζες τους. Δούλευαν τη μέρα στο χωράφι και τη νύχτα στο σπίτι,άλλη λανάριζε το μαλλί, άλλη το έπλενε άλλη το έγνεθε και το έκανε αλτσίδια*,άλλες το έβαφαν και το έκαναν κουβάρια για πλέξιμο,ή στημόνι για αργαλειό.
Οι ηλικιωμένοι άντρες βγήκαν στον κάμπο με τα βόδια, όργωσαν και έσπειραν με κόπο και ψήθηκαν τα κορμιά τους στο λιοπύρι, μα σαν ήρθε η σοδειά ανάσαναν για πρώτη φορά. Γέμισαν τα αμπάρια με στάρι και καλαμπόκι, ποτέ δεν είχαν δει το αμπάρι του σταριού τους τόσο γεμάτο, γέμιζαν με δάκρυα τα μάτια των γηραιότερων, φόρτωναν τα άλογα και τραβούσαν όλοι για το μύλο του Γκαβίδα δίπλα στο ποτάμι λίγο ποιο κάτω απ το χωριό.
Ήρθε και δάσκαλος απ τα Τρίκαλα στο χωριό,η Μαρουσιάννα του παραχώρησε το σπιτάκι του συχωρεμένου παπά Αναστάση και του υποσχέθηκε γάλα,τυρί,αυγά τραχανά και κρέας τις  Κυριακές και τις σχόλες.Όσο ο καιρός ήταν  καλός έστρωναν τα παιδιά χράμια κάτω απ τα πλατάνια στη δροσιά και κάθονταν κατάχαμα οκλαδόν με το δάσκαλο πάνω σε μια μεγάλη πέτρα να τους μιλάει με υπομονή για την ιστορία της πατρίδας,για τον απελευθερωτικό αγώνα και τη Μακεδονία, για τον Μέγα Αλέξανδρο και τις πολιτείες που κατάκτησε,για τον Παύλο Μελά και τον Δραγούμη, τους έκανε να αγαπήσουν την μακρινή για αυτούς Μακεδονία.Ο πόλεμος ήταν ένα απ τα αγαπημένα θέματα των παιδιών,ζούσαν την κάθε στιγμή την ιστορίας τους μέσα από τις αφηγήσεις του κυρίου Εμμανουήλ. Πες μας δάσκαλε για κείνον τον βασιλιά στην Πόλη!! Πες μας για την Αγιά Σοφιά! Τούτος ο λαός μια ζωή στο σπαθί και το ντουφέκι, μυριάδες οι εχθροί,ζηλεύανε αυτή τη φλούδα γης που στεκόταν μέσα στο νερό αγέρωχη, ζήλευαν τον λαό που όργωνε τη θάλασσα με καράβι και κουπί.Η λευτεριά είναι πολύτιμη μα θέλει και αίμα, σαν δε θυσιάσουμε τα κορμιά φεύγει και χάνεται, έρθετε ο οχρτός και μας δυναστεύει, θέλει τα σπιτια μας το βιός μας, τους έλεγε εκείνος. Έσπερνε στις παιδικές ψυχές την αντρεία, τη δύναμη το πάθος για λευτεριά και δημοκρατία.
Το χειμώνα έκαναν τα μαθήματα στη μεγάλη σάλα του αρχοντικού,μέσα στο ζεστό σπίτι της Μαρουσιάννας,πριν ο ήλιος ανέβει η Κωστάντου άναβε τον μπουχαρί και ετοίμαζε στα παιδιά μια κούπα γάλα, μια φέτα ψωμάκι με τυράκι ή ζεστό τραχανά.
Η Μαρουσιάννα είχε γίνει η προστάτιδα του χωριού τους και ο μικρός Αναστάσης χαίρονταν τη ζωή του με τους φίλους του, ρούφαγε σαν σφουγγαράκι τις δεκάδες πληροφορίες από το δάσκαλό και χόρταινε παιχνίδια με τους συντρόφους του.Φτωχά τα παιχνίδια τους, κουρελόπανα τυλιγμένα ήταν η μπάλα που μοιράζονταν και ο δρόμος, το γήπεδο κάθε γειτονιάς, σακατεύονταν τα ποδάρια, γδέρνονταν απ τις πέτρες και τα ρούχα, γίνονταν λασπωμένα κουρέλια, έτσι και αλλιώς κουρέλια ήταν, το ένα μπάλωμα πάνω στο άλλο, ραμμένα απ τις μανάδες τους.
Τα καλοκαίρια ορμούσαν σαν σμήνος στην Σαλαμπριά (το ποτάμι του χωριού) εκεί ήταν το ορμητήριο  κάθε αγοριού, εκεί μάθαινε κάθε αγοράκι κολύμπι, ψάρεμα, σφεντόνα. Στο χωριό γυρνούσαν με έπαθλα, πότε μια πέστροφα, πότε μια πάπια που την έριχναν με σφεντόνα και με καμάρι την έφερναν στη μάνα τους. Τα ποιο προκομμένα έφερναν κλαδιά για προσάναμμα και σβουνιές απ τα αλώνια. Στο τέλος κάθε ημέρας οι μανάδες περίμεναν οι γιοι τους να φέρουν και λίγα προσανάμματα απ το ποτάμι. Πρώτος έδινε το παράδειγμα ο Αναστάσης, πάντα με ένα τσουβάλι δεμένο στο ζωνάρι,γεμιζε προσαναματα και σαν άρχιζε να σουρουπώνει, έπαιρνε το δρόμο της επιστροφής, ποτέ δε βγήκε στη ρούγα η Μαρουσιάννα να τον φωνάξει, γέμιζε το τσουβάλι προσανάμματα και γύριζε σπίτι, βρώμικος ιδρωμένος αλλά νικητής!! Όλο το καλοκαίρι η Κωστάντου ήξερε ότι το βράδυ θα τους φέρει ψάρια και καραβίδες, καμιά φορά και καμιά πάπια, αν και στη σφεντόνα δε ήταν και τόσο καλός εκείνο τον καιρό ακόμη.
Σπατάλες δε τους έπαιρνε να κάνουν μέχρι να έρθει η άλλη σοδειά,να ανασάνουν και  να δουν προκοπή, κρατούσαν τις κότες και τα άλλα ζωντανά  να τα σφάξουν το χειμώνα και έτσι το ψάρι ήταν ευλογημένο και ευπρόσδεκτο στο τραπέζι τους.
Όλα μετρημένα, ο πόλεμος καρτερούσε στην πόρτα και αυτές τρεις γυναίκες μόνες, είχαν τον Αναστάση  δέκα χρονών παλικαράκι αποκούμπι, περίμεναν να γεμίσει το τραπέζι τους με τροφή κάθε βραδύ και εκείνος είχε πάρει αυτό ο ρόλο στα σοβαρά, χωρίς ψάρι και καραβίδες δε γύριζε στο κονάκι.

Ο διχασμός έφερνε άσχημα χαμπέρια από την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος με το Βενιζέλο τρώγονταν σαν τα σκυλιά. Μαζί και οι δυο στον ίδιο τόπο δε χωρούσαν, ένας τράβηξε για την Κρήτη και έκαμε εκεί κυβέρνηση.
Ο πόλεμος μαίνονταν στα σύνορα, οι μεγάλες δύναμης μπήκαν και έκαναν τη Θεσσαλονίκη ερείπιο, και δε έφτανε τούτο το κακό, έπιασε φωτιά στην πολιτεία σε ένα χαμόσπιτο,οι γείτονες δε έδωσαν σημασία και η φωτιά έγινε πύρινο ποτάμι, κάηκαν σπίτια μέχρι στο Διοικητήριο,μα οι Γάλλοι δε βοηθούσαν με της δύναμής τους, μονάχα κάτι Άγγλοι έδωσαν ένα χέρι στην κατάσβεση τούτη. Η πόλη έγινε στάχτη !
Ο απλός κοσμάκης στα χωριά δε ήξερε ποιος έχει το δίκιο με το μέρος του, αυτοί ξέραν ότι ο πόλεμος τους στερούσε τη ζωή, ότι τα τρόφιμα ακρίβυναν,ότι οι άντρες ήταν στα βουνά,τα λεφτά έχαναν κάθε μέρα την αξία τους! Έφτασαν στο σημείο να κόβουν το μεγαλύτερο χαρτονόμισμα σε δυο κομμάτια για να μην εκδώσουν νέα χαρτονομίσματα με τη μικρότερη αξία!
Μια στάλα κράτος και οι άνθρωποι μετρημένοι στα δάκτυλα, τι θελαν και άνοιγαν πληγές;
Ο κόσμος είχε βαρεθεί τους σκοτωμούς, ήθελε να φάει γλυκό ψωμί.Πάνω που τους άφησαν οι Τούρκοι και πίστεψαν πως θα δουν άσπρη μέρα, έφτασαν να λένε πάλι βοήθα Παναγιά με τις εσωτερικές τους φαγωμάρες και τα μεγαλοπιάσματα του Βενιζέλου που ήθελε την μεγάλη Ελλάδα.
Ο κοσμάκης ζούσε σε καλύβες στα χωριά, είχε για πάτωμα πατημένο χώμα και στρώμα από άχυρο, τα καλοκαίρια τους έτρωγε η ελονοσία, η ψείρα και οι ψύλλοι, τους θέριζαν οι αρρώστιες από την έλλειψη υγιεινής και οι πολιτικοί τρώγονταν για το ποιος θα κάνει κουμάντο και ποιος θα είναι αυτός που θα στείλει τους Έλληνες να σκοτωθούν στα σύνορα για να πάρουν αυτοί τα παράσημα.
Έτσι έριξαν το ανάθεμα στο Βενιζέλο και έβγαλαν εκεί όλα τα απωθημένα τους πετώντας πέτρες σε κάθε πλατεία κάνοντας σωρούς γύρω απ το ομοίωμα του Βενιζέλου, ακολουθώντας με κατάρες τον αφορισμό του Μητροπολίτη, γιατί στην Ελλάδα οι παπάδες είχαν πάντα λόγο και στην πολιτική παρέσερναν τον κοσμάκη σε πράξεις όπως τούτες.

Η Μαρουσιάννα κρατούσε με νύχια και με δόντια τις χρυσές που είχε βρει από τον Τσαούση,ήταν το μόνο που για το οποίο του ήταν ευγνώμων.Σκόπευε να κάνει πολλά με αυτές, να φτιάξει και σχολείο κάτω στην πλατεία στο μεγάλο πλατάνι,μα ας περνούσε πρώτα τούτου το κακό, για την ώρα καλή ήταν και η σάλα της για τα παιδιά.
Ενθουσιασμένη με τις νίκες στη Μακεδονία η Μαρουσιάννα όταν τύχαινε να περάσει στρατός απ τον πλατύ δρόμο που πήγαινε στην Καλαμπάκα, καρτερούσε με τα μουλάρια φορτωμένα αλεύρι για να έχουν ψωμάκι οι φαντάροι, τραχανά να τρώνε κάτι να ψυχοπιάνοντε μες το κρύο και τσίπουρο να βάζουν στις πληγές.Έκοψε όλες την άσπρες λινές της κουρτίνες και τις έκανε επιδέσμους με τη βοήθεια της Μυρτούς και Kωστάντους.
Μια μέρα έφτασε χαμπέρι στο χωριό ότι ένα κοπάδι πρόβατα ίσα με χίλια ζωντανά, γίδια,πρόβατα μα και μουλάρια φορτωμένα έρχονται κατά την Τσίαρα!Πρώτα είδε το σκύλο τους η Μαρουσιάννα,τον καραμπασάκι άσπρο με μαύρο κεφάλι! Ήταν γερασμένος μα σαν έφτασε κοντά στο αρχοντικό άρχισε να γαβγίζει σαν τρελό.
Βγήκε ο Αναστάσης και φοβήθηκε, μάνα ωω μανααάα ήρθε ένα μαύρου σκλι* στη ρούγα μας!
Η Μαρουσιάννα είδε τον καραμπασάκι και βγήκε στο δρόμο ξυπόλητη από χαρά και αγωνία.
Καραμπασάκι μου ποιος σε έφερε εδώ αγόρι μου; Το σκυλί γάβγιζε και τριβόταν πάνω στα σιγκούνια της,σήκωνε τα πόδια με χαρά και κούναγε σαν τρελό την ουρά του που βρήκε την κυρά του.
Ξωπίσω έφτασε πεζός ο πατέρας της,γερασμένος και ασπρομάλλης με την κάπα κρεμασμένη στον ένα ωμό και την κλούτσα να τον βαστά όρθιο να μην καμπουριάζει!
Άνοιξε τα χέρια ο γέρος και αγκάλιασε το παιδί του μετά από έντεκα  χρόνια. Βγήκε και ο Αναστάσης τρεχάτος και ξεθαρρεμένος μόλις είδε τη μάνα του να αγκαλιάσει το γέροντα.
Έλα πασά μου να σε χαρώ, έλα να γνωρίσεις τον παππού σου!
Κοριτσάκι την πάντρεψε ο γέροντας και της έδωκε παπά και τώρα τη βρήκε χήρα τσιφλικά μέσα σε αρχοντόσπιτο.
Έλα πατέρα,πάμε να κάτσεις να ξαποστάσεις και να με πεις τα χαμπέρια*, ο γέροντας κούνησε το κεφάλι και ζήτησε ένα ποτήρι νερό.
Η Κωστάντου έτρεξε να τον φιλέψει, έφερε αμέσως νερό, τσίπουρο και λουκούμι να τον γλυκάνει, έτσι ήταν το έθιμο εκείνη την εποχή.
Ύστερα άφησε την κυρά της με τον πατέρα της στη σάλα και χώθηκε στην κουζίνα με τη Μυρτώ για να ετοιμάσουν μεζέδες και πίτες για το βράδυ.
Μέρες ταξιδεύουμε με τα ζωντανά Μαρουσιάνναμ, ευτυχώς που έχω καλά σκλιά και τον μπιστικόμ του Μήτρου, αλλιώς τι θα έκαμα δε ξέρου, γέρασα κόρημ παν τα κουράιαμ*, η μάνας ήθελε να σι δει.
Θα έρθει η μάνα; ρώτησε η Μαρουσιάννα με τα μάτια διεσταλμένα από χαρά.
Αχά, έρχιτι σι κρένω, ειναι πείσω ακόμα με τα μπλάρια*, τη φέρν ο  Μίτσιους*

