Τετάρτη, 9 Αυγούστου 2017

Πρώτο κεφάλαιο


                                                       
                 
Ελλάδα 1910

Μια χώρα μικρή, που αν την δεις από ψηλά, μοιάζει με ένα χέρι που αγγίζει την θάλασσα. Τριγύρο, σκορπισμένα τα παιδιά της, τα μικρά νησιά, που την αγναντεύουν μέσα απ τα γαλάζια νερά που τα τυλίγουν.
Ζερβά, δεξιά, την χαϊδεύουν τα νερά του Αιγαίου και του Ιουνίου.
Και η στεριά της, μια φλούδα γης όλη και όλη.
Εδω λοιπόν σε τούτη τη γωνιά της γης, ζει ένας φτωχός,ταλαίπωρος λαός.
Για κάποιους απ τους κατοίκους της, η αποχώρηση των Οθωμανών, έφερε μια πνοή αισιοδοξίας. Για κάποιους άλλους η φτώχεια και η εξαθλίωση παραμένει τρόπος ζωής.

 Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, έχει αφήσει τα σημάδια της παντού, στη σκέψη, στον τρόπο ζωής, στα κτίρια, στην πολιτική, στην κουλτούρα.
Η αποχώρηση των Οθωμανών και η προσάρτηση της Θεσσαλίας στην ελεύθερη Ελλάδα, δεν έφερε καμιά ουσιαστική αλλαγή στους κολίγους του κάμπου.
Τούτος ο κάμπος, χωμένος στη μέση της χώρας, τυλιγμένος από την οροσειρά της Πίνδου και  τα βράχια των Μετεώρων,δροσίζεται απ τα νερά του Πηνειού. Σαν ανέβεις ψηλά στα Μετέωρα την άνοιξη και ατενίσεις τον κάμπο, θα δεις, ένα υπέροχο μωσαϊκό, γεμάτο χρώματα. Γη, σπαρμένη με κάθε λογής καλούδια. Βαμβάκι,Τριφύλλι ,σιτηρά, λαχανικά και στα ριζά των βράχων, τα αμπέλια που στολίζουν το Καστράκι. Και όλα τούτα, να τα χαράζει ένα ποτάμι, κυλώντας γοργά, σα να θέλει να προλάβει να δροσίσει τα πάντα γύρω του.  Σε τούτο το ποτάμι, οι κολίγοι ψάρευαν, έφερναν τα ζωντανά τους να πιουν νερό, πλένονταν οι ίδιοι και πότιζαν τα χωράφια τους σε ολόκληρο τον κάμπο.
Όλη τους η ζωή περιστρέφονταν γύρω από το ποτάμι και τη γη τους. Και όμως τούτη η γη, δε τους ανήκε! Οι Έλληνες κολίγοι ήσαν απλοί σκλάβοι. 
Απέραντες εκτάσεις από τη Λάρισα ως τα Τρίκαλα και την Καρδίτσα ήταν χωρισμένα τσιφλίκια.
Έφυγαν οι Τούρκοι και άφησαν πίσω κατάρα, έφυγε ο οχτρός και ήρθε ο αφέντης, ο Τσιφλικάς, να διαφεντέψει πάλι, τα φτωχά αγράμματα ανθρωπάκια του κάμπου.
Τούτη η ταλαίπωρη φυλή των Καραγκούνηδων, τετρακόσια χρόνια σκλαβωμένοι από τους Οθωμανούς είχαν μάθει να καρτερούν για μια καλύτερη μέρα.
Σα λευτερώθηκε ο τόπος και έγινε η προσάρτηση, περίμεναν πως θα αποκτήσουν ένα κομμάτι γης, δικό τους. Πως θα έρθει η ώρα, να γεμίσει το αμπάρι τους με λίγο στάρι, για να έχουν το καθημερινό καρβέλι στο τραπέζι τους.
Την αγαπούσαν ετούτη τη γη, εκεί γεννήθηκαν, εκεί ήταν οι τάφοι των προγόνων τους, εκεί θελαν να μεγαλώσουν τα παιδιά τους.
Ζόρικος τόπος, ήθελε το κορμί σκυμμένο όλη την άνοιξη και όλο το καλοκαίρι, πάνω στο χώμα, να το οργώσεις να το φυτέψεις, να το σκαλίσεις. Αν δε το αγαπούσες, αν δε άγγιζες κάθε σπιθαμή του, καρπό δε έβλεπες να φυτρώνει. Έπρεπε να τον περπατήσεις βήμα, βήμα, να ακουστεί το τραγούδι του ξωμάχου απ άκρη σε άκρη, να ποτιστεί με ίδρωτα κάθε κόκκος απ το μαύρο χώμα, για να γελάσει ανθρώπινο χείλι, μόλις αντικρίσει τον καρπό.
Η Τσίαρα, ήταν ένα απ τα χωριά του Θεσσαλικού κάμπου, χτισμένο στις όχθες της Σαλαμπριάς.(Ποτάμι )
Εκεί  ήταν το τσιφλίκι του Τσαούση, ότι ζωντανό υπήρχε εκεί, ανήκε σε εκείνον, η γη, οι άνθρωποι, τα κοπάδια των ζώων.
Σκληρός τύπος, τυχοδιώκτης και αδίστακτος, μεγαλωμένος μέσα στο χαρέμι του Μπέη των Τρικάλων, σαν ήρθε η ώρα να φύγει ο Μπέης, του άφησε το τσιφλίκι στην Τσιάρα. Ο Μπέης, του είχε αδυναμία, αν και η μάνα του Τσαούση, ποτέ δεν ασπάστηκε το Κοράνι, την λάτρευε και αυτή και το γιο που του γέννησε. Τον  μεγάλωσε με αγάπη, παρόλο που η σκλάβα του, δε του επέτρεψε να κάνει στο γιο της  περιτομή.
Έτσι ο Τσαούσης έγινε αφέντης στην Τσίαρα .
Όμορφος άντρας, και με λεφτά, δε ήταν δύσκολο να του αντισταθεί θηλυκό, αν και εκείνη την εποχή, οι γυναίκες ήταν πολύ σεμνές και δύσκολα ανταποκρινόταν στα ερωτικά καλέσματα του Τσαούση, πολλές βρέθηκαν με το ζόρι στο κρεβάτι του.
Και σαν έπαιρνε πια αυτό που ήθελε, άφηνε να γίνει γνωστό πως η κοπέλα δε είναι ηθική πια.
Είχε βρει ένα νέο τρόπο, να βγάζει λεφτά ο Τσαούσης.
Απελπισμένες οι νέες γυναίκες, φοβούμενες την κατακραυγή του κόσμου πήγαιναν σπίτι του να ζητήσουν, να παρακαλέσουν γονατιστές να τις "αποκαταστήσει ".
Τότε έβλεπαν το άλλο του πρόσωπο, εκείνο του διαβόλου!!
Σαν θέλετε να ανοίγετε τα πόδια, έλεγε, δε φταίω εγώ!!
Το μόνο που μπορώ να κάνω για σας, είναι να σας πάω σε ένα καλό μπορντέλο, να βγάλετε το ψωμί σας με τον τρόπο που ξέρετε.
Πολύ λίγες νέες γυναίκες βρήκαν το κουράγιο να αρνηθούν και να μείνουν στιγματισμένες, μέσα στα μικρά χωριά των Κολίγων. Η τιμή της κοπέλας τότε, ήταν ότι πολυτιμότερο είχε η φαμίλια για προίκα της. Σαν δε είχε ούτε αυτό, φαμελιά δική της δε έκανε ποτέ. Έμενε να υπηρετεί την οικογένεια και να κάνει όλες τις βαριές εργασίες στα χωράφια και στο σπίτι μέχρι να πεθάνει. Έτσι λοιπόν, όσες δεν είχαν το κουράγιο να μείνουν στο χωριό, έπαιρναν ένα μπόγο με τα φτωχικά ρουχαλάκια τους και έφευγαν νύχτα, με το κάρο του Τσαούση για την Λάρισα, τα Τρίκαλα, να βρουν ένα κρεβάτι και ένα πιάτο φαΐ στα μπορντέλα του Τσαούση.

Το αρχοντικό του Τσαούση, ήταν χτισμένο κοντά στα αλώνια του χωριού, καμιά πεντακοσάρια μέτρα από το ποτάμι της Σαλαμπριάς.
Πέτρινες αυλές ολόγυρα, δίπατο και με ένα μεγάλο μπαλκόνι να κρέμεται πάνω από την είσοδο του σπιτιού.
Στην ρούγα καταμεσής, μια πέτρινη κοπάνα με το αρτεσιανό, να τρέχει ασταμάτητα μέρα και νύχτα.
Εκεί πότιζαν τα άλογα, σαν γύρισαν από τα χωράφια σκονισμένα και ιδρωμένα. Από εκεί έπαιρναν νερό για τους στάβλους,  για το λαχανόκηπο και τα τεράστια παρτέρια με τους βασιλικούς και τα γεράνια ολόγυρα να μοσχοβολούν. Τις νύχτες του καλοκαιριού, σε μεθούσε το άρωμα του γιασεμιού που σκαρφάλωνε στο  μπαλκόνι του Τσιφλικά.

