Σάββατο, 27 Μαΐου 2017

Η ΚΥΡΑ ΤΟΥ ΚΑΜΠΟΥ 1 ΚΕΦΑΛΑΙΟ


                                                       Κεφάλαιο πρώτο
                 
Ελλάδα 1910

Μια χώρα μικρή, που αν την δεις από ψηλά, μοιάζει με ένα χέρι που αγγίζει την θάλασσα.
Ζερβά, δεξιά, την χαϊδεύουν τα νερά του Αιγαίου και του Ιουνίου.
Και η στεριά της, μια φλούδα γης όλη και όλη. Εδω λοιπόν σε τούτη τη γωνιά της γης, ζει ένας φτωχός,ταλαίπωρος λαός.
Για κάποιους απ τους κατοίκους της, η αποχώρηση των Οθωμανών, έφερε ναι πνοή αισιοδοξίας. Για κάποιους άλλους η φτώχεια και η εξαθλίωση παραμένει τρόπος ζωής.

 Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, έχει αφήσει τα σημάδια της παντού, στη σκέψη, στον τρόπο ζωής, στα κτίρια, στην πολιτική, στην κουλτούρα.
Η αποχώρηση των Οθωμανών και η προσάρτηση της Θεσσαλίας στην ελεύθερη Ελλάδα, δεν έφερε καμιά ουσιαστική αλλαγή στους κολίγους του κάμπου.
Τούτος ο κάμπος, χωμένος στη μέση της χώρας, τυλιγμένος από την οροσειρά της Πίνδου και  τα βράχια των Μετεώρων,δροσίζεται απ τα νερά του Πηνιού. Σαν ανέβεις ψηλά στα Μετέωρα την άνοιξη και ατενίσεις τον κάμπο, θα δεις, ένα υπέροχο μωσαϊκό, γεμάτο χρώματα, γη, σπαρμένη με κάθε λογής καλούδια. Βαμβάκι,Τριφύλλι ,σιτηρά,λαχανικά και στα ριζά των βράχων, τα αμπέλια που στολίζουν το Καστράκι. Και όλα τούτα να τα χαράζει ένα ποτάμι, κυλώντας γοργά, σα να θέλει να προλάβει να δροσίσει τα πάντα γύρω του.  Σε τούτο το ποτάμι, οι κολίγοι ψάρευαν, έφερναν τα ζωντανά τους να πιουν νερό, πλένονταν οι ίδιοι και πότιζαν τα χωράφια τους σε ολόκληρο τον κάμπο.
Όλη τους η ζωή περιστρέφονταν γύρω από το ποτάμι και τη γη τους. Και όμως τούτη η γη, δε τους ανήκε!! Οι Έλληνες κολίγοι ήσαν απλοί σκλάβοι. 
Απέραντες εκτάσεις από τη Λάρισα ως τα Τρίκαλα και την Καρδίτσα ήταν χωρισμένα τσιφλίκια.
Έφυγαν οι Τούρκοι και άφησαν πίσω κατάρα, έφυγε ο οχτρός και ήρθε ο αφέντης, ο Τσιφλικάς, να διαφεντέψει πάλι, τα φτωχά αγράμματα ανθρωπάκια του κάμπου.
Τούτη η ταλαίπωρη φυλή των Καραγκούνηδων, τετρακόσια χρόνια σκλαβωμένοι από τους Οθωμανούς είχαν μάθει να καρτερούν για μια καλύτερη μέρα.
Σα λευτερώθηκε ο τόπος και έγινε η προσάρτηση, περίμεναν πως θα αποκτήσουν ένα κομμάτι γης, δικό τους. Πως θα έρθει η ώρα, να γεμίσει το αμπάρι τους με λίγο στάρι, για να έχουν το καθημερινό καρβέλι στο τραπέζι τους.
Την αγαπούσαν ετούτη τη γη, εκεί γεννήθηκαν, εκεί ήταν οι τάφοι των προγόνων τους, εκεί θελαν να μεγαλώσουν τα παιδιά τους.