Έμαθα τα νέας στου παζάρ,* στη Λάρσα* απού ένα χουρουφύλακα,τουν λέω, ιγώ εχω δυχατέρα την παπαδιά απ την Τσιάρα και μι λέει αγιέμ* δε ξερς ισι τίπτας*;
Το και το μι λέει η άνθρουπους, χήρεψ δυο βολές η έρμη, τι ήταν να του μάθου με έζουσαν τα φίδια, λέω τς μάνας, κυρά τώρα ία κινάμε για τα Τρίκαλα και από κει στην Τσιάρα να βρούμε του κουρίτς, να όπως στα λέω γίνκαν κι ήρθα!
Αργά το βράδυ έφτασε και η μάνα της Μαρουσιάννας,η χαρά και οι στιγμές της αντάμωσης  των γυναικών δε περιγράφετε, Η γρια βλάχα έκατσε στο σκαμνί ενώ η κόρη της πρότεινε να καθίσει στην πολυθρόνα του Τζακιού όπως πρώτο έκατσε και εκείνη, τη βραδιά που χήρεψε το 1910, μα η γριούλα ήταν τόσο σεμνή και άμαθη σε μεγαλεία που προτίμησε το σκαμνί στο αρχοντικό της κόρης της.Σε τέτοιο σπίτι δε είχε ματαμπεί* σε ούλη της ζήση, ζούσε στα βουνά από μωρό παιδί τα καλοκαίρια και το χειμώνα σε κάμπους για να ξεχειμωνιάζουν τα πρόβατα σε χαμηλό υψόμετρο,αυτή ήταν η ζωή της, νομάδας είχε γεννηθεί και ετσι γέρασε.Το σπίτι της ήταν πάντα μια καλή σκηνή από υφαντό σκουτί και βέργες στη σκεπή από τα γύρω δέντρα και για πάτωμα καλό πατημένο χώμα παλαμισμένο, σαν στέγνωνε ο πηλός καλά το έστρωνε με τις βελέντζες της και τα χοντρά χράμια.Ντουλάπια δε είχε δει ποτέ και καναπέδες! Αυτή είχε τα σεντούκια της με τα απαραίτητα μαγειρικά σκεύη,τα καρδάρια της για το άρμεγμα και γκιούμια για να συλλέγουν το γάλα. Αυτά ήταν όλα και όλα το νοικοκυριό της, κατάχαμα κοιμήθηκε σε όλη τη ζωή, οκλαδόν έτρωγαν μέσα στη σκηνή, χιλιάδες φορές άναψε τη φωτιά έξω από την σκηνή για να βάλει καζάνι και να μαγειρέψει το φαΐ για τον κύρη της και τους βοσκούς του καραβανιού τους.Ζύμωσε χιλιάδες καρβέλια,έπλασε δεκάδες χιλιάδες φύλλα για της πίτες της,σκυμμένη πάνω στον ξύλινο σοφρά της, ολημερίς βοσκούσε με τον κύρη της τα πρόβατα και σαν σουρούπωνε και οι άντρες άρχιζαν το άρμεγμα εκείνη έπαιρνε το δρόμο για το ποτάμι ,έπλενε τα χέρια της έπαιρνε νερό και τραβούσε έξω απ την καλύβα τους,έβαζε το φαΐ στον ταβά της πάνω στην πυροστιά και άρχιζε άλλες δουλειές μέχρι να σβήσει το φως της μέρας. έπιανε το λανάρι να ξάνει μαλλιά, τα άξενε, τα λανάριζε να αφρατέψουν, τα έκανε τλούπες , τα έγνεθε στη ρόκα και γύρναγε το αδράχτι και το σφοντύλι με τέχνη πέρυσι και ύστερα τα έκανε αλτσίδια, για να τα ρίξει στο καζάνι για βάψιμο και σαν τα τελείωνε ήταν έργα τέχνης,πάνω σε τέτοια στρωσίδια κοιμόταν αυτή και ο κύρης της, με τέτοια έργα τέχνης σκέπαζε τις ράχες των αλόγων της και τα βόδια σαν έπιαναν τα κρύα και δεν είχαν βρει σπηλιά να τα νυχτερέψουν.

Είπαν όλα τα νέα για τη ζωή και τα ζωντανά τους, για τους μπιστικούς των κοπαδιών για τον πόλεμο στα βουνά .Οι γριούλα έβγαλε μέσα απ τον κόρφο της δυο πουγκιά με παράδες.
Αυτά κόρημ ειναι για το γιο που έκανες!
Χρόνια τα μαζεύ η πατέρας, κάθε βολά* που πλάμε κατσίκια και πράτα και τα κάνουμι χρυσές,τον είπα προψές δυο κουβέντες ,Θύμιο τλέου γέρασαμαν αφού εμαθάμαν για του κουρίτσ τι κακό του βρίκει να πάμε να τ σταθούμε, σαν βρούμε κόρημ άνθρουπου θα πλίσουμε κι τα γίδια!θέλω να θα κάτσου δω νας, σμια* γουνίτσα, μπιζέρσα* στα βνα και τς κάμποι να γκιζιράω* απόστασα! Μια μπουκουσιά* ψουμάκι θέλω και ένα ποτήρ νιρό, αρκεί νας βλέπου, άλλου απου σένα δε εχω κανέναν.
Τι λες βρε μάνα που θα πουλήσουμε σε τέτοιους καιρούς! Εδώ όλοι μαζί θα ζήσουμε, το σπιτικό ειναι μεγάλο και εγώ άλλους από εσάς δε εχω, όσο για τα γίδια θα δούμε, αν θέλει ο Μήτρος να κάτσει εδώ θα του δώκουμε μεράδι απ το γάλα, να πήζει τυριά και να πουλάει στο παζάρι να ζήσει άιντε να του βρούμε και κορίτς να παντρευτεί καιρός του ειναι!Όσο για τους τσιουμπαναρέους δε ξέρω αν μπορώ να πληρώνω τόσο κόσμο, εχω και τους ντόπιους, βλέπεις εχω και εγώ πρόβατα και γελάδες ίσα με 60 κομμάτια και χώρια στα βουνά.Έχει ο θεός άντε πάμε να φάμε και ύστερα να γείρουμε να ξαποστάσετε.Σαν έφαγαν και χόρτασαν κουβέντα,έσβησαν την λάμπα και τα κεριά και πήγαν στις κάμαρες.

Η γριούλα έκανε εκατό φορές το σταυρό της, ξάπλωσε στα λευκά απαλά σεντόνια και ρίγησε από το κρύο σε τέτοιο πράμα δε είχε ξαναγύρει ποτές,δόξασε το θεό και έκλεισε τα μάτια, μέχρι το πρωί ξεψύχησε.
Γρήγορα όμως ξεπεράστηκε το πένθος γιατί η ζωή τραβάει εμπρός,ο γέροντας είχε τώρα τον εγγονό του και η Μαρουσιάννα ίσα με χίλια πεντακόσια ζωντανά στα λιβάδια και άλλα 60 στους στάβλους του αρχοντικού.
Έπηζαν τυρί πρωί και βράδυ, δέκα νομάτοι άρμεγαν από εκατό πρόβατα ο καθένας δυο φορές τη μέρα,χώρια ο Ζήσης τις γελάδες στους στάβλους του αρχοντικού.
Η Μαρουσιάννα αναγκάστηκε να αγοράσει απ την Καρδίτσα ξύλινα βαρέλια για το τυρί. Μα δε υπήρχε χώρος να τα αποθηκεύουν για να ζυμωθεί το τυρί μέσα στα βαρέλια και έτσι πήραν απόφαση για να κάνουν μια αίθουσα ζύμωσης για τα τυριά τους.
Όλες οι γυναίκες του χωριού πήγαν στο ποτάμι και έβαλαν στα καλούπια πηλό και έφτιαξαν ίσα με δεκαέξι χιλιάδες πλήθους.Έσκαψαν τη γη την πότισαν καλά με νερό ποταμίσιο και μετά ανακάτεψαν το υγρό χώμα με άχυρο,μέρες ολόκληρες πατούσαν το χώμα μέχρι το γόνατο μες τη λάσπη και με τα χέρια γέμιζαν τα καλούπια ένα ένα πλίθο. Είκοσι μέρες χρειάστηκαν οι γυναίκες για τα δεκαέξι χιλιάδες πλιθιά και άλλες τόσες για να στεγνώσουν και να γίνουν στέρεα έτοιμα για χτίσιμο.
Τα άφησαν να στεγνώσουν πρώτα στο ήλιο κοντά στο ποτάμι και μετά τα μετέφεραν στο χωρίο με αραμπάδες, για χτίσουν το πρώτο χώρο που θα ήταν ο χώρος φυλάξεις για τα τυριά που έφτιαχναν.
Οι άντρες έφτιαξαν μια μεγάλη αποθήκη δώδεκα μέτρα μάκρος και πέντε φάρδος με ένα χώρισμα στην μέση.Η μια πλευρά είχε ράφια και τσιγκέλια κρεμασμένα για τα σκληρά τυριά να φυλάσσονταν εκεί μέχρι να ωριμάσουν και να πουληθούν και η άλλη πλευρά φιλοξενούσε τα βαρέλια με τη φέτα.Παραθύρια είχε μόνο ψηλά για να μπαίνει αέρας και φως χωρίς να βρίσκει τα βαρέλια να μην τα θερμαίνει,η πόρτα του έγινε από ξύλο κερασιάς και σιδερένια πιρόνια.Έτσι χτίστηκε το πρώτο τυροκομείο στη Θεσσαλία.
Εκεί έβαζαν τα βαρέλια στη σειρά,πάνω σε μαδέρια από έλατο και δυο φορές τη μέρα τα κυλούσαν για να αλλάξει θέση το γάλα μέσα στο βαρέλι.Απ το γάλα έφτιαχναν το βούτυρο,το έβαζαν μέσα σε ένα πήλινο δοχείο που το έλεγαν φτύνα, εκεί ξίνιζε μέσα σε τρεις ήμερες, κατόπιν το έριχναν στο μπουτινέλο, ένα ψηλό ξύλινο δοχείο, το χτυπούσαν με ένα μεγάλο κοντάρι μέχρι να ανέβει το βούτυρο επάνω στην επιφάνεια και κατόπιν το μάζευαν προσεκτικά και το έριχναν σε νερό πλάθοντας το μπαλάκια,μόλις κρύωνε το αλάτιζαν και είχαν ένα τέλειο και φρέσκο βούτυρο!!!!
Το γίδινο γάλα το έκαναν κασέρια και λαδωτήρια, τις μυτζήθρες τις κρέμαγαν ψηλά στα μαδέρια της σκεπής τη νύχτα μα τη μέρα τα έβγαζαν στον ήλιο να γίνουν*.
Ο κάμπος του χωρίου ότι έβγαζε το κατανάλωνε με μιας το ίδιο το χωρίο, τα πρόβατα το χειμώνα θέλουν τάισμα στο παχνί όπως και τα γελάδια,οπότε η παραγωγή από τα καλαμπόκια και τα τριφύλλια τους πήγαιναν όλα στο αρχοντικό σε μεγάλες αχυρώνες χτισμένες από πλιθιά. Η Μαρουσιάννα έκανε τον μεγαλύτερο άλμα της εποχής χωρίς να το γνωρίζει η ίδια, έβαλε το πρώτο λιθάρι για την ίδρυση ενός συνεταιρισμού με γερές βάσεις με τους χωριανούς της συντρόφους και συνεταίρους.
Χόρτασαν ψωμάκι από το στάρι των εύφορων χωραφιών τους, έγιναν νοικοκυραίοι και απολάμβαναν τους κόπους των χεριών τους.Αγάπησαν τη γη τους πλιότερο από πότε!
Κάθε σπίτι απόκτησε ζωντανά, κότες, κατσίκες και φυσικά γουρούνια.
Αυτά τα ζώα έγιναν πολύ αγαπημένα ζώα του Καραγκούνη και τις μέρες των Χριστουγέννων έκαναν την γουρνοχαρά, τα γουρούνια σφάζονταν, και ετοιμάζονταν από τις κυράδες με μεγάλη προσοχή κάθε κομμάτι κρέατος.
Γίνονταν από λουκάνικα και λαρδί,μέχρι τσιγαρίδες με λάχανα και λίπα για το μαγείρεμα.
Το τυροκομείο με τα πλίθινα τοιχία έφερε την ανάπτυξη στο χωριό και την οικονομική ευμάρεια της Μαρουσιάννας,χωρίς να έχει ανάγκη τις χρυσές του Τσαούση, ένοιωσε δυνατή και έμαθε να διαχειρίζεται την περιουσία της, μπήκε δυναμικά στην αγορά και πουλούσε το τυρί της χωρίς μεσάζοντες στα μαγαζιά την πόλης των Τρικάλων,στη Λάρισα και στην Αθήνα,στην πρωτεύουσα το τυρί της το έτρωγαν τα καλύτερα σπίτια, μέχρι και υπουργοί της χώρας!!! Αυτό ήταν το πρώτο επαγγελματικό άλμα της κυράς του κάμπου.
Η Ανθή ήταν εκεινη που το πρωτόβαλε στο τραπέζι της και το πρόσφερε στους φίλους του άντρα της, έκτοτε όλοι οι φίλοι του ζευγαριού παράγγελναν τυρί στην Μαρουσιάννα.
Ο Αιμίλιος και η Ανθή βοήθησαν στο θέμα των πωλήσεων την Μαρουσιάννα όσο κανείς, πήγαιναν το τυρί σε όλα τα μπακάλικα της Αθήνας και έπαιρναν παραγγελίες για βαρέλια φέτας αλλά και μυτζήθρα.
Τα Χριστούγεννα η Μαρουσιάννα έστειλε με το τρένο δεκαπέντε βαρέλια τυρί, βούτυρο και μυτζήθρες. Ο Αιμίλιος και η Ανθή πήγαν για να γιορτάσουν τα Χριστουγεννα στο χωριό.
Η Ανθή ήταν πολύ ενθουσιασμένη με την έκβαση των πωλήσεων και παρότρυνε την φιλενάδα της εκτός από το τυρί να αρχίζουν να πουλάνε και τα τομάρια των προβάτων που σφάζανε. Η τρέλα των πλουσίων Αθηναίων ήταν τα αυτοκίνητα ,αν επεξεργαζόταν τα τομάρια θα γινόταν τα καθίσματα ποιο ζεστά για το χειμώνα. Η Μαρουσιάννα άρπαξε την ιδέα και μπήκε στην εφαρμογή της.
Κάθε τομάρι από τα ζώα που σφαζόταν πλενόταν καθαριζόταν και καρφωνόταν σε τελάρα για να μείνουν τεντωμένα, έτσι οι μικρές λευκές γουνίτσες γινόταν χαλάκια για καθίσματα αυτοκινήτων για να ζεσταίνουν τα κρύα αυτοκίνητα της πρωτεύουσας αλλά και πολλές άμαξες.

Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

Η ΚΥΡΑ ΤΟΥ ΚΑΜΠΟΥ 3

Η Μαρουσιάννα από την ώρα που ο Τσαούσης της ανακοίνωσε το θάνατο του παπά, είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου και του τόπου. Κράταγε το βρέφος σφιχτά να μην της το πάρει κάνεις, έτρεμε από φόβο.
Όλα ανάκατα μες το μυαλό της, πράγματα που δεν είχαν καμιά σημασία εκεινη την ώρα. Δεν ήξερε τι έπρεπε να σκεφτεί, δεν ήθελε να σκεφτεί, τα αφτιά της βούιζαν, το μωρό έκλεγε, οι γυναίκες μπαινόβγαιναν στο δωμάτιο και εκείνη ήθελε ησυχία.
Ο αφέντης της πεθαμένος. Οι γονείς της μακριά στα βουνά. Το σπίτι της είχε μια ξύλινη πορτούλα που έμπαζε αέρα και το χειμώνα την στούμπωνε με χράμια για να κράτα τη ζέστη της φωτιάς μέσα. Όσο ζούσε ο Αναστάσης, δε την φόβιζε τίποτα. Τώρα, ακόμη και η ιδέα αυτής της ξεχαρβαλωμενης θύρας την τρόμαζε. Έπρεπε να βρει τρόπο, να φτιάξει εκείνη την καταραμένη πόρτα. Μα τι διάολο σκέφτομαι ψιθύρισε. Είμαι χήρα, έμεινα χήρα, με ένα μωρό χωρίς πατέρα.
Ο παπάς της ήταν καλός, τρελός για εκείνη, η αγάπη του την τύλιγε σαν ζεστό ρούχο, δεν την πείραζε η φτώχεια. Τώρα όμως δεν υπήρχε ούτε εκείνος ούτε η ζεστασιά του, κάθε σιγουριά είχε φύγει.
Εικόνες έρχονταν  στα μάτια της, ο γάμος τους, ο χορός που χόρεψαν, τα χείλη του να χαμογελούν και να λάμπει από ευτυχία. Οι γονείς της την στιγμή που την ξεπροβοδούσαν νύφη, καβάλα στο άλογο. Το χωράφι τους, τα ζωντανά τους, ποιος θα άρμεγε απόψε τα κατσίκια; Ποιος θα τάιζε τα βόδια; Ρωτούσε τον εαυτό της και απάντηση δε έπαιρνε, ούτε είχε δύναμη να σκεφτεί λύσεις,ήθελε να γυρίσει ο Αναστάσης, να την πάρει αγκαλιά και να της πει να κάτσει κοντά του να δειπνίσουν όπως κάθε βράδυ στην φτωχική τους τάβλα. Ήθελε να νοιώσει τα ζεστά χέρια του στη μέση της. Τι σημασία είχαν τα όσα ήθελε..

Τον Τσαούση τον φοβόταν, τα δυο χρόνια που ζούσε στον κάμπο, τον υπηρετούσε όποτε την φώναζαν στο αρχοντικό, χωρίς να αμείβετε, επειδή δε έπαιρνε από τον παπά μετρικό απ το χωράφι, ούτε στάρι ούτε καλαμπόκι. Εκείνη τον φοβόταν,νόμιζε ότι την κοιτάει πονηρά. Όμως τούτος σήμερα τη μάζωξε στο κονάκι του με το μωρό της, για να μην μείνει μοναχή. Δεν έβαζε κατά νου κακό για εκείνον τούτες τις ώρες η Μαρουσιάννα, αφέθηκε να την περιποιηθούν οι γυναίκες του σπιτιού, έξω είχε άστρα, η βραδιά Μαγιάτικη γλυκεία, εκείνη όμως έτρεμε.
Η Κωστάντο την έφερε κοντά στον μπουχαρί στη μεγάλη σάλα,την έβαλε να καθίσει σε μια άνετη πολυθρόνα, που όμοιά της δεν είχε όλος ο κάμπος, ύστερα της σήκωσε τα πόδια και τα απόθεσε σε ένα μπαγκούλι* ξύλινο με ύφασμα από πάνω. Ντράπηκε για μια στιγμή η κοπέλα, όλη μέρα γύρναγε στη ρούγα ποτίζοντας και σκαλίζοντας τα λουλούδια ξυπόλητη και τα ποδάρια της ήταν βρώμικα.Ένα ζευγάρι πασούμια είχε η φουκαρού η παπαδιά, μα δε τα φορούσε, τα είχε μόνο για τις σχόλες.Όλα τα σκέφτονταν αυτή την ώρα, πως άφησε πίσω το σπιτάκι της; Γιατί δε πήρε τα πασούμια της; Τι έκανε εδώ;Που ήταν το μωρό της;
Όλα ανάκατα μες το μυαλό, μπας και σάλεψα ; Σκέφτηκε δυνατά.
Σςς της χάιδεψε το κεφάλι * η Κωστάντο ησύχασε κόρη, μην σε νοιάζει τίποτις, το γιόκα σου τον έπλυνα, τον άλλαξα πανιά, γύρε λίγο εδώ στη φωτιά να ξαποστάσεις. Η Κωστάντο της χάιδεψε το κεφάλι, ξανα. Κοιμίσουν κυρα μου, πάρε δύναμη, έχεις γιο να μεγαλώσεις.
Η κούραση και ο πόνος την  νίκησαν, τα μάτια της έκλεισαν και αποκοιμήθηκε στην πολυθρόνα.
Το μωρό ήθελε γάλα, έκλαιγε όση ώρα το έπλεναν και το συγύριζαν οι γυναίκες, η Κωστάντου πήρε ένα γυάλινο μπουκάλι το γέμισε με  φρέσκο γάλα καλοβρασμένο, έβαλε μπροστά ένα πανάκι καθαρό και το έφερα κοντά στο στόμα του μικρού αγοριού. Ρούφαγε το δόλιο με δύναμη, ήθελε τροφή, ήθελε τη ζωή του!
Όταν ξύπνησε η Μαρουσιάννα, το σπίτι ήταν θεοσκότεινο και η νύχτα προχωρημένη, σηκώθηκε και με τη μασιά* σκάλισε λίγο τη φωτιά. Με τις λίγες σπίθες που ξεπήδησαν είδε που είναι τα ξύλα,έριξε δυο και έσκυψε καθισμένη στα γόνατα να φυσήξει να ανέβουν οι φλόγες.
Σαν έγινε η φωτιά σηκώθηκε, βρήκε τη λάμπα και την άναψε. Δεν έκανε φασαρία, μα η Κωστάντο είχε καλό αυτί, η κάμαρη της ήταν πίσω από τη μεγάλη σάλα στο ισόγειο του σπιτιού. Άνοιξε την πόρτα της και είδε τη Μαρουσιάννα να κάθετε λυπημένη στο τραπέζι και να κράτα το κεφάλι της με τα δυο χέρια.
Κόρημ, γιατί μανούλα μου σηκώθηκες; Σου έσβησε η φωτιά;
Κυρά, πές μου σε παρακαλώ πέθανε ο κύρης μου; Ρώτησε η Μαρουσιάννα.
Αχ μανούλα μου γλυκιά, ότι σου είπε ο Τσαούσης αλήθεια είναι. Μαζί του δεν ήμουν, μα για να κάνει αυτός τόσες ετοιμασίες μάλλον κακό μας  βρήκε,  αποκρίθηκε η Κωστάντο.
Έλα να σε πάω μέσα να ιδείς το γιόκα σου, να τον πάρεις στο κόρφο σου να ζεσταθείτε μαζί. Άγγελος είναι τούτο το μωρό, μόνο γάλα και πανιά καθαρά θέλει, ήσυχο είναι το τσιόνι μου*.
Πήρα από το κονάκι σου τη σαρμανίτσα* του και την έχω δίπλα στο κρεβάτι μου. Έλα κόρη μου, να γύρεις μαζί μου στην κάμαρη και άμα ξημερώσει ο θεός τη μέρα, βλέπουμε τι θα πράξουμε.
Στο ξημέρωμα το αρχοντικό ήταν στο πόδι, οι άντρες που υπηρετούσαν στο κονάκι έρχονταν νύχτα, γέμισαν τα καζάνια νερό από το πηγάδι, άναβαν μια φωτιά για να κάψει ο φούρνος και τραβούσαν πίσω στην αχερώνα.* Έπαιρναν τα φτυάρια και καθάριζαν όλο το στάβλο, έδιναν στα ζώα να φάνε και μετά με δυο καρδάρες* νερό έπιαναν να πλύνουν τα μαστάρια των ζώων για να τα αρμέξουν.
Ο ποιο ηλικιωμένος  άντρας, ο Ζήσης ο κουτσός κάθονταν σε ένα σκαμνί και τις άρμεγε μια μια.Αυτή ήταν η δουλειά του και αμείβονταν καλά, με ένα καρδάρι γάλα κάθε πρωί, το πήγαινε στην Ζήσενα και αυτή το έβραζε. Έπηζε τυριά και γιαουρτάκια, έκανε πίτες και κάθε Κυριακή τα έπαιρνε ο Ζήσης νύχτα στο γαϊδούρι και κατέβαινε στα Τρίκαλα. Σαν σχόλαγαν οι εκκλησιές, οι κυράδες περνούσαν από την πλατεία και τα μοσχοπούλαγε, οι μεγαλοκυράδες που ζούσαν στο πάνω μαχαλά κάτω από το φρούριο, Βαρούσι* το έλεγαν οι ντόπιοι, θέλαν το καλό τυρί του Ζήση μα και τις πίτες για να τραπεζώνουν τους μουσαφίρηδες, χωρίς να τσακίζουν τη μέση τους ανοίγοντας φύλλα για πίτες.
Η Ζήσενα ήταν νοικοκυρά, έκανε τα φύλλα διάφανα και μεγάλα, τα ράντιζε με βούτυρο και τα γέμιζε με τυρί ανάμικτο από γάλα πρόβειο και γελαδινό. Πάντα είχε παραγγελίες ο Ζήσης, κάθε βδομάδα, πότε για κρεατόπιτες με τραχανά και κότα, πότε γαλατόπιτες με κουρκούτι ζαχαρένια και κανέλα και σχεδόν όλο το καλοκαίρι και το χινόπωρο* είχε τα σινιά με τις λαχανόπιτες στο κεφάλι. Το γαϊδούρι φορτωμένο, ξινόγαλο στο γκιούμι* και έπαιρνε τις γειτονίες με τη σειρά, από την Μπάρα μέχρι το Βαρούσι! Βγαίναν κι οι παστρικές απ τα μπορντέλα, να πάρουν πίτες και να πιουν ξινόγαλο να αφρατέψουν και να κάνουν κόκκινο μάγουλο. Οι άντρες θελαν σφιχτά τα μπούτια και απαλά κόκκινα τα μούτρα τους. Αγόραζαν πάντα βούτυρο και καλό καϊμάκι, με αυτό πασαλειβόταν στη μούρη τους για να είναι απαλή και μετά το ξέβγαζαν με ανθόνερο που το έπαιρναν από τον Ααρών Μωσέ στη στράτα με τα καλά μαγαζιά.
Εκείνη τη μέρα λοιπόν, με το ξημέρωμα, το αρχοντικό ζωντάνεψε και γέμισε κόσμο η ρούγα.
Οι γυναίκες του σπιτιού είχαν ετοιμάσει το τραπέζι για τους παραγιούς, στο φούρνο η φωτιά είχε πυρώσει καλά και η Κωστάντο άρχισε να ρίχνει μέσα τα καρβέλια, οι κόρες της άνοιξαν παραθύρια και πόρτες να αερίσουν και να καθαρίσουν στα γρήγορα, πριν σηκωθεί ο αφέντης.
Έφεραν οι γυναίκες το γάλα και το τυρί, ένα σινί* μπατζίνα* και κύπελα τσίγκινα με ξινόγαλο στους παραγιούς, έφαγαν και κίνησαν για τα χωράφια.
Ο αφέντης δε φάνηκε, Μαρουσιάννα παρακολουθούσε μέσα από το παραθύρι το ξεκίνημα της μέρας στην ρούγα, με τον κοσμάκη να πηγαινοέρχεται μηχανικά σα να είχαν κάνει τις κινήσεις εκατομμύρια φορές.
Το αγοράκι άρχισε να κλαίει και η μικρομάνα γύρισε στον οντά της Κωστάντους, πήρε το παιδί αγκαλιά και έκατσε με την πλάτη στο τοίχο σε ένα σκαμνί να το θηλάσει.
Το μωράκι ρουφούσε και δυσανασχετούσε, δεν έβρισκε ησυχία, κούναγε το κεφαλάκι του πάνω στο στήθος ψάχνοντας.
Άρχισε πάλι να κλαίει, η Μαρουσιάννα το κουνούσε πάνω στην αγκαλιά της και του μιλούσε γλύκα.
Το μωρό δε σταματούσε το κλάμα, έκλαιγε απαρηγόρητα και τέντωνε τα μικρά του ποδαράκια με θύμο.
Η Ανθή φώναξε τη μάνα της, σύρε βρε μάνα μέσα,το κούτσκου* τς παπαδιά σκούζ* τόσην ώρα δε το ακούς;
Τα ακούω γιέμ*, σαν τι να κάνω; εχ' τη μάνατ* εκεί, είπε η γυναίκα και σκουπίζοντας τα χέρια στην πόδια πήγε στην κάμαρη της.
Τι είναι κόρημ; Γιατί σκουζ το κούτσουκ; Δεν ξέρω κυρα, το θηλάζω και δε θέλει, το κουνάω και δε ησυχάζει, το άλλαξα και πάλι κλαίει.
Έλα εδώ μαρί να σι δου, της λέει, περνωντάς την από το μπράτσο η Κωστάντου.
Πάτα το βζυς* να σ'δου* εξ γάλα;
Πατάει η κοπέλα το στήθος της τίποτα, σταγόνα, το πιάνει η Κωστάντου  το πιέζει τίποτα.
Αχ κακομοίρα. Τι κακό σι βρίκει φουκαρού, δες φτάν το θανατκό,  απόκοψες* κιόλας.
Βάλε στο κούτσκου το δάχλος (το δάχτυλο σου ) μες στου στόματ και πάω να σ' βράσω γάλα, έρχομαι...............
Τσακίστηκε η καημένη να πάρει φρέσκο γάλα απ το καρδάρι να το βάλει στο μπρίκι και μόλις έβραζε το πήγε στη μικρομάνα να το ταΐσουν σιγά σιγά με το μπουκάλι.
Που είναι και αυτός ο βλογημένος μαρί η μαύρημ*, είπε η Κωστάντου , ενώνοντας τον αφέντη της.
Άλλες μέρες νύχτα σκόνετε ( ξυπνάει), λες και έχει αγκάθια του κρεβάτ , τς τς τς ο αχαΐρευτος σήμερα ραχατέβ!
Μα όσο τα έλεγε ο Τσαούσης ήρθε στη ρούγα με τον αραμπά.
Όλη νύχτα είχε πάει να βρει παπά να φέρει στο χωριό, να κάνουν τρισάγιο στον παπά Αναστάση να αναπαυθεί η ψύχη του.