Το αρχοντικό το φρόντιζε η Κωστάντου.
Μια γλυκιά γυναίκα, ψηλή, με δυο μάτια τεράστια, ελαφίσια. Χήρα, με δυο κόρες, ήρθε στο αρχοντικό μετά το θάνατο του αντρός της.
Το παράστημα και η αξιοπρέπειά της, δε επέτρεψαν ποτέ στον Τσαούση να της φερθεί άσχημα, της παραχώρησε δυο δωμάτια, δίπλα απ το μαγέρικο και εκεί έστισε το δικό της σπιτικό η χήρα.
Με δυο μωρά στην αγκαλιά έφτασε τότε στο χωριό, πάνω στο κάρο του Τσαούση. Σαν είδε από μακριά το σπίτι να προβάλει, μες τον καυτό ήλιο του καλοκαιριού, με τα κεραμίδια να λαμπυρίζουν από μακριά, τα μεγάλα παραθύρια να αστράφτουν σαν καθρέφτες και τον γερο πλάτανο να γέρνει τα τεράστια κλωνάρια του ολόγυρα στην πέτρινη αυλή, αγάπησε το αρχοντικό.  Μέχρι τότε,το αρχοντικό το περιποιόταν οι γυναίκες του χωριού με την σειρά, κάθε μέρα και άλλη. Μα ο παπάς, πήγε και ζήτησε απ τον Τσαούση να μην περνάν τη ρούγα  του αρχοντικού, ελεύθερες και παντρεμένες. Σα θες γυναίκα, για το σπίτι, να παντρευτείς Τσαούση, τον διέταξε ο παπάς.
Έτσι ο Τσαούσης, αναγκάστηκε να βρει οικονόμο για την φροντίδα του σπιτιού.
Το αρχοντικό ήταν τεράστιο, το ίδιο και οι αυλές του και οι στάβλοι του.
Η Κωστάντου, ζήτησε βοήθεια και έτσι ο Τσαούσης βρήκε και πάλι δικαιολογία, να φέρνει στο σπίτι τις χωριατοπούλες να βοηθάνε στο καθάρισμα και στο λαχανόκηπο.
Μια από τις χωριατοπούλες ήταν και η Μαρουσιάννα Βεργά. Η γυναίκα του Αναστάση Βεργά, εγγονός του παπά Αναστάση.

Η Μαρουσιάννα ζούσε σε ένα φτωχόσπιτο, καμωμένο από πλίθινους λίθους, ασβεστωμένο, με μικρά παραθύρια, που κρατούσαν τον ήλιο του καλοκαιριού μακριά για να μένει δροσερό το καλοκαίρι,  και τους προστάτευε απ  τον παγωμένο αέρα του χιονιά το χειμώνα.
Ηρθε νυφούλα στο χωριό του κάμπου, φέρνοντας  μαζί της, τα λιγοστά προικιά της.
Στο κάρο, ήταν φορτωμένα όλα όσα είχε κεντήσει και υφάνει, εκείνη και η μάνα της, πάνω στα βουνά του Κόζιακα.
Ήταν θυγατέρα βοσκού, με πρόβατα και γίδια, εκείνη τον κάμπο δε τον είχε ματαδεί στη ζωή της, μόνο άκουγε για αυτόν.
Δεν ήξερε από Τσιφλίκια και αφέντες,οι βοσκοί ζούσαν στα ορεινά και ήταν οι ίδιοι αφέντες στα φτωχικά καλύβια τους.
Μπήκε στο χωριό πάνω στο κάρο, ντυμένη με την παραδοσιακή στολή των βλάχων του Κόζιακα και στο κεφάλι την κατάλευκη μαντήλα της, που δήλωνε πως είναι νιόπαντρη.
Άσπρη και αφράτη,ρούφαγε με την ματιά της όσα έβλεπε τριγύρω της. Είδε την φτώχεια και την δυστυχία των Καραγκούνηδων, μέσα απ τα λασπωμένα σοκάκια που πέρναγε το κάρο. Παιδιά και ζωντανά, όλα ανακατωμένα σε ξέφραγες αυλές, από πλίθινα χαμηλά σπίτια. Ακόμη και η εκκλησιά του χωριού, ο Άι Γιώργης, ήταν ένα χαμηλό ταπεινό εκκλησάκι, με μια μικρή καμπάνα στο σιδερένιο καμπαναριό του.
Ήταν όμως χαρούμενη, περήφανη, ευτυχισμένη, δίπλα στο μελαχρινό παλικάρι, που στεφανώθηκε. Τον Αναστάση Βεργά. Εγγονό του παπά Αναστάση, ένα σεβάσμιο γέροντα, που είχε αγκαλιάσει με στοργή τους χωρικούς της Τσίαρας και ήταν το αποκούμπι κάθε κολίγου σε τούτο τον κάμπο. Η νέα γυναίκα, πρωτοείδε τον άντρα της στην εκκλησιά του χωριού της, να ψέλνει με εκείνη την αγγελική φωνή, που την ανέβαζε στα ουράνια. Πρώτα άκουσε τη φωνή του και μετά είδε την φαρδιά πλάτη του, τα σκούρα μαλλιά του να αγγίζουν το γιακά από το λευκό του πουκάμισό. Και κάποια στιγμή, ενώ ο παπάς έκανε περιφορά των Αγίων στο ναό, είδε  το πρόσωπό του σεμνό να περιφέρει τα εξαπτέρυγα, με βήμα αργό και περήφανο. Τον ερωτεύθηκε, ήθελε να μάθει ποιος είναι τούτος ο νέος.
Ο Αναστάσης, σαν σχόλασε η λειτουργιά και βγήκαν στην πλατέα για το γλέντι και την είδε να χορεύει στητή, με τις ξανθιές κοτσίδες να λάμπουν στον ήλιο, την λαχτάρισε, σκίρτησε η καρδιά του.
Μπήκε στο χορό και της έπιασε το απαλό της χεράκι. Τούτο το άγγιγμα, έμελλε να τους ενώσει.
Παντρεύτηκαν και κίνησαν για τον κάμπο, τον τόπο του γαμπρού.
Και να σου τώρα, παντρεμένη η νιούτσικα στο κάμπο, να στήσει το σπιτικό της.
Το κάρο τους σταμάτησε μπρος σε ένα ξύλινο φράχτη,  πίσω του, έκρυβε ένα ταπεινό σπίτι με μικρά παραθύρια βαμμένα γαλάζια.
Φτάσαμε κυρα μου, ανακοίνωσε ο παππούς του Αναστάση, καλωσόρισες στο φτωχικό μας.
Εδώ θα γίνεις κυρα και μάνα, τα χρόνια που θα έρθουν να είναι γλυκά και ευτυχισμένα.
Την πήρε στα χέρια του ο Αναστάσης να την κατεβάσει από το κάρο. Μαρουσιάννα μου, τούτος είναι ο τόπος μου, καλωσόρισες!
Μπήκαν στο χαμηλό κονάκι του παπά και τότε αντίκρισε το καινούριο της σπιτικό.
Έπιπλα δεν υπήρχαν σε τούτο το σπίτι, ότι ήταν χρειαζούμενο, ήταν φτιαγμένο από κορμούς δέντρων. Τα κρεβάτια ήταν από μπλεγμένες λυγαριές  και  στρώματα από άχυρο, ραμμένο μέσα σε υφαντά στρωσίδια. Στους τοίχους είχαν ολόγυρα όλο το χειμώνα υφαντές μπάντες για να μην έρχεται κρύο απ τις χαραμάδες. Το πάτωμα ήταν από πατημένο χώμα, και το καλοκαίρι,  το παλάμιζαν συχνά με πηλό.Το μαγεριό τους, ήταν  έξω από το κυρίως σπίτι, ταπεινό και αυτό με ένα χτισμένο μπουχαρί* όπου έψηναν το φαγητό τους στην πυροστιά* ή στη γάστρα.* Στον τοίχο δεξιά, ζερβά από τον μπουχαρί, μπηγμένα περόνια*, για να κρεμάνε τα μπακίρια τους, το κόσκινο*τη σκαφίδα*για το ζύμωμα, το πλαστήρι,  για το άνοιγμα των φύλλων και τις κουτάλες τους. Συνήθως εκεί είχαν και το αμπάρι με το αλεύρι και τα πιθάρια με την χοιρινή λίπα.* Μια τάβλα για να τρώνε, ένα μπαούλο για τα τσίγκινα πιάτα και τα κύπελα, μια πινακωτή για το ψωμάκι τους. Έτσι ήσαν όλα τα σπίτια του χωριού, ταπεινά με τα απολύτως απαραίτητα για να ζουν. 

Ένα χρόνο μετά, ο παππούς του Αναστάση πέθανε και έτσι παπάς στο χωριό, έγινε ο Αναστάσης.
Η Μαρουσιάννα, γκαστρωμένη στο πρώτο τους παιδί και ενώ ήταν με την κοιλιά στο στόμα, έσκαβε, σκάλιζε, ξεβοτάνιζε τον λαχανόκηπο, να έχουν ότι είναι απαραίτητο για το τσουκάλι τους. Πατάτες,λάχανα, κρεμμύδια, σκόρδα, ντομάτες, πιπεριές, όλα περνούσαν απ τα χέρια της.