Ζόρικος τόπος, ήθελε το κορμί σκυμμένο όλη την άνοιξη και όλο το καλοκαίρι, πάνω στο χώμα, να το οργώσεις να το φυτέψεις, να το σκαλίσεις. Αν δε το αγαπούσες, αν δε άγγιζες κάθε σπιθαμή του, καρπό δε έβλεπες να φυτρώνει. Έπρεπε να τον περπατήσεις βήμα, βήμα, να ακουστεί το τραγούδι του ξωμάχου απ άκρη σε άκρη, να ποτιστεί με ίδρωτα κάθε κόκκος απ το μαύρο χώμα, για να γελάσει ανθρώπινο χείλι, μόλις αντικρίσει τον καρπό.
Η Τσίαρα, ήταν ένα απ τα χωριά του Θεσσαλικού κάμπου, χτισμένο στις όχθες της Σαλαμπριάς.(ποτάμι )
Εκεί  ήταν το τσιφλίκι του Τσαούση, ότι ζωντανό υπήρχε εκεί, ανήκε σε εκείνον, η γη, οι άνθρωποι, τα κοπάδια των ζώων.
Σκληρός τύπος, τυχοδιώκτης και αδίστακτος, μεγαλωμένος μέσα στο χαρέμι του Μπέη των Τρικάλων, σαν ήρθε η ώρα να φύγει ο Μπέης, του άφησε το τσιφλίκι στην Τσιάρα. Ο Μπέης, του είχε αδυναμία, αν και η μάνα του Τσαούση, ποτέ δεν ασπάστηκε το Κοράνι, την λάτρευε και αυτή και το γιο που του γέννησε. Τον  μεγάλωσε με αγάπη, παρόλο που η σκλάβα του, δε του επέτρεψε να κάνει στο γιο της  περιτομή.
Έτσι ο Τσαούσης έγινε αφέντης στην Τσίαρα .
Όμορφος άντρας, και με λεφτά, δε ήταν δύσκολο να του αντισταθεί θηλυκό, αν και εκείνη την εποχή οι γυναίκες ήταν πολύ σεμνές και δύσκολα ανταποκρινόταν στα ερωτικά καλέσματα του Τσαούση, πολλές βρέθηκαν με το ζόρι στο κρεβάτι του.
Και σαν έπαιρνε πια αυτό που ήθελε, άφηνε να γίνει γνωστό πως η κοπέλα δε είναι ηθική πια.
Είχε βρει ένα νέο τρόπο, να βγάζει λεφτά ο Τσαούσης.
Απελπισμένες οι νέες γυναίκες, φοβούμενες την κατακραυγή του κόσμου πήγαιναν σπίτι του να ζητήσουν ,να παρακαλέσουν γονατιστές να της " αποκαταστήσει ".
Τότε έβλεπαν το άλλο του πρόσωπο, εκείνο του διαβόλου!!
Σαν θέλετε να ανοίγετε τα πόδια , έλεγε, δε φταίω εγώ!!
Το μόνο που μπορώ να κάνω για σας, είναι να σας πάω σε ένα καλό μπορντέλο, να βγάλετε το ψωμί σας με τον τρόπο που ξέρετε.
Πολύ λίγες νέες γυναίκες βρήκαν το κουράγιο να αρνηθούν και να μείνουν στιγματισμένες, μέσα στα μικρά χωριά των Κολίγων. Η τιμή της κοπέλας τότε , ήταν ότι πολυτιμότερο είχε η φαμίλια για προίκα της. Σαν δε είχε ούτε αυτό, φαμελιά δική της δε έκανε ποτέ. Έμενε να υπηρετεί την οικογένεια και να κάνει όλες τις βαριές εργασίες στα χωράφια και στο σπίτι μέχρι να πεθάνει. Έτσι λοιπόν, όσες δε είχαν το κουράγιο να μείνουν στο χωριό, έπαιρναν ένα μπόγο με τα φτωχικά ρουχαλάκια τους και έφευγαν νύχτα, με το κάρο του Τσαούση για την Λάρισα, τα Τρίκαλα, να βρουν ένα κρεβάτι και ένα πιάτο φαΐ στα μπορντέλα του Τσαούση.