Κυράδες που είστε;
Που να είμιστει γιεμ; Φώναξε με αγανάκτηση η Κωστάντου, τράβα να βρεις βυζερό*, η παπαδιά έχασε το γάλα, με το πανί δε γένετε δλεια.(δουλειά)
Φεύγω τώρα για τα Τρίκαλα, δώστε στο παπά να φάει και να ξεκουραστεί, θα μείνει εδώ μέχρι να κάνει τα χρειαζούμενα για τον σχωρεμένο.
Κωστάντου, να κανονίσεις για τα χρειαζούμενα και να πάτε με την Ανθή να καθαρίσετε την εκκλησιά του Άι Γιώργη.
Πες στα παλικάρια, μέχρι το μεσημέρι,  να πάνε να κάνουν ένα σταυρό και να τοιμάσουν μια γούρνα για τον σχωρεμένο, να έχει η παπαδιά ένα τόπο να ανάβει κερί.
Έφυγε φουριόζος ο Τσαούσης, καβάλα στο άλογο, δεν ήξερε που να βρει βυζερό και τράβηξε ευθεία στον φαρμακοποιό των Τρικάλων.
Ο Μπέλος είχε ένα φαρμακείο δίπλα από το ζαχαροπλαστείο του Μέγα. Τα ράφια του, ήταν γεμάτα με γυάλινες σκούρες μπουκάλες και μεταλλικά γουδιά, που κοπανούσε τα γιατροσόφια του. Δίπλα από την πόρτα, είχε άλλο παράθυρο με ράφι, γεμάτο με πορσελάνινα βάζα που έκλειναν με καπάκι σαν τις φοντανιέρες. Μα ετούτΑ, είχαν γιατρικά και όχι γλυκίσματα, το κάθε ένα, είχε ζωγραφισμένο και ένα φυτό,μια λεβάντα εδώ, ένα χαμομήλι εκεί,μια καλεντούλα το άλλο. Μύριζε περίεργα εκεί μέσα, άμα δε ήσουν άρρωστος δεν πατούσες εκεί το ποδάρι σου. Ο Τσαούσης μπήκε στο φαρμακείο δρασκελώντας τα σκαλιά δυο δυο, άνοιξε την πόρτα με δύναμη, κάνοντας το καμπανάκι να τρανταχτεί απότομα πολλές φορές. Ο Μπέλος ήρθε αμέσως από το πίσω μέρος που είχε το εργαστήρι του.Φορούσε συρμάτινα γυαλιά στα μάτια και είχε φαλάκρα, ένα συμπαθητικό ανθρωπάκι με λευκή ποδιά, σαν αυτή που φορούν και οι νοικοκυρές όταν πλένουν και μαγειρεύουν, αλλά λίγο ποιο περιποιημένη και κεντημένη στο στήθος με ένα φίδι κάτω από το όνομα του φαρμακοποιού.
Μπέλο έχεις βυζερά; για μωρά βυζερά λέω έχεις; τον ρώτησε δεύτερη φορά,με αγωνία.
Από πότε βυζαίνεις ρε Τσαούση; Αστειεύτηκε ο Μπέλος. 'Αστα τα χωρατά ορέ και εχω βιάση, άμα έχεις δώσμε και ειδάλλως να κινήσω για άλλου, να πάω στο φαρμακείο του Κουλουρίδα!
Έχω έχω μη σκιάζεσαι,  του είπε γελώντας ειρωνικά ο φαρμακοποιός. Σκάρωσες κάνα μπάσταρδι ρε και στού φέραν στη ρούγας;
Σκάσε αρέ ζιούνταβε*,(μικροσκοπικέ ) μη σε κάνω ένα με τη γης. Για μια χωριανή το θέλω, έκοψε το γάλα της, επειδή έμαθε πως χήρεψε. Και το μικρο είναι ίσα με σαράντα μερών, αν δε φάει, δεν εχ ζουή.(ζωή)
Άντε καλά, αφού το λες εσύ, αλλά θέλει και μπουκάλι να το βάλεις και κοίτα να το βράζετε που και που ε, Γιατί αυτό δεν είναι βυζί!!!
Φερε και μπουκάλι και ένα και δυο αμά έχεις. Να πάρε παράδες.............
Ο Μπέλος πήρε τα λεφτά και του έδωσε τα μπουκάλια και τις πλαστικές ρώγες.
Ανέβηκε στον άλογο και έγινε καπνός ο Τσαούσης, έτρεχε λες και ήταν δικό του το βρέφος που πεινούσε. Όλα για χατίρι της τα έκανε. Ακόμη και το μωρό θα έκανε δικό του, φτάνει να το θέλει και αυτή, συλλογίζονταν σε όλο το δρόμο καλπάζοντας για την Τσιάρα .
Η παπαδιά μέχρι να γυρίσει ο Τσαούσης έπλυνε το μωρό της, το τάισε όσο μπόρεσε με το γελαδινό γάλα και το κοίμισε ξανά. Πήγε στη ρούγα και μίλησε με τον παπά που είχε φέρει ο Τσαούσης στο χωριό για να γίνει μια στοιχειώδης κηδεία για το νεκρό.
Πήγε σπιτάκι της, συγύρισε με τη βοήθεια την Ανθής, έβαλε στάρι να βράσει στο τσουκάλι και κοπάνισε το καρύδι, έκαψε αλευράκι και έριξε τα μυρωδικά στο ταψί, με υπομονή και δάκρυα ετοίμασε το στάρι του κύρη της. Άνοιξε το σεντούκι, έβγαλε ένα ρόδι φυλαγμένο και στόλισε το τελευταίο φαΐ του Αναστάση. Ύστερα έβγαλε τη νυφική της στολή από το σεντούκι, την κράτησε στα χέρια της και τη χάιδεψε αργά, τραγουδώντας ψιθυριστά το τραγούδι που άρεσε στον παπά.

Δόντια πυκνά και μαργαριταρένια
φωνή σαν τ αηδονιού, στόμα χελιδονιού
με πήρατε το νου!

Μια Κυριακή πρωί και μια καλήν ημέρα
ήρθε μια περιστέρα, μια καγκελοφρυδάτη
να μην την είχα δει στη μαύρη γης να μπει.

Μαλαματένια πόρτα με ασημοπέρωνα
η σκύλα η πεθερά σου θέλει μαχαίρωμα
ως το ξημέρωμα!

Έτσι τον αποχαιρέτησε, η παπαδιά, με το τραγούδι που τον πρωτοείδε να χορεύει στα αλώνια του χωρίου της.
Η Κωστάντο είχε ειδοποιήσει όλο το χωρίο να μαζευτούν το απομεσήμερο στον Άι Γιώργη για την κηδεία.
Ο Ζήσης είχε φτιάξει ένα σταυρό από κλωνάρια και τον έστησε στο πίσω μέρος του ιερού, το έθιμο έλεγε ότι οι παπάδες θάβονταν εκεί, έτσι ο τάφος του παπά Αναστάση, έγινε δίπλα από τον τάφο του παππού του ,τον συχωρεμένο τον παπά Θύμιο .
Ήρθε ο Τσαούσης, έγινε η τελετή χωρίς πολλά πολλά. Ο Τσαούσης έφυγε για να πάει τον παπά πίσω στο χωριό του, κοντά στο Μουζάκι. Κάτω από τους πρόποδες του βουνού έμενε ο παπάς και ήξερε τον Τσαούση από τα ταξίδια του όταν ανέβαινε εκεί για κυνήγι στον Κόζιακα. Οι χωρικοί έκατσαν στη ρούγα της παπαδιάς και έφαγαν ψωμί και ελιές, λίγο βρασμένο ρύζι και ήπιαν μια γουλιά κρασί να συχωρέσουν τον πεθαμένο και την τελευταία σταγόνα την έριξαν στη γη.
Πολλά δε ξέρανε, αθώοι άνθρωποι ήσαν και ούτε ρώτησαν τι και πως.
Η παπαδιά όλες αυτές τις ώρες, βουβή έκανε το χρέος της κουβαλώντας στην πλάτη ζαλωμένη το βρέφος της.
Σαν νύχτωσε μαντάλωσαν την πόρτα του σπιτιού και έφυγαν πεζές με την Κωστάντο και την Ανθή.
Άλλη μια μέρα ολάκερη χωρίς τον παπά της και όμως άντεχε, ζούσε, έκανε δουλειές και είχε ένα μωρό, αυτά σκέφτονταν σε όλο το δρόμο μέχρι να φτάσουν στο αρχοντικό.

Τότε οι χήρες, αν ήταν νέες ή παντρεύονταν σε λίγο καιρό μετά το θάνατο του κύρη τους ,ή μέναν για πάντα μαυροντυμένες,  ως να πάνε να συναντήσουν το ταίρι τους τη μέρα που θα πέθαιναν και αυτές.
Η Μαρουσιάννα ήταν ένα αθώο κοριτσόπουλο είκοσι χρόνων, σε ξένο μέρος, με ένα βρέφος και  φτωχή.
Θέλει μεγάλο αγώνα για να κρατηθείς στη ζωή, ποιος θα της παραστέκονταν; τότε οι γυναίκες είχαν ανάγκη από ένα  προστάτη.
Έτσι, όταν ο Τσαούσης της είπε πως θέλει να την κάνει κυρα του, δέχθηκε με ένα νεύμα, σκύβοντας το κεφάλι.
Ο Τσαούσης τη σεβάστηκε μέχρι τη μέρα που τη στεφανώθηκε με δόξα και τιμή και την πέρασε νύφη στην πόρτα του αρχοντικού του. Εκεί την περίμεναν οι γυναίκες του σπιτιού να τους μελώσουν το στόμα και να τους βάλουν σίδερο στο σκαλί να πατήσουν πριν μπουν στο σπίτι.
Σαν νεράιδα που βγήκε από παραμύθι έντυσαν την Μαρουσιάννα οι γυναίκες του σπιτιού!
Τα γιορντάνια και το χρυσό ζωνάρι που της είχε αγοράσει απ την πόλη ο Τσαούσης, έλαμπαν πάνω στη φορεσιά της. Άσπρο σύννεφο σε γαλανό ουρανό το φουστάνι της.
 "Χαρά" στο κονάκι τους ποτέ δεν είχαν κάνει άλλη φορά και η Κωστάντο τη  δέχτηκε για κυρα της με μεγάλη αγάπη. Μες τα θαλασσιά μετάξια της, με άσπρα σιρίτια από βελούδο η Μαρουσιάννα έλαμπε. Χτένισε τις κοτσίδες στο κεφάλι στεφανωμένες, με ρόδα ανάμεσα και φύλλα λεμονιάς, κόκκινη μεταξωτή ποδιά κεντημένη με λουλούδια και πουλιά. Στο γαλάζιο μπροκάρ μεταξωτό σαγιά της, ο Τσαούσης είχε απαιτήσει να της ράψουν βελούδινα λευκά, κόκκινα και χρυσά σιρίτια.  Όχι μαύρα όπως συνήθιζαν οι γυναίκες του κάμπου. Οι φούντες στα βελούδινα λευκά μανίκια, ήταν κόκκινες και λεύκες από μετάξι, και το μακρύ λευκό πουκάμισο από λινό κεντημένο στον ποδόγυρο, με περισσή φροντίδα από την Σιχμά και τη Μερκάδα.
Η δική μου η κυρα, δεν είναι Καραγκούνα και τα μαύρα δε της πηγαίνουν,.Χαρά έχουμε, θέλω άσπρα σιρίτια, άσπρες και τις φούντες στο σαγιά και το σεγκούνι το θέλω όλο από βελούδο θαλασσί με άσπρα κεντίδια. Αυτή την διαταγή έδωσε στη Σιχμά όταν παράγγειλε τη φορεσιά της Μαρουσιάννας. Μέρες έραβαν οι Σιχμά και η Μερκάδα μέσα στο μαγαζί του Ζαδίκ.
Μόλις τελείωσαν τα στέφανα, βάπτισαν το μωρό, του έδωσαν το όνομα του πατέρα του, Αναστάσης.
Ένας έφυγε απ τη ζωή και άλλος γεννήθηκε, είχε πει η Μαρουσιάννα και ότι έλεγε δε το έπαιρνε πίσω. Ήταν πεισματάρα και ήξερε τώρα πια την αδυναμία του Τσαούση, είχε απαιτήσει το όνομα του παιδιού της να είναι το όνομα του συχωρεμένου. Το γλέντι του γάμου ήταν λαμπρό όπως αρμόζει σε άρχοντες.
Ήρθε όλο το χωριό, ψήθηκαν αρνιά στη σούβλα, πήραν φωτιές οι γάστρες και οι φούρνοι να ψήνουν πίτες,φαγιά και γλυκά και το κρασί κόκκινο από σταφύλι μοσχάτο φερμένο απ το Καστράκι.* (Περιοχή κάτω στους πρόποδες των Μετεώρων)
Τα όργανα άρχισαν το τραγούδι της νύφης και ο γαμπρός τη σήκωσε κρατώντας την απ το χέρι,Την οδήγησε στη μέση της αυλής του να χορέψει. Kουμπάροι, ήταν το αντρόγυνο απ τα Γιάννενα, που είχαν το μαγαζί με τα γιορντάνια και τα δαχτυλίδια στα Τρίκαλα, όλοι μαζί μπήκαν στο χορό με την Κωστάντο να κάνει τα πάντα, για να δώσει χαρά και δύναμη στη νύφη. Τα όργανα τα είχε φέρει ο κουμπάρος απ τα Γιάννενα. Οι  Χαλκιάδες ήταν η καλύτερη κομπανία!
Παίξτε ορέ για τη νύφη μας, είπε ο κουμπάρος και έριξε μέσα στο ντέφι μια χρυσή και άλλη μια ο γαμπρός, ξεκίνησε το κλαρίνο να μπουμπουνίζει και να σηκώνει φουρτούνα στα βουνά και στα αλώνια, να χύνετε ο ήχος του σαν νερό από καταρράχτη και να μερακλώνουν καρδιές!
Το κλαρίνο, το λαούτο και το βιολί έπαιζαν και ο άντρας που έπαιζε ντέφι τραγουδούσε με γάργαρη φωνή σαν κελαρυστό ποταμίσιο νερό..................

Άιντε Αγορός από σειρί, νύφη απ την ανατολή
πως ήρθαν κι ανταμώσανε σε δάφνινο ποτάμι.

Εκεί μωρέν που ειν οι δάφνες οι ψηλές και οι πολλές τρανταφυλλιές.

πέρα στου πέρα μαχαλά,
στον πέρα και στον δώθε 
περπατείς ανάρια, ανάρια, περπατείς δασιά και ανάρια,ορέ σαν την πάπια στα λιβάδια

Πέρα στουν πέρα μαχαλά, στουν πέρα και στουν δώθε
εκεί μάναμ εκεί παντρεύουν μια ξανθιά,  ξανθιά πρασινομάτα
 Άιντε περπατείς δασιά κι ανάρια, άιντε σαν την πάπια στα λιβάδια

κάνουν νουνό του Βασιλιά και μπράτι το Βεζίρη
άιντε περπατείς δασιά και ανάρια όρε σαν την πάπια στα λιβάδια!

Το τραγούδι αυτό διαρκούσε πολύ ώρα, μέχρι να περάσουν όλοι οι καλεσμένοι να δώσουν τα δώρα στη νύφη, καρφιτσώνοντας ένα κόσμημα στο σιγκούνι της,ή λίρες και γιορντάνια στο λαιμό της!
Ύστερα ήρθε η σειρά του γαμπρού, ο Τσαούσης έβγαλε μια χρυσή και την πέταξε μέσα στο καπέλο του βιολιτζή.
Μπήκε όλη η κομπανία στη μέση του χορού να παίξουν την παραγγελιά του γαμπρού.
Βαράτε την Νταίλιάνα ορέ, τους πρόσταξε δίνοντας άσπρο μαντίλι στον κουμπάρο του....