Ο παπά Αναστάσης, δεν είχε εύκαιρα χέρια, μήτε της καθημερνές,μήτε τις σχόλες, πέντε χωριά περίμεναν από αυτόν, να παντρέψει να βαπτίσει, να θάψει να λειτουργήσει να κοινωνήσει. 
Σαν γυρνούσε στο κονάκι του, έπιανε και ζύμωνε ο ίδιος τους άρτους για να ξαποστάσει την γκαστρωμένη παπαδιά του. 

Στη σκιά ενός πλάτανου, έφερε μονάχη της το παιδί της στον κόσμο η Μαρουσιάννα.
Είχε πάει στην όχθη να πλύνει τα ρούχα της και εκεί την έπιασαν οι οδύνες. Ήρθε η ώρα μου, μουρμούρισε και σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό της. Κοίταξε γύρω της, ερημιά............ Οι χωριανοί, με την Ανατολή του ηλίου, βρίσκονταν όλοι στον κάμπο. Πριν σουρουπώσει κανείς δε θα γύριζε στο χωριό σκέφτηκε .

Έκανε το σταυρό της, κανε παναγία μου να λευτερωθώ εύκολα. Πήρε λίγα ξύλα και τα έσπρωξε κάτω από το καζάνι που έβραζε νερό για να πλύνει τα άσπρα της. Άρπαξε ένα χράμι, που ήταν ακόμη στεγνό και το έσυρε μέχρι τον πλάτανο. Το έστρωσε και έγειρε την πλάτη της στον κορμό του. Ησύχασε ο πόνος και πήρε δυνάμεις. 
Σήκω βλογημένη, ψιθύρισε, αν δε βρεις κουράγιο, κανείς δε θα σε βοηθήσει εδώ που βρέθηκες. Πήρε απ τη στοίβα με τα ρούχα, δυο λευκά πουκάμισα, τα βούτηξε στο ποτάμι και μετά τα χτύπησε μια, δυο φορές στην πέτρα. 
Ο πόνος γύρισε στα σωθικά της. Βιάσου Μαρουσιάννα, ξανάπε στον εαυτό της.
Άρπαξε τα πουκάμισα από την πέτρα και τα βούτηξε στο βραστό νερό μέσα στο καζάνι. Ανάσανε
  βαθιά  και πήγε να βρέξει τα πόδια της στο νερό του ποταμού. Με τiς χούφτες της, δρόσισε το φλογισμένο  πρόσωπο και το στήθος της. Γύρισε στη φωτιά και έπιασε τον κόπανο*τράβηξε τα άσπρα πουκάμισα έξω από το καζάνι και τα πήγε στο χράμι που είχε στρώσει στον πλάτανο.
Γύρισαν οι πόνοι και εκείνη αγκάλιασε το δέντρο να στηριχτεί να πάρει δύναμη.
Λύγισαν τα πόδια της και έγειρε στις ρίζες του πλάτανου πάνω στο χράμι.
Ωχ μάνα μ,  που είσαι να με παρασταθείς; Μονολόγησε. Δώσμε Άι Γιώργη δύναμη, να λευτερωθώ! Σαν ησύχασε ο πόνος, σύρθηκε ξανά κοντά στη φωτιά, έβγαλε το σουγιά απ την τσέπη της και τον έβαλε μες τις φλόγες. Τον κρατούσε με υπομονή να πυρώσει και μόλις κοκκίνισε, το τράβηξε ευλαβικά και τον βύθισε στο βραστό νερό. Πήγε αργά ξανά μέχρι τον πλάτανο και περίμενε τον μεγάλο πόνο που θα έφερνε τη ζωή μέσα στα χέρια της.
Έβαλε γύρω της τα πανιά που είχε βράσει και ξάπλωσε με την πλάτη στο δέντρο, ξέροντας ότι ήρθε η ώρα να φέρει το παιδί στον κόσμο.Τα πουλιά κελαηδούσαν το τραγούδι της άνοιξης,
το άλογο της χλιμίντριζε και χτυπούσε της οπλές του, το κελάρυσμα του νερού και ο ήχος απ το τσαπί που έσκαβε το χώμα στον κάμπο, σκέπασαν τις κραυγές του πόνου. Το νεογέννητο άρχισε να κλαίει σιγανά. 
Η Μαρουσιάννα,έκοψε με μια κίνηση τον ομφάλιο λώρο του μικρού αγοριού με το σουγιά της. Το σκούπισε με τα πανιά που είχε βράσει και μετά το τύλιξε στην ποδιά της. Ακούμπησε ξεθεωμένη στον πλάτανο, έκανε μια ευχή για το παιδί που ήρθε κοιτώντας τον ουρανό και έβαλε το μωρό να θηλάσει.Ο ήλιος έγερνε όταν ξύπνησε από το κλάμα του αγοριού. Άντε γιόκα μου, να μάσουμε τα σέα μας, να πάμε στο κονάκι μας, του είπε. Φόρτωσε στο άλογο τις κανίστρες* με τα πλυμένα, μάζωξε προσανάμματα από την όχθη του ποταμού για την φωτιά της, πήρε το νεογέννητο σφιχτά στον κόρφο της και τα γκέμια στο άλλο χέρι και κίνησε περπατώντας για το χωριό. Με τα προσανάμματα, τα ρούχα να στάζουν νερά πάνω στο άλογο και εκείνη να σέρνετε κρατώντας το μωρό σφιχτά στον κόρφο της, έφτασε στο κονάκι της ξεθεωμένη.
 Ο παπάς είχε έρθει από ώρα. Σκυμμένος μπροστά στο αναμμένο μπουχαρί, ανακάτωνε το φαΐ που έβραζε, είχε βάλει στον τέτζερι τραχανά να δειπνίσουν. Από το παραστάθι της ανοιχτής πόρτας, είδε την παπαδιά με το νεογέννητο στα χέρια, χλόμιασε.
Πετάχτηκε έξω με γοργές κινήσεις, αγκάλιασε στοργικά την παπαδιά.
Κυρά μου! 
Χαμογέλασε η Μαρουσιάννα, τον κοίταξε με μάτια που γυάλιζαν από χαρά και πυρετό μαζί, να μας ζήσει αφέντ, πιδί ειναι!!
Το πήρε ο παπάς, το σταύρωσε και το φίλησε στο κεφαλάκι. Έλα μέσα κυρά μου, να γύρεις στο προσκέφαλο, να ξεκουραστείς, της είπε στοργικά. Άσε εμένα να βάλω τον γιο μου στη σαρμάντζα*
Είχε σκαλίσει από καιρό μια σαρμανίτσα* για το παιδί που περίμεναν, από κορμό καρυδιάς.
Η Μαρουσιάννα, είχε πλύνει και είχε ετοιμάσει ένα τομαράκι από  μικρό αρνί, να στρώσει τη σαρμάτζα. 
Ο παπάς, έβαλε το βρέφος να κοιμηθεί στο ζεστό κρεβατάκι του και πήγε να φροντίσει την κυρά του.
Παπαδιά μου, έχω βραστό νερό, πρέπει να σε πλύνω,να μην αρρωστήσεις.
Οι δυνάμεις της ήταν τόσο λίγες, που δεν αντιστάθηκε, τον άφησε να την φροντίσει.

Την έπλυνε στοργικά, της φόρεσε το καθαρό παραδοσιακό λευκό πουκάμισο*και τη βοήθησε να πλαγιάσει, στο αχυρένιο στρώμα τους.
Ήταν αρχές Απρίλη, του 1910 τη μέρα που γεννήθηκε ο Αναστάσης Βεργάς.
Πήρε το όνομα του πατέρα του, λίγους μήνες  μετά, όταν πια ο παπά Αναστάσης είχε ξεψυχήσει στο Ζάρκο.*



Σάββατο, 27 Μαΐου 2017

Η ΚΥΡΑ ΤΟΥ ΚΑΜΠΟΥ 1 ΚΕΦΑΛΑΙΟ


                                                       Κεφάλαιο πρώτο
                 
Ελλάδα 1910

Μια χώρα μικρή, που αν την δεις από ψηλά, μοιάζει με ένα χέρι που αγγίζει την θάλασσα.
Ζερβά, δεξιά, την χαϊδεύουν τα νερά του Αιγαίου και του Ιουνίου.
Και η στεριά της, μια φλούδα γης όλη και όλη. Εδω λοιπόν σε τούτη τη γωνιά της γης, ζει ένας φτωχός,ταλαίπωρος λαός.
Για κάποιους απ τους κατοίκους της, η αποχώρηση των Οθωμανών, έφερε ναι πνοή αισιοδοξίας. Για κάποιους άλλους η φτώχεια και η εξαθλίωση παραμένει τρόπος ζωής.

 Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, έχει αφήσει τα σημάδια της παντού, στη σκέψη, στον τρόπο ζωής, στα κτίρια, στην πολιτική, στην κουλτούρα.
Η αποχώρηση των Οθωμανών και η προσάρτηση της Θεσσαλίας στην ελεύθερη Ελλάδα, δεν έφερε καμιά ουσιαστική αλλαγή στους κολίγους του κάμπου.
Τούτος ο κάμπος, χωμένος στη μέση της χώρας, τυλιγμένος από την οροσειρά της Πίνδου και  τα βράχια των Μετεώρων,δροσίζεται απ τα νερά του Πηνιού. Σαν ανέβεις ψηλά στα Μετέωρα την άνοιξη και ατενίσεις τον κάμπο, θα δεις, ένα υπέροχο μωσαϊκό, γεμάτο χρώματα, γη, σπαρμένη με κάθε λογής καλούδια. Βαμβάκι,Τριφύλλι ,σιτηρά,λαχανικά και στα ριζά των βράχων, τα αμπέλια που στολίζουν το Καστράκι. Και όλα τούτα να τα χαράζει ένα ποτάμι, κυλώντας γοργά, σα να θέλει να προλάβει να δροσίσει τα πάντα γύρω του.  Σε τούτο το ποτάμι, οι κολίγοι ψάρευαν, έφερναν τα ζωντανά τους να πιουν νερό, πλένονταν οι ίδιοι και πότιζαν τα χωράφια τους σε ολόκληρο τον κάμπο.
Όλη τους η ζωή περιστρέφονταν γύρω από το ποτάμι και τη γη τους. Και όμως τούτη η γη, δε τους ανήκε!! Οι Έλληνες κολίγοι ήσαν απλοί σκλάβοι. 
Απέραντες εκτάσεις από τη Λάρισα ως τα Τρίκαλα και την Καρδίτσα ήταν χωρισμένα τσιφλίκια.
Έφυγαν οι Τούρκοι και άφησαν πίσω κατάρα, έφυγε ο οχτρός και ήρθε ο αφέντης, ο Τσιφλικάς, να διαφεντέψει πάλι, τα φτωχά αγράμματα ανθρωπάκια του κάμπου.
Τούτη η ταλαίπωρη φυλή των Καραγκούνηδων, τετρακόσια χρόνια σκλαβωμένοι από τους Οθωμανούς είχαν μάθει να καρτερούν για μια καλύτερη μέρα.
Σα λευτερώθηκε ο τόπος και έγινε η προσάρτηση, περίμεναν πως θα αποκτήσουν ένα κομμάτι γης, δικό τους. Πως θα έρθει η ώρα, να γεμίσει το αμπάρι τους με λίγο στάρι, για να έχουν το καθημερινό καρβέλι στο τραπέζι τους.
Την αγαπούσαν ετούτη τη γη, εκεί γεννήθηκαν, εκεί ήταν οι τάφοι των προγόνων τους, εκεί θελαν να μεγαλώσουν τα παιδιά τους.
Ζόρικος τόπος, ήθελε το κορμί σκυμμένο όλη την άνοιξη και όλο το καλοκαίρι, πάνω στο χώμα, να το οργώσεις να το φυτέψεις, να το σκαλίσεις. Αν δε το αγαπούσες, αν δε άγγιζες κάθε σπιθαμή του, καρπό δε έβλεπες να φυτρώνει. Έπρεπε να τον περπατήσεις βήμα, βήμα, να ακουστεί το τραγούδι του ξωμάχου απ άκρη σε άκρη, να ποτιστεί με ίδρωτα κάθε κόκκος απ το μαύρο χώμα, για να γελάσει ανθρώπινο χείλι, μόλις αντικρίσει τον καρπό.
Η Τσίαρα, ήταν ένα απ τα χωριά του Θεσσαλικού κάμπου, χτισμένο στις όχθες της Σαλαμπριάς.(ποτάμι )
Εκεί  ήταν το τσιφλίκι του Τσαούση, ότι ζωντανό υπήρχε εκεί, ανήκε σε εκείνον, η γη, οι άνθρωποι, τα κοπάδια των ζώων.
Σκληρός τύπος, τυχοδιώκτης και αδίστακτος, μεγαλωμένος μέσα στο χαρέμι του Μπέη των Τρικάλων, σαν ήρθε η ώρα να φύγει ο Μπέης, του άφησε το τσιφλίκι στην Τσιάρα. Ο Μπέης, του είχε αδυναμία, αν και η μάνα του Τσαούση, ποτέ δεν ασπάστηκε το Κοράνι, την λάτρευε και αυτή και το γιο που του γέννησε. Τον  μεγάλωσε με αγάπη, παρόλο που η σκλάβα του, δε του επέτρεψε να κάνει στο γιο της  περιτομή.
Έτσι ο Τσαούσης έγινε αφέντης στην Τσίαρα .
Όμορφος άντρας, και με λεφτά, δε ήταν δύσκολο να του αντισταθεί θηλυκό, αν και εκείνη την εποχή οι γυναίκες ήταν πολύ σεμνές και δύσκολα ανταποκρινόταν στα ερωτικά καλέσματα του Τσαούση, πολλές βρέθηκαν με το ζόρι στο κρεβάτι του.
Και σαν έπαιρνε πια αυτό που ήθελε, άφηνε να γίνει γνωστό πως η κοπέλα δε είναι ηθική πια.
Είχε βρει ένα νέο τρόπο, να βγάζει λεφτά ο Τσαούσης.
Απελπισμένες οι νέες γυναίκες, φοβούμενες την κατακραυγή του κόσμου πήγαιναν σπίτι του να ζητήσουν ,να παρακαλέσουν γονατιστές να της " αποκαταστήσει ".
Τότε έβλεπαν το άλλο του πρόσωπο, εκείνο του διαβόλου!!
Σαν θέλετε να ανοίγετε τα πόδια , έλεγε, δε φταίω εγώ!!
Το μόνο που μπορώ να κάνω για σας, είναι να σας πάω σε ένα καλό μπορντέλο, να βγάλετε το ψωμί σας με τον τρόπο που ξέρετε.
Πολύ λίγες νέες γυναίκες βρήκαν το κουράγιο να αρνηθούν και να μείνουν στιγματισμένες, μέσα στα μικρά χωριά των Κολίγων. Η τιμή της κοπέλας τότε , ήταν ότι πολυτιμότερο είχε η φαμίλια για προίκα της. Σαν δε είχε ούτε αυτό, φαμελιά δική της δε έκανε ποτέ. Έμενε να υπηρετεί την οικογένεια και να κάνει όλες τις βαριές εργασίες στα χωράφια και στο σπίτι μέχρι να πεθάνει. Έτσι λοιπόν, όσες δε είχαν το κουράγιο να μείνουν στο χωριό, έπαιρναν ένα μπόγο με τα φτωχικά ρουχαλάκια τους και έφευγαν νύχτα, με το κάρο του Τσαούση για την Λάρισα, τα Τρίκαλα, να βρουν ένα κρεβάτι και ένα πιάτο φαΐ στα μπορντέλα του Τσαούση.

Το αρχοντικό του Τσαούση, ήταν χτισμένο κοντά στα αλώνια του χωριού, καμιά πεντακοσάρια μέτρα από το ποτάμι της Σαλαμπριάς.
Πέτρινες αυλές ολόγυρα, δίπατο και με ένα μεγάλο μπαλκόνι να κρέμεται πάνω από την είσοδο του σπιτιού.
Στην ρούγα καταμεσής, μια πέτρινη κοπάνα με το αρτεσιανό, να τρέχει ασταμάτητα μέρα και νύχτα.
Εκεί πότιζαν τα άλογα, σαν γύρισαν από τα χωράφια σκονισμένα και ιδρωμένα. Από εκεί έπαιρναν νερό για τους στάβλους,να ποτίσουν τα υπόλοιπα ζωντανά,  για το λαχανόκηπο και τα τεράστια παρτέρια με τους βασιλικούς και τα γεράνια ολόγυρα να μοσχοβολούν και να σε μεθάει το άρωμα της νύχτες του καλοκαιριού, ανάκατο με το άρωμα του γιασεμιού που σκαρφάλωνε στο  μπαλκόνι του Τσιφλικά.

Το αρχοντικό το φρόντιζε η Κωστάντου.
Μια γλυκιά γυναίκα, ψηλή, με δυο μάτια,ελαφίσια καταπράσινα, χήρα με δυο κόρες που βρέθηκε στο αρχοντικό μετά το θάνατο του αντρός της.
Το παράστημα και η αξιοπρέπειά της, δε επέτρεψαν ποτέ στον Τσαούση να της φερθεί άσχημα, της παραχώρησε δυο δωμάτια, δίπλα απ το μαγέρικο και εκεί έστισε το δικό της σπιτικό η χήρα.
Με δυο μωρά στην αγκαλιά έφτασε τότε στο χωριό, πάνω στο κάρο του Τσαούση.Σαν είδε από μακριά το σπίτι να προβάλει, μες τον καυτό ήλιο του καλοκαιριού, με τα κεραμίδια να λαμπυρίζουν από μακριά, τα μεγάλα παραθύρια να αστράφτουν σαν καθρέφτες και τον γερο πλάτανο να γέρνει τα γέρικα κλωνάρια ολόγυρα στην πέτρινη αυλή, αγάπησε το αρχοντικό.  Μέχρι τότε,το αρχοντικό το περιποιόταν οι γυναίκες του χωριού με την σειρά, κάθε μέρα και άλλη. Μα ο παπάς, πήγε και ζήτησε απ τον Τσαούση να μην περνάν τη ρούγα  του αρχοντικού, ελεύθερες και παντρεμένες. Σα θες γυναίκα, για το σπίτι, να παντρευτείς Τσαούση, τον διέταξε ο παπάς. Και πολλά ο παππάς δε σήκωνε. Έφυγε καβάλα στο άλογο όπως ήρθε.
Έτσι ο Τσαούσης , αναγκάστηκε να βρει οικονόμο για τη φροντίδα του σπιτιού.
Το αρχοντικό ήταν τεράστιο, το ίδιο και οι αυλές του και οι στάβλοι του.
Η Κωστάντου, ζήτησε βοήθεια και έτσι ο Τσαούσης βρήκε και πάλι δικαιολογία, να φέρνει στο σπίτι της χωριατοπούλες να βοηθάνε στο καθάρισμα και στο λαχανόκηπο.
Μια από τις χωριατοπούλες ήταν και η Μαρουσιάννα Βεργά. Η γυναίκα του Αναστάση Βεργά, εγγονός του παπά Αναστάση.