Το αρχοντικό του Τσαούση, ήταν χτισμένο κοντά στα αλώνια του χωριού, καμιά πεντακοσάρια μέτρα από το ποτάμι της Σαλαμπριάς.
Πέτρινες αυλές ολόγυρα, δίπατο και με ένα μεγάλο μπαλκόνι να κρέμεται πάνω από την είσοδο του σπιτιού.
Στην ρούγα καταμεσής, μια πέτρινη κοπάνα με το αρτεσιανό, να τρέχει ασταμάτητα μέρα και νύχτα.
Εκεί πότιζαν τα άλογα, σαν γύρισαν από τα χωράφια σκονισμένα και ιδρωμένα. Από εκεί έπαιρναν νερό για τους στάβλους,να ποτίσουν τα υπόλοιπα ζωντανά,  για το λαχανόκηπο και τα τεράστια παρτέρια με τους βασιλικούς και τα γεράνια ολόγυρα να μοσχοβολούν και να σε μεθάει το άρωμα της νύχτες του καλοκαιριού, ανάκατο με το άρωμα του γιασεμιού που σκαρφάλωνε στο  μπαλκόνι του Τσιφλικά.

Το αρχοντικό το φρόντιζε η Κωστάντου.
Μια γλυκιά γυναίκα, ψηλή, με δυο μάτια,ελαφίσια καταπράσινα, χήρα με δυο κόρες που βρέθηκε στο αρχοντικό μετά το θάνατο του αντρός της.
Το παράστημα και η αξιοπρέπειά της, δε επέτρεψαν ποτέ στον Τσαούση να της φερθεί άσχημα, της παραχώρησε δυο δωμάτια, δίπλα απ το μαγέρικο και εκεί έστισε το δικό της σπιτικό η χήρα.
Με δυο μωρά στην αγκαλιά έφτασε τότε στο χωριό, πάνω στο κάρο του Τσαούση.Σαν είδε από μακριά το σπίτι να προβάλει, μες τον καυτό ήλιο του καλοκαιριού, με τα κεραμίδια να λαμπυρίζουν από μακριά, τα μεγάλα παραθύρια να αστράφτουν σαν καθρέφτες και τον γερο πλάτανο να γέρνει τα γέρικα κλωνάρια ολόγυρα στην πέτρινη αυλή, αγάπησε το αρχοντικό.  Μέχρι τότε,το αρχοντικό το περιποιόταν οι γυναίκες του χωριού με την σειρά, κάθε μέρα και άλλη. Μα ο παπάς, πήγε και ζήτησε απ τον Τσαούση να μην περνάν τη ρούγα  του αρχοντικού, ελεύθερες και παντρεμένες. Σα θες γυναίκα, για το σπίτι, να παντρευτείς Τσαούση, τον διέταξε ο παπάς. Και πολλά ο παππάς δε σήκωνε. Έφυγε καβάλα στο άλογο όπως ήρθε.
Έτσι ο Τσαούσης , αναγκάστηκε να βρει οικονόμο για τη φροντίδα του σπιτιού.
Το αρχοντικό ήταν τεράστιο, το ίδιο και οι αυλές του και οι στάβλοι του.
Η Κωστάντου, ζήτησε βοήθεια και έτσι ο Τσαούσης βρήκε και πάλι δικαιολογία, να φέρνει στο σπίτι της χωριατοπούλες να βοηθάνε στο καθάρισμα και στο λαχανόκηπο.
Μια από τις χωριατοπούλες ήταν και η Μαρουσιάννα Βεργά. Η γυναίκα του Αναστάση Βεργά, εγγονός του παπά Αναστάση.

Η Μαρουσιάννα ζούσε σε ένα φτωχόσπιτο, καμωμένο από πλίθινους λίθους, ασβεστωμένο, με μικρά παραθύρια, που κρατούσαν τον ήλιο του καλοκαιριού μακριά για να μένει δροσερό το καλοκαίρι,  και τον παγωμένο αέρα του χιονιά το χειμώνα.
Σαν ήρθε νυφούλα στο χωριό του κάμπου, έφερε μαζί της τα προικιά της.
Στο κάρο, ήταν φορτωμένα όλα όσα είχε κεντήσει και υφάνει, εκείνη και η μάνα της, πάνω στα βουνά του Κόζιακα.
Ήταν θυγατέρα βοσκού, με πρόβατα και γίδια, εκείνη τον κάμπο δε τον είχε ματαδεί στη ζωή της, μόνο άκουγε για αυτόν.
Δεν ήξερε από Τσιφλίκια και αφέντες,οι βοσκοί ζούσαν στα ορεινά και ήταν οι ίδιοι αφέντες στα φτωχικά καλύβια τους.
Μπήκε στο χωριό πάνω στο κάρο, ντυμένη με την παραδοσιακή στολή των βλάχων του Κόζιακα και στο κεφάλι την κατάλευκη μαντήλα της, που δήλωνε πως είναι νιόπαντρη.
Άσπρη και αφράτη, με την ματιά της λαφίνας, έβλεπε τριγύρω της,την  φτώχεια και την δυστυχία των Καραγκούνηδων,μέσα απ τα λασπωμένα σοκάκια που πέρναγε το κάρο. Παιδιά και ζωντανά όλα ανακατωμένα σε ξέφραγες αυλές, από πλίθινα χαμηλά σπίτια. Ακόμη και η εκκλησιά του χωριού, ο Άι Γιώργης, ήταν ένα χαμηλό ταπεινό εκκλησάκι, με μια μικρή καμπάνα στο σιδερένιο καμπαναριό του.