 δε μπόρεσα  Νταιλιάνα μου, 
δε μπόρεσα να βρω καμιά,  με την δική σου ομορφιά,

τι να τα κάνω Νταιλιάνα μου, 
αχ τι να τα κάνω τα φλουριά προς τη δική σου λεβεντιά.

Θέλω να γίνεις Νταιλιάνα μου,
θέλω να γίνεις ταίρι μου, όμορφο περιστέρι μου.

Χορτάτοι από το φαΐ και το γλέντι, έφυγαν οι καλεσμένοι και οι κολίγοι του Τσιφλικιού.
Ο Τσαούσης είχε ανοίξει το κονάκι για όλους και όλοι ήπιαν και έφαγαν αρχοντικά.
Σαν έμειναν μονάχοι στην κάμαρη, η Μαρουσιάννα του ζήτησε να γυρίσει για να ξεντυθεί, εκείνος έπεσε στα πόδια της και της μίλησε με φωνή που δήλωνε υποταγή αλλά και επιθυμία.
Κυρά μου,  άσε με να σε καμαρώσω, μήνες περίμενα να έρθει τούτη η ώρα....

Όλα δικά σου κυρά μου, τις είπε με βαθιά φωνή γεμάτη πόθο. Εσύ θα διατάζεις και εγώ θα σε υπηρετώ. Της σήκωσε απαλά τον ποδόγυρο απ το σαγιά της, της άγγιξε τα πόδια, έσυρε τα χέρια του στους αστραγάλους της, ανέβηκε μέχρι ψηλά στους γοφούς της, τη φίλησε στα γόνατα και στις γάμπες έτσι όρθια όπως στέκονταν. Έξω άρχισε να βρέχει δυνατά,τα παραθύρια ήταν ανοιχτά διάπλατα στην κάμαρη. Απ το μπαλκόνι ήρθε η μυρωδιά της βροχής και ο αέρας έσβησε τα κεριά απότομα. Το ζευγάρι έπεσε στο στρώμα. Παραδόθηκαν στη δίνη του πάθους και στη φωτιά που παίρνουν τα κορμιά όταν αγκαλιαστούν. Τα νιάτα έχουν επιθυμίες και η Μαρουσιάννα ήταν γυναίκα, τον άφησε να την κατακτήσει κρατώντας του το κεφάλι και κοιτώντας τον στα μάτια που έλαμπαν μες το σκοτάδι, μαύρα και λαμπερά μες την νύχτα. Ήταν όμορφος άντρας ο κύρης της και τα φιλιά του ζεστά, τα χάδια του μαγικά, την έκαναν να ξεχνάει τα πάντα.
Ήταν καλός στο φιλί ο Τσαούσης, ήξερε να χορταίνει τη γυναίκα με χάδια και είχε κορμί ατσαλένιο παρόλο που ήταν 40 ετών. Τον γεύτηκε με χαρά, ήθελε να τον έχει ευχαριστημένο και δούλο της.
Την άλλη μέρα το πρωί, σαν έφαγε το μωρό καλά και το περιποιήθηκε,την πήρε εκείνος από το χέρι και την έκατσε στην αυλή, πάνω στη μεγάλη πέτρα της εισόδου. Δείχνοντας της την αυλή και το σπίτι της είπε: Όλα δικά σου από τη ρούγα και μέσα, μα έξω από το σπίτι εγώ κάνω κουμάντο!
Ένευσε καταφατικά εκείνη και αυτή ήταν η συμφωνία τους!
Ότι σου άφηκε ο παπάς θα είναι για το γιο σου,τα χωράφια και τα ζωντανά σου θα τα δουλεύουν οι παραγιοί μου, μα ότι βγάζουν θα σου ανήκει. Το αρχοντικό να το κουμαντάρεις με αγάπη κυρα, είναι το βιός μας.
Γέμισε το σπίτι με δώρα, έφερε μάστορα να κάνει καινούριο μαγερειό, με νερό που έβγαινε από μια χειροκίνητη τουλούμπα και έπεφτε μέσα σε μαρμαρένια κοπάνα δροσερό και καθαρό.Έχτισε καινούριο ψηλό μπουχαρί για να μπορεί η γυναίκα του να βάζει τη μεγάλη πυροστιά με το καζάνι πάνω να μη βγαίνει έξω το χειμώνα και του κρυώσει, έβαλε στο μέσα μέρος μια χοντρή αλυσίδα και την ένωσε με το χέρι της γάστρας* να μπορεί η κυρα να σηκώνει εύκολα το τεράστιο μαντεμένιο καπάκι, που είχε πάνω του πάντα μπόλικη στάχτη, για να κρατά την θερμοκρασία μέσα στο ταψί. Έφερε μια πλάκα μαρμαρένια,  δίπλα από την τουλούμπα να καθαρίζει εκεί τα κυνήγια που της έφερνε για να τα ζεματάει και να τα πλένει με άφθονο καθαρό νερό.Έκοψε τα πολλά ταξίδια στη Λάρισα και στην Αθήνα πήγαινε μια φορά το τρίμηνο και άρχισε να ασχολείται με τα χωράφια του με ζήλο.Έφερε και άλλες αγελάδες στον αχερώνα και γέμισε το σπίτι υφάσματα για να ράψει η γυναικά του κουρτίνες και φουστάνια όλο το χειμώνα. Ακόμα και μεσάλια* (τραπεζομάντιλα) από τη Βενετιά με δαντέλες ως κάτω στο πάτωμα, άσπρα σαν το γάλα, της τα αγόρασε από τον Λεβήν τον Οβριό.
Άνοιξε επιτέλους το αρχοντικό και είδαν κόσμο να έρχεται.
Μέχρι τραπεζίτες και κάτι στρατιωτικοί και υπουργοί του Βενιζέλου τους ήρθαν στην αρχή του πολέμου,όταν γύριζαν από τη Βουλγαρία που συζητούσαν για την συμμαχία! Ο δρόμος μακρύς ως την Αθήνα και έκαναν διανυκτέρευση στου Τσαούση. Γερές γνωριμίες ο Τσαούσης, που διάολο τον ήξεραν δε ρώτησε η Μαρουσιάννα ποτέ.
Η Κωστάντο, οι κόρες της και η Μαρουσιάννα ταίριαζαν και ζούσαν αρμονικά, έραβαν για τα φτωχοκόριτσα του χωριού, κουρτίνες για το αρχοντικό, έκαναν χράμια και βελέντζες για τους φτωχούς χωρικούς κρυφά απ τον Τσαούση. Έψηναν του κόσμου τα γλυκά και τα ψωμιά και τα μοίραζαν για συχώριο στο όνομα του νεκρού παπά, σε αυτό αντιρρήσεις δε σήκωνε η Μαρουσιάννα. Αφέντης μου και κύρης μου θα είσαι, του είπε μια μέρα, μα ο παπάς ήταν πατέρας του παϊδιού μου και με αγάπησε πολύ!! Ποτέ δε ξανα κάναν κουβέντα για αυτό. Ο Τσαούσης είχε αγοράσει ένα αυτοκίνητο και γύριζε με δαύτο από πόλη σε πόλη. Ενώ η φτωχολογιά πεινούσε και ο Βενιζέλος πίστευε στην κατάκτηση των εδαφών της Μακεδονίας.
Ένα Γερμανικό ξεσκέπαστο, ατσούμπαλο και θορυβώδης όχημα, με λαστιχένιες χοντρές ρόδες και μια τεράστια κόρνα, που τη ζούλαγε μόλις έμπαινε στο χωρίο μέχρι να μπει στη ρούγα τους και ξεσήκωνε τον τόπο όλο. Ο μόνος που χαιρόταν με όλη αυτή τη φασαρία, ήταν ο μικρός Αναστάσης. Άρχιζε να κλωτσάει τα ποδάρια από χαρά που γύριζε ο πατέρας!!! Άρπαζε αυτός το δίχρονο παιδί και το στριφογύριζε πιάνοντας το από τις μασχάλες μέχρι να ζαλιστούν και οι δυο, ο μικρός ξεκαρδίζονταν στο γέλιο. Όταν πήγαινε στο ποτάμι για ψάρεμα καβάλα στο άλογο έπαιρνε και τον Αναστάση, γραπώνονταν με τα μικρά χεράκια από τη σέλα, αλλά ο Τσαούσης είχε πει στη Μαρουσιάννα να του κάνει ένα μεγάλο πάνινο ζωνάρι και με αυτό δένονταν με το παιδί απ τη μέση για να είναι σίγουρος ότι δε θα πέσει. Δυο χρόνια πέρασαν με τη Μαρουσιάννα και παιδί δεν έκαναν. Ο Τσαούσης το ήξερε πως δε κάνει παιδιά, είχε περάσει μια αρρώστια από μικρός και έμεινε άκληρος, έτσι έκανε παιδί του τον Αναστάση και από τόσο δα, μια σταλιά του μίλαγε και του έδειχνε τα χωράφια! Το βιός τους!
Αν και οι καιροί ήταν επικίνδυνοι ο Τσαούσης δε είχε φόβους χρεωκοπίας, έκαμε πάντα τα λεφτά του σε χρυσές και είχε το κεφάλι ήσυχο. Είχε γεμίσει και μια γυάλινη βιτρίνα με σειρές από ακριβά γιορντάνια με πολύτιμες πέτρες που έπαιρνε απ τον κουμπάρο του τον Γιαννιώτη.
Ήταν κρυφός Βασιλικός και δεν εμπιστεύονταν το Βενιζέλο με τις μεγάλες του βλέψεις για το βορρά και τη Μακεδονία και ήξερε πως η συμμαχία, ήταν εικονική με τους Βαλκάνιους. Αυτοί, δε λογάριαζαν την Ελλάδα σαν δύναμη στρατιωτική, είχε γίνει δεκτή η συμμαχία από τους Βούλγαρους μόνο και μόνο επειδή υπολόγιζαν στον καλό στόλο της χώρας. Ήξεραν πως οι Έλληνες θα έκαναν τα πάντα για να ανακόπτουν τον ανεφοδιασμό των Οθωμανών από τα παράλια της Μικράς Ασίας. Δεν καλό έβλεπε την κόντρα με την Τουρκία και ήξερε πως οι Τούρκοι είχαν προτείνει στο Βασιλιά να μην αναμειχθούν και θα έδιναν τάχαμ οριστικά την Κρήτη!