Η Μαρουσιάννα ζούσε σε ένα φτωχόσπιτο, καμωμένο από πλίθινους λίθους, ασβεστωμένο, με μικρά παραθύρια, που κρατούσαν τον ήλιο του καλοκαιριού μακριά για να μένει δροσερό το καλοκαίρι,  και τον παγωμένο αέρα του χιονιά το χειμώνα.
Σαν ήρθε νυφούλα στο χωριό του κάμπου, έφερε μαζί της τα προικιά της.
Στο κάρο, ήταν φορτωμένα όλα όσα είχε κεντήσει και υφάνει, εκείνη και η μάνα της, πάνω στα βουνά του Κόζιακα.
Ήταν θυγατέρα βοσκού, με πρόβατα και γίδια, εκείνη τον κάμπο δε τον είχε ματαδεί στη ζωή της, μόνο άκουγε για αυτόν.
Δεν ήξερε από Τσιφλίκια και αφέντες,οι βοσκοί ζούσαν στα ορεινά και ήταν οι ίδιοι αφέντες στα φτωχικά καλύβια τους.
Μπήκε στο χωριό πάνω στο κάρο, ντυμένη με την παραδοσιακή στολή των βλάχων του Κόζιακα και στο κεφάλι την κατάλευκη μαντήλα της, που δήλωνε πως είναι νιόπαντρη.
Άσπρη και αφράτη, με την ματιά της λαφίνας, έβλεπε τριγύρω της,την  φτώχεια και την δυστυχία των Καραγκούνηδων,μέσα απ τα λασπωμένα σοκάκια που πέρναγε το κάρο. Παιδιά και ζωντανά όλα ανακατωμένα σε ξέφραγες αυλές, από πλίθινα χαμηλά σπίτια. Ακόμη και η εκκλησιά του χωριού, ο Άι Γιώργης, ήταν ένα χαμηλό ταπεινό εκκλησάκι, με μια μικρή καμπάνα στο σιδερένιο καμπαναριό του.

Ήταν όμως χαρούμενη , περήφανη , ευτυχισμένη, δίπλα στο μελαχρινό παλικάρι, εγγονό του παπά Αναστάση.
Όταν τον είδε στην εκκλησιά , του δικού της χωριού, να ψέλνει με εκείνη την αγγελική φωνή, που την ανέβαζε στα ουράνια, τον ερωτεύθηκε.
Μα και ο Αναστάσης, σαν σχόλασε η λειτουργιά και βγήκαν στην πλατέα για το γλέντι και την είδε να χορεύει στητή, με τις ξανθιές κοτσίδες να λάμπουν στον ήλιο, την λαχτάρισε, σκίρτησε η καρδιά του.
Μπήκε στο χορό και της έπιασε το απαλό χεράκι της και τούτο το άγγιγμα, έμελλε να τους ενώσει.
Παντρεύτηκαν και κίνησαν για τον κάμπο, τον τόπο του γαμπρού.
Και να σου τώρα, παντρεμένη η νιούτσικα στο κάμπο, να στήσει το σπιτικό της.
Το κάρο τους σταμάτησε μπρος σε ένα ξύλινο φράχτη,  πίσω του, έκρυβε ένα ταπεινό σπίτι με μικρά παραθύρια βαμμένα γαλάζια.
Φτάσαμε κυρα μου, ανακοίνωσε ο παππούς του Αναστάση, καλωσόρισες στο φτωχικό μας.
Εδω θα γίνεις κυρα και μάνα, τα χρόνια που θα έρθουν να είναι γλυκά και ευτυχισμένα.
Την πήρε στα χέρια του ο Αναστάσης να την κατεβάσει από το κάρο, Μαρουσιάννα μου, τούτος είναι ο τόπος μου, καλωσόρισες!
Μπήκαν στο χαμηλό κονάκι του παπά και τότε αντίκρισε το καινούριο της σπιτικό.
Έπιπλα δεν υπήρχαν σε τούτα τα σπίτια, ότι ήταν χρειαζούμενο, ήταν φτιαγμένο από κορμούς δέντρων. Τα κρεβάτια ήταν από μπλεγμένες λυγαριές  και  στρώματα από άχυρο, ραμμένο μέσα σε υφαντά στρωσίδια. Στους τοίχους είχαν ολόγυρα όλο το χειμώνα υφαντές μπάντες για να μην έρχεται κρύο απ τις χαραμάδες. Το πάτωμα ήταν από πατημένο χώμα, και το καλοκαίρι οι γυναίκες το παλάμιζαν συχνά με πηλό.Το μαγεριό τους, ήταν πάντα έξω από το κυρίως σπίτι, ταπεινό και αυτό με ένα χτισμένο μπουχαρί* όπου έψηναν το φαγητό τους στην πυροστιά* ή στη γάστρα,* στον τοίχο δεξιά, ζερβά από τον μπουχαρί μπηγμένα περόνια*, για να κρεμάνε τα μπακίρια τους, το κόσκινο*τη σκαφίδα*για το ζύμωμα, το πλαστήρι,  για το άνοιγμα των φύλλων και τις κουτάλες τους. Συνήθως εκεί είχαν και το αμπάρι με το αλεύρι και τα πιθάρια με την χοιρινή λίπα.*Μια τάβλα για να τρώνε, ένα μπαούλο για τα τσίγκινα πιάτα και τα κύπελα, μια πινακωτή για το ψωμάκι τους.Έτσι ήσαν όλα τα σπίτια, ταπεινά με τα απολύτως απαραίτητα για να ζουν. Σε ένα από τα σπίτια τούτα ήρθε να ζήσει και η Μαρουσιάννα.

Ένα χρόνο μετά, ο παππούς του Αναστάση πέθανε και έτσι παπάς στο χωριό, έγινε ο Αναστάσης.
Η Μαρουσιάννα, γκαστρωμένη στο πρώτο τους παιδί, ολημερίς και ενώ ήταν με την κοιλιά στο στόμα, έσκαβε, σκάλιζε, ξεβοτάνιζε τον λαχανόκηπο, να έχουν ότι είναι απαραίτητο για το τσουκάλι τους. Πατάτες,λάχανα, κρεμμύδια, σκόρδα, ντομάτες, πιπεριές, όλα περνούσαν απ τα χέρια της.

Ο παπά Αναστάσης, δεν είχε εύκαιρα χέρια, μήτε της καθημερνές,μήτε τις σχόλες, πέντε χωριά περίμεναν από αυτόν, να παντρέψει να βαπτίσει, να θάψει να λειτουργήσει να κοινωνήσει. 
Σαν γυρνούσε στο κονάκι του, έπιανε και ζύμωνε ο ίδιος τους άρτους για να ξαποστάσει την γκαστρωμένη παπαδιά του. 
Στη σκιά ενός πλάτανου, έφερε μονάχη της το παιδί της στον κόσμο η Μαρουσιάννα. Είχε πάει στην όχθη να πλύνει τα ρούχα της και εκεί την έπιασαν οι οδύνες. Ήρθε η ώρα μου, μουρμούρισε και σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό της. Κοίταξε γύρω της, ερημιά............ Οι χωριανοί, με την Ανατολή του ηλίου, βρίσκονταν όλοι στον κάμπο. Πριν σουρουπώσει κανείς δε θα γύριζε στο χωριό.