Ήταν όμως χαρούμενη , περήφανη , ευτυχισμένη, δίπλα στο μελαχρινό παλικάρι, εγγονό του παπά Αναστάση.
Όταν τον είδε στην εκκλησιά , του δικού της χωριού, να ψέλνει με εκείνη την αγγελική φωνή, που την ανέβαζε στα ουράνια, τον ερωτεύθηκε.
Μα και ο Αναστάσης, σαν σχόλασε η λειτουργιά και βγήκαν στην πλατέα για το γλέντι και την είδε να χορεύει στητή, με τις ξανθιές κοτσίδες να λάμπουν στον ήλιο, την λαχτάρισε, σκίρτησε η καρδιά του.
Μπήκε στο χορό και της έπιασε το απαλό χεράκι της και τούτο το άγγιγμα, έμελλε να τους ενώσει.
Παντρεύτηκαν και κίνησαν για τον κάμπο, τον τόπο του γαμπρού.
Και να σου τώρα, παντρεμένη η νιούτσικα στο κάμπο, να στήσει το σπιτικό της.
Το κάρο τους σταμάτησε μπρος σε ένα ξύλινο φράχτη,  πίσω του, έκρυβε ένα ταπεινό σπίτι με μικρά παραθύρια βαμμένα γαλάζια.
Φτάσαμε κυρα μου, ανακοίνωσε ο παππούς του Αναστάση, καλωσόρισες στο φτωχικό μας.
Εδω θα γίνεις κυρα και μάνα, τα χρόνια που θα έρθουν να είναι γλυκά και ευτυχισμένα.
Την πήρε στα χέρια του ο Αναστάσης να την κατεβάσει από το κάρο, Μαρουσιάννα μου, τούτος είναι ο τόπος μου, καλωσόρισες!
Μπήκαν στο χαμηλό κονάκι του παπά και τότε αντίκρισε το καινούριο της σπιτικό.
Έπιπλα δεν υπήρχαν σε τούτα τα σπίτια, ότι ήταν χρειαζούμενο, ήταν φτιαγμένο από κορμούς δέντρων. Τα κρεβάτια ήταν από μπλεγμένες λυγαριές  και  στρώματα από άχυρο, ραμμένο μέσα σε υφαντά στρωσίδια. Στους τοίχους είχαν ολόγυρα όλο το χειμώνα υφαντές μπάντες για να μην έρχεται κρύο απ τις χαραμάδες. Το πάτωμα ήταν από πατημένο χώμα, και το καλοκαίρι οι γυναίκες το παλάμιζαν συχνά με πηλό.Το μαγεριό τους, ήταν πάντα έξω από το κυρίως σπίτι, ταπεινό και αυτό με ένα χτισμένο μπουχαρί* όπου έψηναν το φαγητό τους στην πυροστιά* ή στη γάστρα,* στον τοίχο δεξιά, ζερβά από τον μπουχαρί μπηγμένα περόνια*, για να κρεμάνε τα μπακίρια τους, το κόσκινο*τη σκαφίδα*για το ζύμωμα, το πλαστήρι,  για το άνοιγμα των φύλλων και τις κουτάλες τους. Συνήθως εκεί είχαν και το αμπάρι με το αλεύρι και τα πιθάρια με την χοιρινή λίπα.*Μια τάβλα για να τρώνε, ένα μπαούλο για τα τσίγκινα πιάτα και τα κύπελα, μια πινακωτή για το ψωμάκι τους.Έτσι ήσαν όλα τα σπίτια, ταπεινά με τα απολύτως απαραίτητα για να ζουν. Σε ένα από τα σπίτια τούτα ήρθε να ζήσει και η Μαρουσιάννα.