Ένα βράδυ, ήρθε ο Τσαούσης από ταξίδι και ζήτησε να έρθουν όλες οι γυναίκες να δειπνήσουν μαζί.
Κυρα, είπε κοιτώντας την Κωστάντο, σου έχω καλά νέα, βρήκα γαμπρό για την Ανθή!
Η Ανθή σήκωσε το κεφάλι απότομα με ορθάνοιχτα τα μάτια, ποτέ δεν είχε αντιμιλήσει στον αφέντη της και πολλά λόγια μαζί του δε είχε, πάντα τον απεφευγε. Είχε κάτι επάνω του, που την φόβιζε, μα τώρα ήθελε να πει όχι.
Δεν θέλω αφέντη να φύγω απ το χωριό, εδώ μεγάλωσα, έχω τη μάνα, την αδερφή μου εδώ, και η κυρα με χρειάζεται, έτσι δεν είναι κυρα; Ρώτησε τη Μαρουσιάννα
Η Μαρουσιάννα δε πρόλαβε να απαντήσει.
Εδώ είσαστε ένα σωρό γυναίκες της είπε ο Τσαούσης, καιρός να πας να κάνεις φαμελιά Ανθή. Δεν θα μας μείνεις στο ράφι, το έχω υποσχεθεί στη μάνα σου, έγινες είκοσι πέντε χρονών!!
Σε μια βδομάδα φεύγουμε για την Αθήνα, να είσαι έτοιμη. Ο άντρας που θα πάρεις, είναι καλός και καλοστεκούμενος σε είδε τη μέρα που τους τραπεζώσαμε όταν γύριζαν από τη Βουλγαρία.
Η Κωστάντο δε ήξερε τι να πει, μέχρι να σηκωθούν από το τραπέζι κανείς δε μίλαγε πια.
Η Ανθή, νόμιζε πως όλη της τη ζωή, θα ζει μέσα στη ρούγα του αρχοντικού, ο έξω κόσμος της ήταν άγνωστος και τη φόβιζε λίγο.
Μα αν ο Τσαούσης δεν την ήθελε άλλο μες το σπίτι του, που θα πήγαινε η έρμη; Λεφτά δε είχε και όπως φαίνονταν τα πράματα, δεν όριζε τον εαυτό της. Ο Τσαούσης είχε πάνω της δικαιώματα επειδή την μεγάλωσε και την τάισε τόσα χρόνια.
Η κοπέλα άρχισε σε λίγες μέρες να ετοιμάζετε, γέμισε ένα μπαούλο με τα προικιά της που τα είχε υφάνει νύχτες και μέρες στον αργαλειό και άλλα με βελόνες, τραγουδώντας για τον άντρα που θα έπαιρνε και για το σπίτι που θα στόλιζε.
Η Μαρουσιάννα, δεν είχε αντιδράσει, επειδή δε ήθελε να κόψει το τυχερό της κοπέλας. Πίστευε πως ο Τσαούσης είχε βρει ένα καλό άνθρωπο για να παντρέψει το κορίτσι.
Το κορίτσι έφυγε με τον Τσαούση πάνω στον ξεσκέπαστο αυτοκίνητο κουκουλωμένη με μια πλεκτή σάρπα και φράγκικα ρούχα! Στα Τρίκαλα πήραν το τρένο για την Αθήνα.
Το σπίτι που την πήγε ο Τσαούσης για νύφη, ήταν ένα μπορντέλο που του ανήκε. Τα προικιά της, τα μοσχοπούλησε στον Πειραιά σε κάτι τύπους, που τα αγόραζαν πάντα για να τα πάνε στο παλάτι ως εθνικό πλούτο! Την έντυσε σαν φρατζέζα* με φτερά, της έκοψε τα μαλλιά και την έβαλε να μάθει να καπνίζει. Η μαστροπός, της  εξηγούσε τι θα κάνει σαν έρθει ο πρώτος πελάτης και πως αν δε το κάνει θα την πετάξει στο δρόμο χωρίς ρούχα ξεβράκωτη! Κοιτά μωρή σε τι σπίτι μπήκες, κοίτα σαλόνια και μεγαλεία. Είχες και στο χωριό σου τέτοιο κρεβάτι;''Η σάματις  άμα έπαιρνες κάνα κολίγο, θα ήξερε να χαϊδεύει; Εδώ έχεις όποιον θέλεις κάθε βράδυ μωρή και δε βρωμάει ο άντρας που θα σε αγκαλιάσει. Την πασάλειβαν με ροδέλαια και την έβαφαν με κραγιόν και κάτι μπογιές στα μάτια, έβλεπε τον εαυτό της στον καθρέφτη και τρόμαζε.
Η κοπέλα είχε χάσει τη γη κάτω από τα πόδια, η ψυχή της είχε παγώσει και ο Τσαούσης είχε χαθεί.
Η συμφωνία που έκλεισε για την παρθενιά της Ανθής με τον πρόξενο της Γαλλίας ήταν πολύ καλή.
Δέκα χρυσές και δέκα μπουκάλια σαμπάνια νεοφερμένα από την Τουλούζη. Θα έκαναν μεγάλο γλέντι εκείνο το βράδυ στο μπορντέλο της Κολέτ. Και ο Γάλλος όμως θα έβγαζε παράδες φέρνοντας φίλους και παίρνοντας από την μαντάμ Κολλέτ μεράδι!
Η Ανθή, δε ήταν το πρώτο κορίτσι που παζάρευε ο Τσαούσης και ο Γάλλος, στην Αθήνα ήταν γνωστός στους πλούσιους άντρες, που ήθελαν κοριτσόπουλα για να χορταίνουν το πάθος τους για σεξ. Οι γυναίκες που παντρεύονταν, ήταν πολύ καθώς πρέπει για να τους κάνουν τέτοια χατίρια και η συνηθισμένοι οίκοι ανοχής δεν ήταν ασφαλείς χώροι για κυρίους! .
Έτσι είχε "καλοπαντρέψει" πολλά κορίτσια ο αχαΐρευτος.
Η Ανθή ήθελε να επιβιώσει, ήθελε να εκδικηθεί, ήθελε να χαρεί τη ζωή της σαν γυναίκα φυσιολογική.
Ήθελε να φύγει από εκεί μέσα, μα στο χωριό ντρεπόταν να ξαναπάει, άσε που αν γύριζε και έλεγε την αλήθεια στη μάνα της, ίσως γινόταν μεγάλο κακό. 'Ισως ο Τσαούσης να τις ξεπάστρευε μάνα και κόρη για να μην μαθευτεί τίποτα.
Ο Τσαούσης, γύρισε στα Τρίκαλα σαν καλός νοικοκύρης, έπαιρνε το μερίδιο της σοδειάς από όλο τον κάμπο της Τσιάρας και των γύρω χωριών, έπαιρνε το μεράδι του απ τα μπορντέλα της Λάρισας και της Αθήνας και πλούτιζε όλο και περισσότερο.
Έβγαζε το πάθος του πάνω στο κορμί της Μαρουσιάννας γιατί με πουτάνα δε ξαναπήγε, φοβόταν μην κολλήσει πάλι τίποτα και πεθάνει.
Η Κωστάντο και η δεύτερη κόρη της, περίμεναν να μάθουν νέα από την Ανθή μα τίποτα δε έρχονταν απ την πόλη.
Όλα καλά, έλεγε ο Τσαούσης σαν τον ρωτούσαν, αρχόντισσα ! Μας ξέχασε η άτιμη, έλεγε γελαστός.
Περάσαν έτσι τρία χρόνια. Οι γυναίκες στο σπίτι προσεύχονταν και ανάμεναν κάθε μέρα νέα της.
Κορίτσια σαν τα κρύα νερά, έμπαιναν στο πορνείο της μαντάμ Κολλέτ και έμεναν εκεί μέχρι να χάσουν όλη τους τη νιότη και τη φρεσκάδα. Η  Ανθή, είχε πλέον προσαρμοστεί από ανάγκη και κοίταγε να βρει την ευκαιρία για τη μέρα της απόδρασης και της εκδίκησης. Έκρυβε μέσα σε μια γλάστρα όλα τα δαχτυλίδια που τις έφερνε ο Πρίγκιπας και πάνω στην ντουλάπα είχε σπρώξει το τραπέζι αθόρυβα και έβαλε χίλιες δραχμές και ένα κολιέ με μαργαριτάρια που της χάρισε ο Καμπριγιάννη ένας Ιταλός. Τον τρέλανε με χάδια και αναστεναγμούς και εκείνος ότι είχε και δεν είχε η γυναίκα του σε χρυσό και μαργαριτάρι, τα είχε φέρει σε εκείνη. Ειχε μεινει χηρος στα πενηντα του. Οι γιοι και οι νύφες, δε ήθελαν στο σπίτι να φέρει γυναίκα. Βρήκε την Ανθή αυτός, στο μπορντέλο και εκεί ξημεροβραδιάζονταν στα σεντόνια της, όσες ώρες  οι γιοι του πήγαιναν στο δικηγορικό τους γραφείο.Τις Κυριακές και τις σχόλες ήταν σπίτι κύριος!
Ο τρόπος για να φύγει η Ανθή βρέθηκε τη μέρα που στο πορνείο ήρθε ο Αιμίλιος Αυγέρης!

Αρχοντόπαιδο ο Αυγέρης, νεοφερμένος γιατρός από την Ιταλία, ήρθε με δυο φίλους Ιταλούς και τον Καμπριγιάννη,που ήθελαν να "γλεντήσουν" με Ελληνίδες.
H μαντάμ Κολλέτ, φώναξε τα κορίτσια να έρθουν να διαλέξουν καβαλιέρους. Ηρθε και η Ανθή, στητή λεπτή με σταρένιο δέρμα και μαύρα μάτια. Ο Αιμίλιος μαγεύτηκε μαζί της. Όλη τη νύχτα, έμεινε στο δωμάτιο της. Μετά το σμίξιμο τους, παράγγειλαν καφέδες και κρατώντας της συντροφιά, της μίλησε για την Ιταλία, για το κρύο και το χειμώνα της Βενετιας. Της είπε ότι ήταν γιατρός και έμαθε από εκείνη, πως ήρθε στο μπορντέλο και από που καταγόταν.
Την άλλη μέρα ήρθε νωρίς το απόγευμα, ζήτησε από τη μαντάμ Κολλέτ την Ανθή φλογισμένος, την πήρε με πάθος και χαιρόταν που έδειχνε ότι το απολαμβάνει και εκείνη. Ήταν σαν να είχε φτιαχτεί για αυτόν και μόνο, οι Ιταλίδες πόρνες τον ξεπετούσαν χωρίς να του μιλάνε και να τον φροντίζουν απαλά με φιλιά στο στόμα και στα μαλλιά. Της είπε να έρθει να την πάρει την Κυριακή, να πάνε βόλτα στον εθνικό κήπο και στο σύνταγμα να της δείξει την Αθήνα.
Μα εγώ δε βγαίνω από εδώ ποτέ, μόνο στον κήπο στο πίσω μέρος για να κάνω ηλιοθεραπεία, η μαντάμ Κολλέτ θέλει να έχω ωραίο χρώμα, αλλά έξω στην πόλη δε πάω ποτέ. Δεν θα με αφήσει, του είπε με απογοήτευση. Μόνο αν γεράσω και δε κάνω για τούτη τη δουλειά θα με διώξουν από εδώ. Εσύ  Ανθή θες να βγεις; τη ρώτησε εκείνος.
Αν θέλω; Φυσικά θέλω να βγω και να μην ξανά έρθω ποτέ. Πνίγομαι εδώ μέσα, είναι ένα παλάτι για τα μάτια των περαστικών απ έξω, για όσους δε ξέρουν τι γίνεται εδώ μέσα. Για τα κορίτσια και για μένα, είναι το σπίτι που μας έφεραν, για να γλεντάνε οι αριστοκράτες τούτης της άθλιας πόλης. Που να πάω Αιμίλιε; Στο χωρίο; Στο αρχοντικό; Και τι να πω στην μάνα μου; με πήγε σε μπορντέλο ο Τσαούσης και πληρώθηκε για την παρθενιά μου; Δεν υπάρχει επιστροφή, όσο αντέξω εδώ μέσα, θα ζήσω κάνοντας όνειρα για τα στερνά μου, μαζεύοντας φράγκα για να μην βρεθώ ζητιάνα στο δρόμο. Όλος ο κόσμος μου ήταν δυο σπίτια, το αρχοντικό του Τσαούση και τούτο το μπορντέλο.
'Ασε με να το κανονίσω βρε, έχω τον τρόπο μου, της είπε.
Αιμίλιε, να με πας που; Τι θα κάνω μόλις βγω από εδώ; Δεν έχω που να πάω, στο ξαναλέω.
Εκείνος την καθησύχασε και φεύγοντας είδε την μαντάμ Κολλέτ.
Κολλέτ, θέλω να πάρω αύριο μαζί μου την Ανθή και να πάμε να αγοράσει τίποτα της προκοπής, δε με φτιάχνουν αυτά που φοράει. Το ξέρεις ότι τα ρούχα των κοριτσιών είναι άθλια; Θα πληρώσω καλά, θα στην ταΐσω κιόλας! Άπλωσε το χέρι η Κολλέτ, χωρίς λόγια της έδωσε  ένα μάτσο λεφτά.
Το Σάββατο ήρθε και την πήρε νωρίς το πρωί, περπάτησαν στην πόλη, της έδειξε το παλάτι, την αγορά, την ανέβασε στην ακρόπολη και όταν κουράστηκαν έκατσαν σε ένα εστιατόριο να φάνε. 
Η Ανθή ήταν χαρούμενη, αυτή η βόλτα δίπλα στον γοητευτικό άντρα της έδινε φτερά.
Πως σου φαίνεται η πόλη Ανθή;
Νόμιζα ότι μια πρωτεύουσα, θα ήταν λίγο διαφορετική, άλλα όσο απομακρύνεσαι από το κέντρο, μοιάζει με χωριό!!
Ο Αιμίλιος γέλασε, είσαι έξυπνη Ανθή, παρατηρητική, μου αρέσει αυτό!!
Μόλις φάμε, θα πάμε να πάρεις ένα όμορφο καπέλο και θα σε πάω να δεις μερικά υφάσματα, νομίζω ότι τα ρούχα που έχεις, δε είναι κατάλληλα για την πόλη.
Ναι μοιάζω λίγο με χωριάτα ε; Αυτά έφερα απ το χωριό, δε φαντάζομαι να ήθελες να κυκλοφορήσεις μαζί μου, αν φορούσα από εκείνα τα μεταξωτά κιμονό της Κολλέτ!!!
Ο Αιμίλιος έκανε μια γκριμάτσα. Η Ανθή γέλασε, είμαι καλή για παρέα στο κρεβάτι Αιμίλιε, αλλά για να σε συνοδεύω στον έξω κόσμο είμαι ότι χειρότερο μπορούσες να βρεις!!
Εγώ πάλι βλέπω μια όμορφη, έξυπνη γυναίκα, που μεγάλωσε με αρχές, που είναι ακόμη πολύ νέα, για να χαραμίζει τη ζωή της σε ένα χώρο που δε επέλεξε εκείνη για να ζει.
Ανθή μου; Πες μου σε παρακαλώ, τι ξέρεις να κάνεις καλά; Φαντάζομαι στο κτήμα είχες κάτι να ασχολείσαι!
Σου είπα, η μάνα μου είναι οικονόμος στο αρχοντικό του τσιφλικιού, εμείς φροντίζαμε το σπίτι, η μάνα το μαγερειό, υφαίναμε, κεντούσαμε. Πότε πότε, πουλούσαμε στην πόλη κάτι από όσα κάναμε σε πλουσιόσπιτα για τις προίκες των κοριτσιών. Η μάνα μου έκανε κομπόδεμα με αυτό τον τρόπο, μας το επέτρεπε ο Τσαούσης, σίγουρα έβγαζε και αυτός από τις πωλήσεις, η μάνα δε πήγαινε ποτέ να δει που τα πουλούσε εκείνος. Δεν ξέρω τίποτα ιδιαίτερο Αιμίλιε.
Στην πρωτεύουσα όμως οι κοπέλες έχουν ανάγκη από πολύτιμα προικιά, όσο και στην επαρχεία Ανθή, θα μπορούσες να κεντάς για κάποιες κοπέλες, ακόμη και να υφαίνεις, θα βρω ένα όμορφο χώρο, να στήσεις ένα εργαστήρι, παραδοσιακής τέχνης, να μάθεις σε κοπέλες αργαλειό, κέντημα, τι λες;
Εκείνη τον κοίταξε με απορία, λες να θέλουν τα κορίτσια να μάθουν να κεντούν; Δεν ξέρω, δε γνωρίζω κόσμο, πως θα βρω πελάτες να πουλήσω ότι φτιάξω;
Άστο αυτό, θα βρω εγώ τον τρόπο, απλά θέλω να ξέρω αν έχεις διάθεση.
Γέλασε η Ανθή, λες να έχω μεγαλύτερη διάθεση να ανοίγω τα ποδάρια στον κάθε χήρο, στον κάθε βρομιάρη που μου ζητάει να του κάνω τα κέφια;
Ανθή αν έχω την άδειά σου, θα βρω τρόπο να σε βγάλω από εκεί, το θες;
Του κούνησε καταφατικά το κεφάλι, δε έχω αρκετά λεφτά Αιμίλιε, θα τα καταφέρω;
Δεν θα είσαι μόνη Ανθή, δε θα σε πάρω από εκεί μέσα για να σε αφήσω στο έλεος του Θεού.
Έφαγαν σιωπηλοί, πλήρωσαν και βγήκαν ξανά στην πόλη για ψώνια.
Ο Αιμίλιος της αγόρασε ένα όμορφο καπέλο με βέλο και ροζ βελούδινες κορδέλες, ασορτί γάντια από εκρού δαντέλα και ένα ζευγάρι εκρού μποτίνια με ροζ σατέν κορδόνια. Χαιρόταν σαν μικρο κοριτσάκι, ήθελε να τα φορέσει αμέσως, αλλά το φόρεμα και η εσάρπα της, δε ταίριαζαν με τίποτα για αυτά τα αξεσουάρ. Θα πάμε τη Δευτέρα να πάρεις υφάσματα και θα ράψεις κάτι καλό, χρειάζεσαι και σακάκια κορίτσι μου. Αυτές τις εσάρπες οι γυναίκες της πόλης της φορούν στο σπίτι τους, στο κήπο, άλλα δε γυρίζουν μέσα στην πόλη με κάτι τόσο απλό.
Εγώ στο χωριό, τη φορούσα στην εκκλησιά κάθε Κυριακή!!
Φαντάζομαι ότι είχες την ωραιότερη εσάρπα του χωριού, αλλά εδώ είναι Αθήνα!!
Ο Αιμίλιος, της έδειξε την Αθήνα, της είπε να αγοράσουν και ένα νικλιζέ, γιατί η μαντάμ θα ρωτούσε αν της ψώνισε. Πήγαν σε ένα κομμωτήριο και άλλαξε λίγο την κόμμωση της. Μετά, την κέρασε γλυκό με σαντιγί, ποτέ δεν είχε ξανά φάει τέτοιο πράγμα η κοπέλα,αν και στο μπορντέλο καλό έτρωγαν η αλήθεια.
Εβδομάδες γινόταν κάθε απόγευμα το ίδιο. Ερχόταν, έπαιρνε την Ανθή, την κρατούσε από το χέρι και την γυρνούσε αργά το ξημέρωμα για να μην μπορεί να την πειράξει πια κανένας στο μπορντέλο.Την γέμιζε με δώρα και εκείνη για να μην δημιουργεί έχθρες με τις άλλες κοπέλες, τα χάριζε όλα σε εκείνες.
 Ο Αιμίλιος βρήκε ένα παλιό ραφτάδικο εγκαταλειμμένο και έβαλε εργάτες να το βάψουν, παράγγειλε μια ταμπέλα από καδρόνι και το πήγε σε έναν ζωγράφο να του ζωγραφίσει έναν αργαλειό και μια κοπέλα να κεντάει. Έφερε στο μαγαζάκι γλάστρες και χώμα, πήγε μέχρι τα Αναφιώτικα*( γειτονιά της Αθήνας, κοντά στην Ακρόπολη ),να ζητήσει από κάνα δυο γυναίκες βοήθεια, για το στήσιμο του μαγαζιού.
Οι γυναίκες φύτεψαν λουλούδια στις γλάστρες της εισόδου, κρέμασαν στο παράθυρο δυο ολόλευκες λινές κουρτίνες με κρόσσι και κέντημα και το μαγαζί έγινε παλατάκι. Κοντά στο μεγάλο παράθυρο, μπήκε ο αργαλειός, στο κέντρο του μαγαζιού ένα μεγάλο στρογγυλό τραπέζι, με άνετες καρέκλες ντυμένες με βελούδο, ένας μπουφές γέμισε με φλυτζάνια και πιατάκια, βαζάκια με γλυκά του κουταλιού και στον πάγκο υπήρχε ένα καμινέτο, για να φτιάχνουν ροφήματα. Μια μεγάλη σόμπα και λάμπες πετρελαίου, ένα παλιό μανουάλι με κεριά και λίγες εικόνες σε ένα τοίχο, ήταν όλα τα στολίδια του μαγαζιού. Η ταμπέλα έγραφε, Το σπίτι που αργαλειού!
Την Κυριακή, δυο εβδομάδες μετά την κουβέντα τους στο εστιατόριο, ο Αιμίλιος πήρε την Ανθή απ το χέρι και την οδήγησε στο μαγαζάκι που ήταν κοντά σε μια ταπεινή πλατεία στο δρόμο της Μητροπόλεως. Η Ανθή δεν πίστευε στα μάτια της, με το που είδε την ταμπέλα και τον αργαλειό να φαίνεται από το μεγάλο παράθυρο, έμεινε να κοιτάει σαν χαζή, με τα χέρια κρεμασμένα στα πλευρά της σαν παράλυτη.
Ανθή μου, δε λες κάτι; Σου αρέσει;
Είναι παλατάκι!! Πως το έφτιαξες; πότε;
Πάμε μέσα, έλα να δεις τι κρύβει αυτή η πόρτα! Τις έδωσε το κλειδί, με το δεξί κυρία μου, καλές δουλείες!
Η Ανθή έστεκε στη μέση του μαγαζιού, παρατηρούσε τα πάντα, τα μάτια της είχαν θολώσει, τράβηξε μια καρεκλά και έκατσε.
Αιμίλιε δε έχω λόγια, είναι κάτι σαν θαύμα αυτό που ζω. Το ετοίμασες για μένα; αλήθεια;
Ναι το ετοίμασα για σένα Ανθή, για να έχεις κάτι να ασχολείσαι, όταν εγώ είμαι στην κλινική!
Τον κοίταξε ταραγμένη, τι θες να πεις;
Θέλω να πω, ότι η σύζυγος ενός γιατρού, πρέπει να προσφέρει έργο στην κοινωνία που ζει μαζί με τον άντρα της, δε σε θέλω κλεισμένη μέσα στο σπίτι!!
Η Ανθή σηκώθηκε και του άγγιξε τα χέρια, έσκυψε και φίλησε τις παλάμες του, Αιμίλιε, όλα είναι όμορφα, αυτά που έκανες αυτά που είπες, η ευκαιρία που μου χάρισες για ζωή. Όμως δε μπορώ να δεχθώ ένα γάμο!
Γιατί; Δεν  είμαι όμορφος; Της είπε κάνοντας γκριμάτσα.......
Αιμίλιε, είσαι όμορφος, νέος, μορφωμένος, πλούσιος, τα έχεις όλα και η Αθήνα έχει ανοίξει τις πόρτες της για σένα, με εμένα δίπλα σου θα τις κλείσει.