Έκανε το σταυρό της, κανε παναγία μου να λευτερωθώ εύκολα. Πήρε λίγα ξύλα και τα έσπρωξε κάτω από το καζάνι που έβραζε νερό για να πλύνει τα άσπρα της. Άρπαξε ένα χράμι ,που ήταν ακόμη στεγνό και το έσυρε μέχρι τον πλάτανο. Το έστρωσε και έγειρε την πλάτη της στον κορμό του. Ησύχασε ο πόνος και πήρε δυνάμεις. 
Σήκω βλογημένη, ψιθύρισε, αν δε βρεις κουράγιο, κανείς δε θα σε βοηθήσει εδώ που βρέθηκες. Πήρε απ τη στοίβα με τα ρούχα,δυο λευκά πουκάμισα, τα βούτηξε στο ποτάμι και μετά τα χτύπησε μια, δυο φορές στην πέτρα. 
Ο πόνος γύρισε στα σωθικά της. Βιάσου Μαρουσιάννα, ξανάπε στον εαυτό της.
Άρπαξε τα πουκάμισα από την πέτρα και τα βούτηξε στο βραστό νερό μέσα στο καζάνι. Ανάσανε
  βαθιά  και πήγε να βρέξει τα πόδια της στο νερό του ποταμού, με τiς χούφτες της,δρόσισε το φλογισμένο  πρόσωπο και το στήθος της. Γύρισε στη φωτιά και έπιασε τον κόπανο*τράβηξε τα άσπρα πουκάμισα έξω από το καζάνι και τα πήγε στο χράμι που είχε στρώσει στον πλάτανο.
Γύρισαν οι πόνοι και εκείνη αγκάλιασε το δέντρο να στηριχτεί να πάρει δύναμη.
Λύγισαν τα ποδάρια της και έγειρε στις ρίζες του πλάτανου πάνω στο χράμι.
Ωχ μάνα μ,  που είσαι να με παρασταθείς; Μονολόγησε. Δώσμε Άι Γιώργη δύναμη, να λευτερωθώ! Σαν ησύχασε ο πόνος, σύρθηκε ξανά κοντά στη φωτιά, έβγαλε το σουγιά απ την τσέπη της και τον έβαλε μες τις φλόγες.Τον κρατούσε με υπομονή να πυρώσει και σαν κοκκίνισε το τράβηξε ευλαβικά και τον βύθισε στο βραστό νερό. Πήγε αργά ξανά μέχρι τον πλάτανο και περίμενε τον μεγάλο πόνο που θα έφερνε τη ζωή μέσα στα χέρια της.
Έβαλε γύρω της τα πανιά που είχε βράσει και ξάπλωσε με την πλάτη στο δέντρο, ξέροντας ότι ήρθε η ώρα να φέρει το παιδί στον κόσμο.Τα πουλιά κελαηδούσαν το τραγούδι της άνοιξης,
το άλογο της χλιμίντριζε και χτυπούσε της οπλές του, το κελάρυσμα του νερού και ο ήχος απ το τσαπί που έσκαβε το χώμα στον κάμπο, σκέπασαν τις κραυγές του πόνου. Το νεογέννητο άρχισε να κλαίει σιγανά. Η Μαρουσιάννα,έκοψε με μια κίνηση τον ομφάλιο λώρο του μικρού αγοριού με το σουγιά της, το σκούπισε με τα πανιά που είχε βράσει και μετά το τύλιξε στην ποδιά της. Ακούμπησε ξεθεωμένη στον πλάτανο, έκανε μια ευχή για το παιδί που ήρθε κοιτώντας τον ουρανό και έβαλε το μωρό να θηλάσει.Ο ήλιος έγερνε όταν ξύπνησε από το κλάμα του αγοριού.Άντε γιόκα μου, να μάσουμε τα σέα μας, να πάμε στο κονάκι μας, του είπε.Φόρτωσε στο άλογο τις κανίστρες* της με τα πλυμένα να στάζουν και τα άπλυτα μέσα στο καζάνι της,μάζωξε προσανάμματα από την όχθη του ποταμού για την φωτιά της, πήρε το νεογέννητο στο ένα χέρι σφιχτά στον κόρφο της και τα γκέμια στο άλλο και κίνησε περπατώντας για το χωριό Ζαλωμένη* με τα προσανάμματα, τα ρούχα να στάζουν νερά πάνω στο άλογο και εκείνη να σέρνεται κρατώντας το μωρό σφιχτά στον κόρφο της.  Έφτασε στο κονάκι της ξεθεωμένη, αδύναμη. Ο παπάς είχε έρθει από ώρα. Σκυμμένος μπροστά στο αναμμένο μπουχαρί, ανακάτωνε το φαΐ που έβραζε, είχε βάλει στον τέτζερι τραχανά να δειπνίσουν. Από το παραστάθι της ανοιχτής πόρτας, είδε την παπαδιά με το νεογέννητο στα χέρια, χλόμιασε.
Πετάχτηκε έξω με γοργές κινήσεις, αγκάλιασε στοργικά την παπαδια.
Κυρά μου!!!!!!!
Χαμογέλασε η Μαρουσιάννα, τον κοίταξε με μάτια που γυάλιζαν από χαρά και πυρετό μαζί, να μας ζήσει αφέντ, πιδί ειναι!!
Το πήρε ο παπάς, το σταύρωσε και το φίλησε στο κεφαλάκι. Έλα μέσα κυρά μου, να γύρεις στο προσκέφαλο να ξεκουραστείς της, είπε στοργικά, άσε εμένα να βάλω τον γιο μου στη σαρμάντζα*
Είχε σκαλίσει από καιρό μια σαρμανίτσα* για το παιδί που περίμεναν, από κορμό καρυδιάς.
Η Μαρουσιάννα, είχε πλύνει και είχε ετοιμάσει ένα τομαράκι από  μικρό αρνί, να στρώσει τη σαρμάτζα. Ο παπάς, έβαλε το βρέφος να κοιμηθεί στο ζεστό κρεβατάκι του και πήγε να φροντίσει την κυρά του.
Παπαδιά μου, έχω βραστό νερό, πρέπει να σε πλύνω,να μην αρρωστήσεις.
Οι δυνάμεις της ήταν τόσο λίγες, που δεν αντιστάθηκε στον παπά, παρόλο που τον σεβόταν πολύ και τον ντρεπόταν, τον άφησε να την φροντίσει.

Την έπλυνε στοργικά,της φόρεσε το καθαρό παραδοσιακό λευκό πουκάμισο*και τη βοήθησε να πλαγιάσει, στο αχυρένιο στρώμα τους.
Ήταν αρχές Απρίλη, του 1910 τη μέρα που γεννήθηκε ο Αναστάσης Βεργάς.
Πήρε το όνομα του πατέρα του, λίγους μήνες  μετά, όταν πια ο παπά Αναστάσης είχε ξεψυχήσει στο Ζάρκο.*