Ένα χρόνο μετά, ο παππούς του Αναστάση πέθανε και έτσι παπάς στο χωριό, έγινε ο Αναστάσης.
Η Μαρουσιάννα, γκαστρωμένη στο πρώτο τους παιδί, ολημερίς και ενώ ήταν με την κοιλιά στο στόμα, έσκαβε, σκάλιζε, ξεβοτάνιζε τον λαχανόκηπο, να έχουν ότι είναι απαραίτητο για το τσουκάλι τους. Πατάτες,λάχανα, κρεμμύδια, σκόρδα, ντομάτες, πιπεριές, όλα περνούσαν απ τα χέρια της.

Ο παπά Αναστάσης, δεν είχε εύκαιρα χέρια, μήτε της καθημερνές,μήτε τις σχόλες, πέντε χωριά περίμεναν από αυτόν, να παντρέψει να βαπτίσει, να θάψει να λειτουργήσει να κοινωνήσει. 
Σαν γυρνούσε στο κονάκι του, έπιανε και ζύμωνε ο ίδιος τους άρτους για να ξαποστάσει την γκαστρωμένη παπαδιά του. 
Στη σκιά ενός πλάτανου, έφερε μονάχη της το παιδί της στον κόσμο η Μαρουσιάννα. Είχε πάει στην όχθη να πλύνει τα ρούχα της και εκεί την έπιασαν οι οδύνες. Ήρθε η ώρα μου, μουρμούρισε και σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό της. Κοίταξε γύρω της, ερημιά............ Οι χωριανοί, με την Ανατολή του ηλίου, βρίσκονταν όλοι στον κάμπο. Πριν σουρουπώσει κανείς δε θα γύριζε στο χωριό.