Ανθή δε με ενδιαφέρουν οι πόρτες της Αθήνας, κάποιες κλείνουν, κάποιες ανοίγουν, αλλά την πόρτα του σπιτιού μου, θέλω να την ανοίγεις εσύ!! Δέχεσαι;
Η Ανθή έκλεισε τα μάτια, ακούμπησε το κεφάλι στο στήθος του, δέχομαι Αιμίλιε Αυγέρη, όταν σε ακουμπάω παίρνω ζωή, του είπε ψιθυριστά.
Την  μέρα που θα έφευγε για πάντα από το μπορντέλο, γέμισε την τσάντα της με ότι κοσμήματα είχε μαζέψει όλα αυτά τα χρόνια από τους εραστές της και περίμενε στο σαλόνι, αδιάφορη δήθεν για το αν ερχόταν ο Αιμίλιος. Άναψε την πίπα της και ρώταγε τα κορίτσια αν σκέφτηκαν πως θα στολίσουν το σπίτι για τις γιορτές των Χριστουγέννων και αν ήθελαν να τους μαγειρέψει εκείνη κάτι ιδιαίτερο, να χαρούν τις ημέρες αυτές. Να θυμηθούν τα παιδικά τους χρόνια, να μυρίσει το σπίτι με τις χριστουγεννιάτικες λιχουδιές. Ήταν τόσο ενθουσιασμένη που θα ερχόταν επιτέλους λίγες μέρες ησυχίας στο μπορντέλο, γιατί αυτές τις μέρες οι άντρες μένουν στα σπίτια τους και εκείνες έχουν λίγο χρόνο να ηρεμήσουν αλλά και να ανανεωθούν.Κανείς δε περίμενε ότι η Ανθή θα έφευγε για πάντα.
Όμως εκείνη τη μέρα, έφυγε οριστικά. Η Κολλέτ δε την κάκισε ποτέ, όταν έμαθε από τον Αιμίλιο ότι θα την παντρευτεί τους ευχήθηκε να είναι ευτυχισμένοι για πάντα.
Ο Αιμίλιος την πήγε πρώτα σε ένα κομμωτήριο και κατόπιν πήγαν στο σπίτι του όπου την παρουσίασε ως μέλλουσα σύζυγο του.
Η μάνα του στράβωσε λίγο, επειδή τους είπε ότι είναι ορφανή και πως ζούσε στην Αθήνα μόνη και κεντούσε για να ζήσει. Ομως, τον Αιμίλιο, τον είχε έναν και σαν πάτησε πόδι και της είπε ή την Ανθή ή καμία, το βούλωσε μια για πάντα η Αυγέρενα. Την έντυσε με τα καλύτερα και την παντρεύτηκε σε δέκα μέρες.
Τα τρία χρόνια στο μπορντέλο είχαν σκληρύνει την Ανθή, έγινε μια γυναίκα με πυγμή και θέλω, έστησε την μικρή της επιχείρηση και μπήκε στη ζωή της Αθήνας με θάρρος.
Την επόμενη άνοιξη το 1917 και ενώ είχαν περάσει πέντε ολόκληρα χρόνια από τη μέρα που άφησε πίσω αδερφή και μάνα, πέρασε την αυλόπορτα του αρχοντικού στην Τσιάρα.
Αγνώριστη η κοπέλα είχε τριανταρίσει πια και μέστωσε, με τα μαλλιά κότσο, όπως συνηθίζονταν εκείνο τον καιρό,ντυμένη στην πένα, με καπέλο και γάντια στα λεπτά της χέρια, κατέβηκε από το αυτοκίνητο.
Μανά,μάνα, ήρθα φώναξε η κοπέλα. Η Κωστάντο κόντεψε να πέσει κάτω από χαρά, βήμα δε μπορούσε να ρίξει η γυναικά προς την αυλή, έστεκε εκεί η κόρη της, η Ανθή της,.Με φράγκικα ρούχα και ένα λεβέντη με μπριγιαντίνη στα μαλλιά.Τους πέρασαν στη μεγάλη σάλα και τους τρατάρισαν γλυκό και κρύο νεράκι. Γυρόφερνε σαν βουρλισμένη, κοιτούσε το παιδί της και δεν πίστευε ότι είχε γυρίσει στο χωριό γα να την δει .Έφερε τσίπουρο στο γαμπρό της και έκατσε απέναντι από την πολυθρόνα να τον καμαρώσει. Λεβέντη μου, πασά μου, κάθε βράδυ, σας είχα στις προσευχές μου,παρακαλούσα να έρθετε. Γιατί αργήσατε τόσο να με θυμηθείτε; Σε τιμά η θυγατέρα μου; περνάτε καλά;
Όλα καλά καλή μου, η Ανθή ποτέ δε σας ξέχασε, είχαμε φύγει για την Ιταλία, δεν ξέρω αν σας το είχε πει ο Τσαούσης;
Όχι τίποτα δε μας έλεγε, νόμιζα ότι κάτι κακό τη βρήκε την Ανθή μου. Λαμπάδα θα ανάψω στον Άι Γιώργη!! Να είσαστε γεροί και ευτυχισμένοι παιδάκι μου, αρκεί που ήρθατε.
Τους φίλεψαν ότι καλύτερο είχαν και η Μυρτώ χώθηκε στην κουζίνα να φτιάξει πίτες για τον γαμπρό της και την αδερφή της. Καμάρωνε και εκείνη το γαμπρό και την αδερφή της, ήταν σαν αρχόντισσα με καπέλο και φράγκικα ρούχα!!
Η Μαρουσιάννα, της χάιδευε τα μαλλιά και την καμάρωνε μαζί με την Κωστάντο. Η Ανθή είχε μάθει να καπνίζει και έτσι έβγαλε την μακριά πίπα της και ο Αιμίλιος την βοήθησε να ανάψει το τσιγάρο.
Η Μαρουσιάννα γέλασε,  η Κωστάντου γούρλωσε τα μάτια, μαρί ξιπάστικες ντιπ, επειδή πήρες γιατρό και καζάντισες στην Αθήνα;
Τι ρεζιλίκια ειν τούτα;
Έλα καλέ μάνα, το κάπνισμα δε είναι ξιπασιά μια συνήθεια είναι. Τι να κάνω; Δε έχω τι να κάνω να περνώ την ώρα μου.
Ούιιιι θα μας τρελάνει αυτήν Παναγιά μου, είπε η Κωστάντο, δε σε έμαθα εγώ μαρί να κεντάς και να πλέκς; δε σε έμαθα εγώ νοικοκυριό;
Μάνα ότι μου έμαθες, το κάνω με αγάπη και μεράκι, τώρα ζω με τα λεφτά που βγάζω απ το κέντημα και τον αργαλειό!! Αλλά δε μπορώ να σταματήσω το κάπνισμα.
Ο γιατρός κατένευσε και είπε στην πεθερά του ότι η Ανθή το έχει ανάγκη, όποτε δε τον πειράζει.

Έφαγαν ήπιαν σαν άρχοντες και ύστερα η Ανθή ζήτησε να μείνει μόνη με τη Μαρουσιάννα.
Μαρουσιάννα θέλω να σου πω πολλά και είναι πικρά όσα θα ακούσεις!
Χαίρομε που δεν είναι εδώ ο Τσαούσης,δε ήθελα να τον δω,τον μισώ!
Η γυναίκα δεν ήταν προετοιμασμένη να ακούσει όσα άκουσε, πολλές φορές αναρωτιόταν τι έκανε ο Τσαούσης στη Αθήνα και στη Λάρισα κάθε τόσο, που έβρισκε τόσα λεφτά, πως γλύτωσε το στρατό το 1912 και τώρα σαν τα άκουγε, τα άδεια συρτάρια του μυαλού της γέμιζαν με τις βρομιές του Τσαούση.
Έσφιξε τα χέρια της Ανθής, της χάιδεψε τα μαλλιά και έδωσαν βουβό όρκο να  κρατήσουν τούτα τα μυστικά στις καρδιές τους, η κάθε μια χωριστά και για τους δικούς της λόγους.
Η Ανθή έφυγε πριν νυχτώσει και υποσχέθηκε στη μάνα της πως θα ξανάρθει με τον εγγονό που θα της χαρίσει σύντομα.
Ο Κίτσος Φότσιος, εξακολουθούσε να δουλεύει για τον Τσαούση, είχε δει την κοπέλα την ώρα που γύρισε το γιόμα στο αρχοντικό, για να φέρει τα γελάδια στον αχερώνα.
Παραφύλαγε να δει πότε θα γυρίσει ο Τσαούσης για να του πει όσα είδε.
Αργά τη νύχτα έφτασε ο Τσαούσης με τον αραμπά φορτωμένο με φρεσκοκομμένο τριφύλλι για τα ζωντανά.Ένοιωσε την παρουσία κάποιου στο στάβλο από την ανησυχία των ζώων, που ήταν ακόμη όρθια παρά την προχωρημένη ώρα και μούγκριζαν ανήσυχα, το άλογο του Τσαούση πισωπάτησε την ώρα που ο Φότσιος βγήκε μέσα από ένα παχνί.
Τι θες εδώ ρε διάολε; είπε ο Τσαούσης,γιατί δε πας στο κονάκι σου να κοιμηθείς και διαολίζεις τα ζωντανά τέτοια ώρα; Αι τράβα σπίτι σου.
Έχω να σου πω νέα και μην βιάζεσαι να με διάολο στείλεις.
Εγώ σε περιμένω απ το γιόμα εδώ μέσα.
Μπα; Και τι είμαι εγώ; Αμορόζα και με περιμένεις κριμένος;
Λέγε γρήγορα και άδειασε μου τη γωνιά, δε μου αρέσει να γυρνάς στην αυλή μου  νύχτα.
Αφέντη σήμερα το γιόμα ήρθε η Ανθή τς Κωστάντους ,τς Κωστάντου ντε, με έναν άντρα που λέει είναι ο άντρας της.
Σαν κεραυνός ήρθε η είδηση στον Τσαούση. Η μαντάμ Κολλέτ ,ποτέ δε του είχε πει ότι ήξερε που είχε εξαφανιστεί η Ανθή.
Και τι διάολο έκανε εδώ ορέ;
Τίποτις έφαγαν ήπιαν και έφυγαν. Από κοντά δε τς είδα ούτε άκουσα πολλά, είχα κρυφτεί στον αχερώνα.
Αφέντη εγώ τς ξέρου* τς δουλιές* δα , μεταξύ μας είμαστε*.... Στα λέω για να μην σε βρει κακό, αλλά έχω και εγώ ανάγκες και θέλω του κάτι-τισμ .
Ο Τσαούσης όρμισε καταπανο του, σκουλήκι, χαμένο κορμί, σε μένα ρε μπαστάρδι; Θες λεφτά για να μην με καρφώσεις στη κυρα μου; Τι θα πεις βρε ρουφιάνε; Κανέναν δε θα πιστέψει η κυρα μου, ξέρει ότι την αγαπώ, Βασίλισσα την έχω.
Ναι αλλά δε ξέρ' ότι τς σκότωσες τον άντρα; μόνο εγώ το ξέρω!
Εσύ πυροβόλησες, είπε ο Τσαούσης με μίσος.
Η Μαρουσιάννα τα άκουγε όλα, είχε ακούσει τον αραμπά να μπαίνει στην αυλή και βγήκε να λογαριαστεί μαζί του έξω από το σπίτι για να μην ακούσει το παιδί και τρομάξει. Αυτά που άκουσε, την έκαναν ακόμη ποιο έξαλλη. Αυτός ο σατανάς, είχε σκοτώσει τον πατέρα του παιδιού της; Και της πουλούσε αγάπη τόσα χρόνια!! Κοιμόταν με ένα φίδι στο ίδιο στρώμα;
Σήκωσε το φουστάνι της και άνοιξε το βήμα γοργά προς για το αρχοντικό. Η σκέψη ότι ο Αναστάσης φονεύτηκε απ το δικό του χέρι, την είχε τρελάνει μέσα σε ένα λεπτό.
Έβαλε άρωμα και ταίριασε τα μαλλιά της, πήρε ένα μαξιλάρι υφαντό και το μεγάλο ψαλίδι κοντά της και άρχισε να ράβει φούντες στο μαξιλαράκι που είχε υφάνει στον αργαλειό.
Κυρά μου!!!! Δε κοιμάσαι περιστέρα μου; Μπήκε με χαμόγελο ο Τσαούσης.
Μπα όχι αφέντη μου, ήθελα να σε καρτερήσω να σε δω λίγο, να σε κοιτάξω στα μάτια!
Μαρουσιάννα μου, κυρά μου εσύ! 'Απλωσε τα χέρια να την αγκαλιάσει πέφτοντας πάνω της ,με όλη του τη δύναμη.
Με αγαπάς κύρη μου ε; Τον ρώτησε.
Σ αγαπώ, θα έκανα τα πάντα για σένα, της απάντησε με τα χείλια κολλημένα στο λαιμό της.
Χμ τα πάντα ε, μέχρι που θα σκότωνες για να με έχεις;
Ο Τσαούσης πετάχτηκε όρθιος, όχι δα κυρα μου,  για τέτοιο με έχεις;
Εκείνη δε μίλησε, σηκώθηκε αργά απ το κρεβάτι και στάθηκε μπρος το κρεβάτι τους. Γονάτισε άντρα μου, σαν τη πρώτη φορά που γονάτισες στην κάμαρη την μέρα που με παντρεύτηκες. Φιλησε με σαν εκείνη τη φορά. Γονάτισε εκείνος και έσκυψε να αγκαλιάσει τα πόδια της τρυφερά και να την φιλήσει στα γόνατα όπως την πρώτη νύχτα.
Το ψαλίδι χώθηκε στην πλάτη του με δύναμη χωρίς οίκτο και τύψεις.Τράβα στον Άδη τωρα συχαμα!
Αρκετα με μαγαριζες τοσα χρονια. Ο θεός τιμωρεί Τσαούση, νομιζες πως θα μεινουν τα κριματα σου για παντα κρυφα; Μουγκριζε εκεινος πεσμενος καταχαμα, με το αιμα να κυλαει στο πατωμα. Εκεινη ειχε πια τρελαθει απο το μισος. Με ολη τη δυναμη της εχωνε το ψαλιδι ξανα και ξανα στην πλατη του. Καταριοταν και εβριζε, μεχρι που η δυναμη της τελειωσε και επεσε καταγης.
Περασε ωρα μεχρι να συνελθει και να σκεφτει τι θα κανει με το πτωμα του.

Τον άφησε με το ψαλίδι στην πλάτη και βγήκε στην αυλή, ο Κίτσος Φότσιος κάθονταν μπροστά στην τουλούμπα της αυλής, περιμένοντας να ακούσει μην τυχόν και γίνει φασαρία στο σπίτι, τότε θα ήξερε ότι είχε μπει φαγωμάρα στο αντρόγυνο. Θα έβρισκε τρόπο να τρώει λεφτά από τον Τσαούση, για να μην προδώσει  το μυστικό του φόνου στο Ζάρκο το 1910 όταν ξέκαναν τον παπά.
Η Μαρουσιάννα βγήκε με το δίκαννο του Τσαούση στα χέρια, Κίτσιο του είπε ήρεμα, έλα που σε θέλω μέχρι το σπίτι.
Ο Κίτσος είδε το δίκαννο που κρατούσε η γυναίκα και δεν κουνήθηκε,είπα έλα που σε θέλω μέσα στο σπίτι, του ξανά είπε αργά και καθαρά.
Ανέβηκαν μαζί τα σκαλιά, ο Κίτσιος  μπροστά και εκείνη με το δίκαννο κολλημένο στην πλάτη του, εκείνος πισωπάτησε σαν είδε τον νεκρό.
Κυρα μου  τι έκανες;
Χμ έβγαλε εκείνη ένα βρυχηθμό, τι έκανα εγώ; Όσα  κάνατε εσείς τόσα χρόνια δε μετράνε;
Κοιτούσε το Φότσιο με μίσος και απέχθεια, έδειξε το πτώμα και τον έσπρωξε με το δίκαννο. Πάρτον και πάμε για την Σαλαμπριά,* χωρίς κάρο, με τα ποδάρια, του είπε δείχνοντας το πτώμα. Ο Φότσιος τον φορτώθηκε στους ώμους και κατέβηκε τα σκαλιά τρικλίζοντας, βγήκαν μες την νύχτα και τράβηξαν για το ποτάμι, έξω ήταν θεοσκότεινα, ο ουρανός πίσσα σκοτάδι, το φεγγάρι είχε κρυφτεί σα να μην ήθελε να δει το φονικό. Πριν φτάσουν στην εκκλησιά του Άι Γιώργη  άρχισε να βρέχει με μανία, ο δρόμος γίνηκε δύσβατος απ τη λάσπη, δε μπορούσες να δεις ούτε στα δυο μέτρα. Ο Φότσιος βογκούσε απ το βάρος του πεθαμένου, γλιστρούσε και έπεφτε μες τα λασπόνερα, η Μαρουσιάννα του έχωνε την κάννη στα πλευρά αλύπητα και τον ανάγκαζε να σηκωθεί, σήκω, αργάς, βιάσου λέω, δε θα ξημερώσω μαζί σου στο δρόμο.Ο αέρας μούγκριζε μέσα στις φυλλωσιές των δέντρων, το νερό κάτω στο ποτάμι είχε ανέβει και ακούγονταν απειλητικό απ μακριά, τα πλατάνια έγερναν τις φυλλωσιές μέχρι τη γη με μανία και  σφύριζαν, ενώ  η βροχή έπεφτε ορμητικά και κατέτρωγε το ανάχωμα στην όχθη του ποταμού .
Σαν έφτασαν στο ποτάμι, του είπε να ανέβει με το νεκρό στο γεφύρι. Η γέφυρα ήταν καμωμένη από σχοινιά και σανίδια, τα άκρα της ήταν δεμένα στα δυο πλατάνια δεξιά ζερβά στο ποτάμι, από εκεί περνούσαν οι βοσκοί φορτωμένοι με τα καρδάρια γεμάτα γάλα απ τα βοσκοτόπια αντίπερα.
Το νερό κυλούσε ορμητικό, γεμάτο λάσπη απ τα χιόνια που είχαν πια λιώσει, οι πέτρες  έκαναν το νερό να αφρίζει. Η γυναίκα δεν ήθελε να ακούσουν θόρυβο οι βοσκοί που ζούσαν στην απέναντι μεριά του ποταμού, αν και ο αέρας λυσσομανούσε και το νερό έκανε τόσο θόρυβο που δε θα ακούγονταν αν ντουφέκιζε εκεινη την ώρα. Εβγαλε το μαντήλι απ το κεφάλι της και το έδωσε στον Φότσιο, δέσε την μια άκρη στο χέρι σου και την άλλη στο χέρι του Τσαούση, σφιχτά ούρλιαξε, κάνε κόμπο. Ο Φότσιος την κοίταγε παγωμένος,νόμιζε ότι θα άφηνε εκεί τον Τσαούση και θα γύριζαν μαζί στο χωριό, άρχισε να παρακαλάει, κυρα αυτός ειναι πεθαμένος.
Πρώτη φορά δεν είχε λόγια για να υπερασπιστεί τη χάρη του, μόνο ότι το αφεντικό ειναι νεκρό είχε να πει, ήταν καθισμένος στα γόνατα και έλεγε συνεχώς: αυτός ειναι πεθαμένος.
Και εσύ νεκρός είσαι, του είπε η Μαρουσιάννα με μίσος, σήκωσε τον κόπανο απ το δίκαννο και το κατέβασε με μανία στο κεφάλι του Φότσιου. Μια, δυο, τρεις. Την είχε πιάσει μανία. Όλα εδώ πληρώνονται ορέ, φώναζε με όση φωνή είχε, βγάζοντας όλο τον πόνο που της είχε φέρει η αποκάλυψη της αλήθειας.

Ο Φότσιος ήταν αναίσθητος πάνω απ το πτώμα του Τσαούση, η γυναίκα έσπρωξε με όση δύναμη είχε τα δυο πτώματα στο κενό, ο γδούπος που έκαναν της έφερε αγαλλίαση.
Πήρε το δρόμο για το χωριό, το σαγόνι της έτρεμε και τα μάτια της πλημμύρισαν δάκρυα, δε ήξερε γιατί έκλεγε, δε ήξερε αν ο φόνος, ο πόνος, ή το κρύο την έκαναν να τρέμει.
Περπατούσε με μεγάλες δρασκελιές και λαχάνιαζε, τα μαλλιά της είχαν κολλήσει στο πρόσωπο, και τα ρούχα της είχαν βαρύνει απ τη βροχή. Έφτασε στην εκκλησιά του Άι Γιώργη, μπήκε μέσα στο σκοτεινό εκκλησάκι και έπεσε κατάχαμα. Ήταν εξουθενωμένη και απελπισμένη, δε μπορούσε να σκεφτεί, δεν ήθελε να προσευχηθεί, ήθελε μόνο να κλάψει. Έμεινε ώρα μέσα στην εκκλησιά κατάχαμα και σαν ησύχασε η ψυχή της, βγήκε και τράβηξε το δρόμο για το αρχοντικό. Τύψεις δε ένοιωθε για τα φονικά, ο νους της έκανε σκέψεις, σχέδια για το πως θα τα φέρει βόλτα με το βιός της, το παιδί της.Μέχρι το προηγούμενο απόγευμα η μόνη έγνοια της ήταν τι θα μαγειρέψει και τι θα ράψει στον μονάκριβό της.
Τώρα έπρεπε να διαφεντέψει, να δώσει ψωμί σε κάθε σπίτι του τσιφλικιού. Αξημέρωτα έφτασε σπίτι, τράβηξε στην τουλούμπα και έπλυνε τα ποδάρια της που ήταν μες τη λάσπη, τα παπούτσια της τα είχε χάσει, ούτε που το είχε καταλάβει τόση ώρα. Έβγαλε όλα της τα ρούχα και μπήκε μες την κοπάνα με το κρύο νερό, καταλάγιασε η ψυχή της, η ανάσα της βρήκε ξανά το ρυθμό της. Πήγε στην κάμαρη της και ντύθηκε βιαστικά. Καθάρισε το δωμάτιο και κατέβηκε στη μεγάλη σάλα.

Σαν ξημέρωσε, φώναξε την οικονόμο του σπιτιού. Κωστάντο,  από σήμερα το σπίτι έχει τρεις γυναίκες, εσένα, έμενα, τη Μυρτώ και το χαϊβάνι μου, ο κύρης πέθανε, μη ρωτήσεις τι και πως. Τραβάτε να κάνετέ κόλλιβα με τη Μυρτώ και εγώ θα μαζόξω το χωριό να τους μιλήσω.
Τι μαντάτα είναι αυτά κόρη μου; είπε η Κωστάντου σταυρώνοντας τα χέρια κάτω απ την ποδιά της, πότε γίνηκαν ούλα τούτα και εγώ δε πήρα χαμπάρι;
Καιρό για λόγια δεν έχουμε Κωστάντου, σύρε να ετοιμάσεις το σπιτι για την κηδεία.
Καλά κυρα μου, πάω να βάλω να βράσω νερό να βάψουμε τα ρούχα μαύρα είπε η γυναίκα.
Η  Μαρουσιάννα της έκοψε τη φόρα, μαύρα δε βάνω εγώ Κωστάντο, δε θέλω πένθος, ο κύρης μου με ήθελε με στολίδια και γιορντάνια. Αυτά είναι για τις παρακατιανές, εγώ είμαι κυρα και αφέντρα στον κάμπο. Τα καλά μου θα φορέσω για να με δουν και να αναθαρρέψουν στο χωριό, μπορεί το σπίτι να έμεινε από αρσενικό, μα εγώ θα αφεντεψω σαν άντρας. Κάμε τα κόλλυβα και άνοιξε το σπίτι, στόλισε σα να έχουμε γιορτή να μπει ο κόσμος να πιει στην μνήμη του πεθαμένου και σε όσα καλά θα μας έρθουν απ εδώ και μπρος.



μπαγκούλι* σκαμπό
της  έκρινε* της μίλησε
τσιόνι* πουλί μου
αχερώνα* δίπατος στάβλος, όπου στον πάνω όροφο, αποθηκεύουν το τριφύλλι και το άχυρο που χρησιμοποιούν ως τροφή για τα ζώα
κούτσκου* μωρό
σκούζ* κλαίει
μπουχαρί* τζάκι
φρατζέζα* Γαλλίδα
σαρμανίτσα* κούνια
καρδάρες* ξύλινοι ή μεταλλικοί κουβάδες , χρησιμοποιούνται για το κουβάλημα υγρών, γάλα, νερού
Βαρούσι*η αριστοκρατική γειτονιά των Τρικάλων στους πρόποδες του φρουρίου της πόλης
βυζερό* μπιμπερό
γκιούμι* μεταλλικό σκεύος που χρησιμοποιείτε για μεταφορά υγρών
σινί* μεγάλο μπακιρένιο ταψί με λεπτό χείλος
Μπατζίνα* είδος τυρόπιτας, χωρίς φύλλα, μείγμα με  τυρί αυγά, αλεύρι, ζάχαρη και  κολοκύθι
χινόπωρο*φθινόπωρο
γιέμ* καλέ μου - καλή μου
βζί* στήθος
να σ'δου* να σε δω
απόκοψες*δεν έχεις πια γάλα
μαύρημ* η δύστυχη
Σαλαμπριά* το ποτάμι που διάσχιζε το χωριό