Έκανε το σταυρό της, κανε παναγία μου να λευτερωθώ εύκολα. Πήρε λίγα ξύλα και τα έσπρωξε κάτω από το καζάνι που έβραζε νερό για να πλύνει τα άσπρα της. Άρπαξε ένα χράμι ,που ήταν ακόμη στεγνό και το έσυρε μέχρι τον πλάτανο. Το έστρωσε και έγειρε την πλάτη της στον κορμό του. Ησύχασε ο πόνος και πήρε δυνάμεις. 
Σήκω βλογημένη, ψιθύρισε, αν δε βρεις κουράγιο, κανείς δε θα σε βοηθήσει εδώ που βρέθηκες. Πήρε απ τη στοίβα με τα ρούχα,δυο λευκά πουκάμισα, τα βούτηξε στο ποτάμι και μετά τα χτύπησε μια, δυο φορές στην πέτρα. 
Ο πόνος γύρισε στα σωθικά της. Βιάσου Μαρουσιάννα, ξανάπε στον εαυτό της.
Άρπαξε τα πουκάμισα από την πέτρα και τα βούτηξε στο βραστό νερό μέσα στο καζάνι. Ανάσανε
  βαθιά  και πήγε να βρέξει τα πόδια της στο νερό του ποταμού, με τiς χούφτες της,δρόσισε το φλογισμένο  πρόσωπο και το στήθος της. Γύρισε στη φωτιά και έπιασε τον κόπανο*τράβηξε τα άσπρα πουκάμισα έξω από το καζάνι και τα πήγε στο χράμι που είχε στρώσει στον πλάτανο.
Γύρισαν οι πόνοι και εκείνη αγκάλιασε το δέντρο να στηριχτεί να πάρει δύναμη.
Λύγισαν τα ποδάρια της και έγειρε στις ρίζες του πλάτανου πάνω στο χράμι.
Ωχ μάνα μ,  που είσαι να με παρασταθείς; Μονολόγησε. Δώσμε Άι Γιώργη δύναμη, να λευτερωθώ! Σαν ησύχασε ο πόνος, σύρθηκε ξανά κοντά στη φωτιά, έβγαλε το σουγιά απ την τσέπη της και τον έβαλε μες τις φλόγες.Τον κρατούσε με υπομονή να πυρώσει και σαν κοκκίνισε το τράβηξε ευλαβικά και τον βύθισε στο βραστό νερό. Πήγε αργά ξανά μέχρι τον πλάτανο και περίμενε τον μεγάλο πόνο που θα έφερνε τη ζωή μέσα στα χέρια της.
Έβαλε γύρω της τα πανιά που είχε βράσει και ξάπλωσε με την πλάτη στο δέντρο, ξέροντας ότι ήρθε η ώρα να φέρει το παιδί στον κόσμο.Τα πουλιά κελαηδούσαν το τραγούδι της άνοιξης,
το άλογο της χλιμίντριζε και χτυπούσε της οπλές του, το κελάρυσμα του νερού και ο ήχος απ το τσαπί που έσκαβε το χώμα στον κάμπο, σκέπασαν τις κραυγές του πόνου. Το νεογέννητο άρχισε να κλαίει σιγανά. Η Μαρουσιάννα,έκοψε με μια κίνηση τον ομφάλιο λώρο του μικρού αγοριού με το σουγιά της, το σκούπισε με τα πανιά που είχε βράσει και μετά το τύλιξε στην ποδιά της. Ακούμπησε ξεθεωμένη στον πλάτανο, έκανε μια ευχή για το παιδί που ήρθε κοιτώντας τον ουρανό και έβαλε το μωρό να θηλάσει.Ο ήλιος έγερνε όταν ξύπνησε από το κλάμα του αγοριού.Άντε γιόκα μου, να μάσουμε τα σέα μας, να πάμε στο κονάκι μας, του είπε.Φόρτωσε στο άλογο τις κανίστρες* της με τα πλυμένα να στάζουν και τα άπλυτα μέσα στο καζάνι της,μάζωξε προσανάμματα από την όχθη του ποταμού για την φωτιά της, πήρε το νεογέννητο στο ένα χέρι σφιχτά στον κόρφο της και τα γκέμια στο άλλο και κίνησε περπατώντας για το χωριό Ζαλωμένη* με τα προσανάμματα, τα ρούχα να στάζουν νερά πάνω στο άλογο και εκείνη να σέρνεται κρατώντας το μωρό σφιχτά στον κόρφο της.  Έφτασε στο κονάκι της ξεθεωμένη, αδύναμη. Ο παπάς είχε έρθει από ώρα. Σκυμμένος μπροστά στο αναμμένο μπουχαρί, ανακάτωνε το φαΐ που έβραζε, είχε βάλει στον τέτζερι τραχανά να δειπνίσουν. Από το παραστάθι της ανοιχτής πόρτας, είδε την παπαδιά με το νεογέννητο στα χέρια, χλόμιασε.
Πετάχτηκε έξω με γοργές κινήσεις, αγκάλιασε στοργικά την παπαδια.
Κυρά μου!!!!!!!
Χαμογέλασε η Μαρουσιάννα, τον κοίταξε με μάτια που γυάλιζαν από χαρά και πυρετό μαζί, να μας ζήσει αφέντ, πιδί ειναι!!
Το πήρε ο παπάς, το σταύρωσε και το φίλησε στο κεφαλάκι. Έλα μέσα κυρά μου, να γύρεις στο προσκέφαλο να ξεκουραστείς της, είπε στοργικά, άσε εμένα να βάλω τον γιο μου στη σαρμάντζα*
Είχε σκαλίσει από καιρό μια σαρμανίτσα* για το παιδί που περίμεναν, από κορμό καρυδιάς.
Η Μαρουσιάννα, είχε πλύνει και είχε ετοιμάσει ένα τομαράκι από  μικρό αρνί, να στρώσει τη σαρμάτζα. Ο παπάς, έβαλε το βρέφος να κοιμηθεί στο ζεστό κρεβατάκι του και πήγε να φροντίσει την κυρά του.
Παπαδιά μου, έχω βραστό νερό, πρέπει να σε πλύνω,να μην αρρωστήσεις.
Οι δυνάμεις της ήταν τόσο λίγες, που δεν αντιστάθηκε στον παπά, παρόλο που τον σεβόταν πολύ και τον ντρεπόταν, τον άφησε να την φροντίσει.

Την έπλυνε στοργικά,της φόρεσε το καθαρό παραδοσιακό λευκό πουκάμισο*και τη βοήθησε να πλαγιάσει, στο αχυρένιο στρώμα τους.
Ήταν αρχές Απρίλη, του 1910 τη μέρα που γεννήθηκε ο Αναστάσης Βεργάς.
Πήρε το όνομα του πατέρα του, λίγους μήνες  μετά, όταν πια ο παπά Αναστάσης είχε ξεψυχήσει στο Ζάρκο.*