Πέμπτη, 14 Αυγούστου 2014

Κεφάλαιο 11

Ο γιος ενός ταχυδρόμου ήταν εκείνος που άλλαξε την τύχη χιλιάδων ανθρώπων στην Αίγυπτο.
Στρατιωτικός με διακρίσεις και παράσημα, θαρραλέος και αψύς τύπος ήθελε να κάνει τη χώρα του ανεξάρτητη, να δώσει στον Αιγυπτιακό λαό προνόμια που ο Βασιλιάς Φαρούκ δε θα έδινε ποτέ. Ο Γκαμάλ Νάσσερ γεννήθηκε στις Αλεξάνδρεια, έφυγε νωρίς από το σπιτι του για να βρει το όνειρό του. Μεγάλωσε κοντά στο θείο του στις φτωχογειτονιές του Καΐρου. Από μικρο παιδί ,ένοιωσε στο πετσί την υπεροψία των Αγγλογάλλων που είχαν τις θέσεις κλειδιά σε όλη τη χώρα. Ακόμη και από τους Άγγλους δασκάλους του, παρόλο που ήταν  ντόπιος, αντιμετωπίζονταν σαν κάτι κατώτερο. Αυτό τον πείσμωνε και τον δυνάμωνε ταυτόχρονα. Ήταν ένας επαναστάτης, συμμετείχε και οργάνωνε δεκάδες Αντιβρετανικές διαδηλώσεις. Σπούδασε νομικά και κατόπιν έγινε στρατιωτικός.
Όταν ανέλαβε την εκπαίδευση των Ευέλπιδων αξιωματικών, προσπάθησε να τους οργανώσει μυστικά για να ανατρέψουν τον Βασιλιά Φαρούκ. Όνειρό του ήταν, να φυγουν από τη χώρα οι Άγγλοι και οι ξένοι γαιοκτήμονες. Τελικά το 1952 κατάφερε να ανατρέψει τον Φαρούκ και ένα χρόνο μετά ανακηρύχθηκε δημοκρατία. Όλο αυτό το διάστημα τα ηνία της χώρας, τα είχε ο φίλος του Νάσσερ, Ναγκίμπ, όμως ο Νάσσερ ήταν εκείνος που κινούσε τα νήματα. Το 1954 γίνετε πρωθυπουργός της Αιγύπτου, αλλάζει το σύνταγμα και κηρύσσει τη χώρα ως σοσιαλιστικό κράτος με ένα μόνο κόμμα!! Διώχνει τους Βρετανούς από τη διώρυγα του Σουέζ και μοιράζει τη γη στους ακτήμονες Αιγυπτίους. Οι πολίτες τον θεοποιούν, πίνουν νερό στο όνομά, στη χώρα γίνονται τεράστιες αλλαγές, οι Αιγύπτιοι θελουν να διωχθούν όλοι οι ξένοι που για χρόνια εκμεταλλεύονται τον πλούτο της χώρας τους.
Οι Αγγλογάλλοι μίσησαν τον Νάσσερ όσο κανείς,δε του συχώρεσαν ότι ήταν εκείνος που τους έδιωξε από τη διώρυγα και έχασαν τα τεράστια κέρδη που αποκόμιζαν για δεκάδες χρόνια. Εξαπέλυσαν επιθέσεις με βομβαρδισμούς, συντονισμένοι μαζί με τις Ισραηλινές δυνάμεις, θέλησαν να εξαφανίσουν την Αίγυπτο.
Τα ηνωμένα έθνη κάνουν ότι μπορούν για να σταματήσει η σφαγή των αμάχων και ο Νάσσερ βγαίνει άλλη μια φορά νικητής. Στο διάστημα που μεσολαβεί μέχρι το 1958 γίνεται εκβιομηχάνιση της χώρας, από  όλες τις νευραλγικές θέσεις, σε όλες τις υπηρεσίες αλλάζει το προσωπικό και εκδιώκονται όλοι οι ξένοι υπάλληλοι. Άγγλοι, Γάλλοι, Έλληνες, φεύγουν από τη χωρά κακήν κακός. Ο Μερκούρης αμπαρώνετε στο σπιτι με την Μαρουσιάννα να βρίσκεται σε κατάσταση πανικού, τον ικετεύει να φυγουν νύχτα από το σπιτι. Εκείνος ειναι ανένδοτος, εδώ γεννήθηκα, εδώ μεγάλωσα, εδώ ειναι οι τάφοι των γονιών μου!!!! Δεν φεύγω, προτιμώ να πεθάνω μέσα στο σπιτι μου, ειμαι εβδομήντα ετών Μαρουσιάννα, που να πάμε;
Μερκούρη θα μας σφάξουν, πρεπει να βρούμε ένα τρόπο να πάμε κάπου ώσπου να καλμάρουν λίγο τα πράγματα.
Δε θα καλμάρουν ρε γυναίκα, οι ντόπιοι έχουν αφηνιάσει, κανείς δε θα βρεθεί να μας στηρίξει, ξεχνάν όσοι ευεργετήθηκαν από το χέρι σου τούτες τις ώρες.
Κλείστηκαν στο σπιτι, αφήνοντας το μαγαζί στους Αιγύπτιους υπαλλήλους χωρίς να τολμούν να ξεμυτίσουν στην πόλη.
Ο Μερκούρης ρευστοποιεί την περιουσία του πολύ διακριτικά, συμβουλεύει τη γυναίκα του να διαρρεύσει πως ήταν άρρωστος.
Είχαν μείνει μόνοι τους στην Αλεξάνδρεια, η Αγγελική, από τον καιρό που την είχαν στείλει στην Αθήνα, είχε εξαφανιστεί. Το μόνο καλό που είχε προκύψει από εκείνο το ταξίδι, ήταν καθαρά οικονομικό.
Μέσα στα μπαγκάζια της Αγγελικής τότε, ήταν και ένα κουτί με χρυσά νομίσματα και ένα λινό σακούλι με φύλλα καπνού για τον Αιμίλιο, ανάμεσα υπήρχαν  30.000 δολάρια. Αυτά  τα χρήματα, προοριζόταν για την προίκα της Αγγελικής, η ίδια δε γνώριζε ότι η Μαρουσιάννα με το Μερκούρη τα είχαν βάλει στη βαλίτσα με τα δώρα που έστελναν στο ζευγάρι Αυγέρη. Έτσι  σώθηκε κάτι από όλη εκείνη την περιουσια, που δεκαετίες ολάκερες μάζεψε ο Μερκούρης και ο γερο Καστρινός με σκληρή δουλειά και πολύ οικονομία. Ευτυχώς εκείνα τα χρήματα είχαν έρθει στα χέρια του Αιμίλιου Αυγέρη και δε είχαν σκορπιστεί άδοξα από την κόρη των Καστρινών.
Πριν  ξεσπάσουν οι μεγάλες ταραχές, πολλοί Έλληνες είχαν εγκαταλείψει την πόλη και τις περιουσίες τους, όμως υπήρξαν και οικογένειες που κακοποιήθηκαν, σπίτια που κάηκαν και περιουσίες ολόκληρες ήρθαν στα χέρια Αιγυπτίων, που καποτε ήταν υπάλληλοι σε Ελληνικές επιχειρήσεις στο Κάιρο και την Αλεξάνδρεια. Η Μαρουσιάννα κάλεσε στο κατάστημα όλους τους υπαλλήλους. Τους μίλησε ήρεμα και τους ζήτησε να μοιραστούν δίκαια την επιχείρηση και να τους βοηθήσουν να εγκαταλείψουν τη χώρα.
Θαρρώ πως εγώ και ο άντρας μου, όλα τα χρόνια που σας είχαμε στη δούλεψη μας, κάναμε ότι μπορούσαμε για εσάς. Ξέρω πως οι μέρες μας εδώ ειναι λίγες, αν αισθάνεστε κάτι για εμάς, βγάλτε μας από τούτη την κόλαση σας παρακαλώ. Εύχομαι να προκόψετε και να αγαπήσετε το βιός που σας χαρίζετε. Μην καταστρέψετε το μαγαζί σας παρακαλώ.
Η κυρα, η αρχόντισσα, παρακαλούσε, ικέτευε να μην κάψουν να μην λεηλατήσουν το βιός της.
Ο Abdal Ati (Αιγύπτιος υπάλληλος του καταστήματος) ήρθε κοντά της, κυρα σας αγαπάμε, ήσασταν εξαιρετικά αφεντικά. Τόσες μέρες τώρα, έρχονται οι αρχές και εμείς λέμε: το μαγαζί ειναι δικό μας, ο Καστρινός μας το χάρισε. Δεν αφήσαμε να το κάψουν, μένουμε μέσα μέρα και νύχτα και περιμέναμε να έρθετε να μας πείτε τι να κανουμε.
Θα  υπογράψω εγώ Αμπντάλ,  ότι χαρτί μου φέρετε, ο άντρας μου ειναι άρρωστος. Θα μπορέσετε να μας βγάλετε από την πόλη;
Ναι , έγνεψε ο Αμπντάλ Ατί, θα το κάνω εγώ προσωπικά, πρεπει να μείνουν εδώ οι υπόλοιποι, να μην υποψιαστεί κανείς τίποτα. Την πλησίασε ξανά δίνοντάς της μια μαύρη κελεμπία. Κυρία, φορέστε το ρούχο της γυναίκας μου, το εχω φέρει από το σπιτι εδώ και μέρες, περίμενα να έρθετε να σας το δώσω. Αν ξαναβγείτε ετσι έξω, είσαστε σαν κινούμενος στόχος.
Εκείνη έγνεψε σιωπηλή και το πήρε στα χέρια της.
Σε λίγη ώρα είχαν συντάξει την εικονική αγορά του καταστήματος.
Η Μαρουσιάννα ανέβηκε στο γραφείο του Μερκούρη και πήρε τα αγαπημένα αντικείμενα του άντρα της.
Μπήκε στο αυτοκίνητο με τον Αμπντάλ στο τιμόνι και πήγαν σπιτι.
Ο Αμπντάλ κόλλησε στο παραθυρόφυλλο ένα χαρτί που έλεγε στα Αραβικά: Αυτό το σπιτι, ανήκει στον Αμπντάλ Ατί!!!
Αργά το βράδυ την μετέφερε στο κτήμα με τη φελούκα, κάνοντας τον ψαρά. Εκείνη ήταν κουλουριασμένη στην πρύμη και ήταν η πρωτη φορά που δε κοιτούσε το φεγγάρι, που δε θαύμασε το ξημέρωμα, που δε νοιάστηκε αν θα λερωθεί ετσι κατάχαμα μες τη βάρκα.
Όταν έφτασαν ανασήκωσε την κελεμπία της και πήδηξε στη στεριά, τράβηξε με βιαστικά βήματα προς το σπιτάκι του κτήματος.
Βρήκε τον επιστάτη να κάθεται στα σκαλιά του σπιτιού και να πίνει καφέ.
Σαμπαχ αλ-χαϊρ (καλημέρα), κάιφα χααλουκα (τι κάνεις;) τον χαιρέτησε πρωτη η Μαρουσιάννα.
Πρώτη φορά ο επιστάτης δε σηκώθηκε από τη θέση του σαν την είδε.
Μπι-χάιρ σουκράν (καλά,ευχαριστώ) της απάντησε.
Ο άντρας φιλοτιμήθηκε και είπε να σηκωθεί να της δώσει μια καρέκλα, αλλά εκεινη τον σταμάτησε.
Mισ μουχίμ ( δεν πειράζει ) άφουαν, παρακαλώ κάθισε, του έγνεψε, ήρθα να μιλήσουμε για το κτήμα.
Φαντάζομαι πως ξέρεις ότι δε εχω πολλές επιλογές,  εγώ και ο αγαπητός μου σύζυγος, θα φύγουμε για την πατρίδα μας. Όπως γνωρίζεται δε είχαμε την τύχη να αποκτήσουμε γιο, ετσι θα ήθελα να δώσω την φυτεία σε εσάς με ένα μικρο χρηματικό ποσό. Έχετε δυο μέρες να το σκεφτείτε, θα μείνω στο κτήμα, το σπιτι θα το δώσω σε όποιον πάρει το μεγαλύτερο κομμάτι γης.
Δε χρειάστηκε να περιμένει ως την άλλη μέρα, το βράδυ ο επιστάτης ήρθε με πέντε χωρικούς.
Είπαμε να κανουμε συνεταιρισμό οι πέντε μας, έχουμε όλοι μαζί γύρω στις 10.000 πιάστρες αυτά ειναι όλα μας τα λεφτά.
10.000 πιάστρες όλο της το βιός!!!
Τι θα λέγατε αν συμφωνούσαμε κάπως αλλιώς; ας πούμε να πάρω τώρα τις δέκα χιλιάδες πιάστρες και του χρόνου άλλα τόσα, εφόσον θα έχετε καλή σοδειά; Θα σας αφήσω και τη φελούκα, να μεταφέρετε μέχρι την πόλη την σοδειά, να φέρνετε προμήθειες!! Και μην ξεχνάτε, τα ζωντανά έχουν και αυτά κέρδη. Εγώ θα τα αφήσω όλα όπως τα βλέπετε αυτή τη στιγμή. Το σπιτι ειναι καλά εξοπλισμένο. Οι πάπιες, οι αγελάδες θα σας εξασφαλίσουν τροφή!! Αν συμφωνήσετε, του χρόνου μπορείτε να τα καταθέσετε στην τράπεζα της Ανατολής.
Οι Αιγύπτιοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, ήξεραν ότι τέτοια ευκαιρία δε θα ξανά έχουν, σεβόταν τα αφεντικά τους, ήταν ευχαριστημένοι όλοι με την Μαρουσιάννα τόσα χρόνια. Αλλά, ήξεραν ότι σε λίγο καιρό,  δε θα χρειαστεί να δώσουν ούτε μια πιάστρα για να τα αποκτήσουν όλα!!
Συμφώνησαν να κάνουν γραπτή συμφωνία πως τους παραχωρείτε το κτήμα.
Τα χωράφια ήσαν σπαρμένα, οι φυτείες έσφυζαν από ζωή, δέκα χιλιάδες πιάστρες ήταν γελοίο ποσό για όλη εκεινη την έκταση. Σε ένα χρόνο  οι πέντε χωρικοί, θα γινόταν πλούσιοι. Αυτό ήταν και το όραμα του ηγέτη τους, κάθε Αιγύπτιος να ειναι ανεξάρτητος, κάθε περιουσιακό στοιχείο από τους λευκούς κατακτητές της διώρυγας, της εύφορης γης τους, τα εργοστάσια, τα πάντα να γίνουν δικά τους.
Όταν τελείωσε γύρισε σπιτι κατάκοπη και στεναχωρημένη.
 Ο Μερκούρης την περίμενε με αγωνία.
Ήρθες κυρα μου; Είδες με τα μάτια σου τι ειναι να χάνεις όλα όσα έχτισες για χρόνια;
Μερκούρη σε παρακαλώ δε εχω κουράγιο να συζητήσουμε, δέκα χιλιάδες πιάστρες όλο το κτήμα, το σπιτι, τα ζωντανά!! Και το μαγαζί χάρισμα σε αυτούς που τόσα χρόνια ετρωγαν ψωμί από εμάς.
Τι απόμεινε να μας πάρουν; τον κοίταξε με θλιμμένα μάτια.
Αύριο θα μαζέψω λίγα πράγματα, ο Αμπντάλ Ατί θα μας φυγαδεύσει προς το Πορτ Σάιντ, να φύγουμε με καράβι για την Αθήνα. Μου υποσχέθηκε ότι θα αμπαλάρει αργότερα ότι πράγματα έχουμε να μας τα στείλει στον Πειραιά. Αν το κάνει, θα του ειμαι ευγνώμων μια ζωή.
Αύριο θα τηλεφωνήσω στην Ανθή, όταν φτάσουμε ελπίζω να μας φιλοξενήσουν για λίγο καιρό.
Μαρουσιάννα μου δε σε πονάει που θα αφήσουμε όλο το βιός μας πίσω;
Φυσικά πονάω, αλλά ειμαι 63 ετών και θα ήθελα να ξαναδώ άλλη μια φορά το παιδί μου. Η κόρη μας, μας έχει ξεγράψει και αυτό με έχει πικράνει, το γνωρίζεις. Είμαι ευγνώμων που ξέρω ότι εκεί που γυρίζω, εχω ένα παιδί και καλούς φίλους άντρα μου. Θα δεις θα συνηθίσεις γρήγορα.
Εκείνος έγνεψε χωρίς να μιλά. Σηκώθηκε και ανέβηκε στο δωμάτιό του να κοιμηθεί.
Το ταξίδι της επιστροφής ήταν επικίνδυνο και μακρινό, ο Αμπντάλ κράτησε το λόγο του και την επόμενη μέρα ξεκίνησαν για το Πορτ Σάιντ. Κουκουλωμένοι στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου που τόσα χρόνια με καμάρι οδηγούσε εκεινη!
Στο λιμάνι έφτασαν αργά την επόμενη μέρα, ο Αμπντάλ τους οδήγησε κατευθείαν στη αποβάθρα και την ώρα που ετοιμαζόταν να επιβιβαστούν, έσφιξε το χέρι της Μαρουσιάννας. Ανα αασιφ (λυπάμαι) για τον τρόπο που φεύγετε κυρία......
Εκείνη τον ευχαρίστησε και τον αποχαιρέτησε με ένα χτύπημα στην πλάτη, μα'α ασ-σαλάαμ Αμπντάλ,(αντίο, Αμπντάλ ),  σούκραν γιαζιιλαν (σε ευχαριστώ πολύ).
Ο Μερκούρης προσχωρούσε αργά στη σκάλα επιβίβασης χωρίς να κοιτάει πίσω, ο Αμπντάλ τον ακούμπησε στο ώμο, κύριε, ανα αασίφ..........
Μισ μουχίμ (δε πειράζει Αμπντάλ) δε φταις εσύ,  λαου σαμαχτ (τραβάμε την προσοχή) πρέπει να φύγεις τώρα.
Σε όλο το ταξίδι προς τον Πειραιά ο Μερκούρης ήταν κλεισμένος στον εαυτό του, τις νύχτες έβγαινε και βημάτιζε στο κατάστρωμα μόνος του. Του ήταν αδύνατον να πιστέψει ότι άφηνε πίσω του όλη του τη ζωή, τους τάφους των γονιών του, την περιουσία που είχε αποκτήσει με τόσο κόπο. Η Ελλάδα ήταν για εκείνον μια ξένη χώρα. Ήταν η χώρα που καποτε ο πατέρας του είχε ξεκινήσει με ένα τσουβάλι στον ωμό, ένα ταξίδι για μια καλύτερη ζωή. Και να που τώρα εκείνος, άφηνε τα πάντα για να γυρίσει στο απόλυτο τίποτα. Δεν είχε δυνάμεις, δε είχε νιάτα, δεν είχε σπιτι να στεγαστεί μαζί με την κυρα του. Έριχνε ευθύνες στον εαυτό του, που δε είχε προβλέψει ένα τέτοιο ενδεχόμενο, λυπόταν για την ταλαιπωρία που περνούσε η γυναίκα του και τον φαρμάκωνε η ηθελημένη εξαφάνιση την θυγατέρας του. Τελικά απέτυχα ως πατέρας και δε ειμαι σε θέση να φροντίσω την γυναίκα μου τώρα στην ωριμότητά της. Αυτές οι σκέψεις τον βασάνισαν και δε γύριζε στην καμπίνα του να κοιμηθεί δίπλα στην γυναίκα του.
Εκείνη πάλι πίστευε, ότι του κάνει καλό η μοναξιά, τον άφηνε χωρίς να τον πιέζει να την συνοδεύει στην τραπεζαρία. Ζητούσε να του πάνε το φαγητό στην καμπίνα του και όταν όλοι έπεφταν για ύπνο και άδειαζε το κατάστρωμα και το σαλόνι του πλοίου, εκείνος έβγαινε να μιλήσει με τον εαυτό του.
Την επόμενη μέρα θα έφταναν στον Πειραιά, ο Μερκούρης έμεινε ξάγρυπνος όλη νύχτα.


Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2014

Η ΚΥΡΑ ΤΟΥ ΚΑΜΠΟΥ 8

Μια χώρα μικρή με ιστορία πικρή.

Δεν μας έφτασε η κατοχή και  η πείνα που περάσαμε και αντί να ανασυνταχθούμε  κοιτάξαμε να φάμε τα κεφάλια μας.
Αμέσως μετά την απελευθέρωση, ζητήματα όπως ο αφοπλισμός των ανταρτών,η πορεία της χώρας και η ανόρθωση της, όπως και η τιμωρία των συνεργατών του κατακτητή, ήταν θέματα που έπρεπε να μπουν στην ημερήσια λίστα των εθνικών θεμάτων και να τακτοποιηθούν ταχύτατα, διότι έπρεπε να είμαστε σε θέση να ανασυγκροτηθούμε και να αμυνθούμε, Δωδεκάνησα και Κρήτη ήταν ακόμη υπό κατοχή.
Λογικά θα έπρεπε να αποστρατευθούν οι αντάρτες, εφόσον ο πόλεμος είχε λήξει και ο εθνικός στρατός,  ήταν αυτός που έπρεπε να  κάνει τη δουλειά που του αναλογούσε, αλλά το θέμα ήταν καθαρά πολιτικό. Όσοι είχαν τα όπλα θα μπορούσαν να έχουν και την κυβέρνηση της χώρας, αυτό ήταν  κάτι που ήθελε ο λαός και ειδικότερα οι αντάρτες, γιατί ήταν σίγουροι πως είχαν συμβάλει τα μέγιστα στην απελευθέρωση της πατρίδας. Δεν εννοούσαν να δεχθούν ότι ο Ελληνικός στρατός θα πάρει το δάφνινο στεφάνη της νίκης, διότι δε ελευθέρωσε μόνος του την Ελλάδα. Αυτό έφερε έχθρες και τελικά τη ρήξη και τον εμφύλιο.
Αν είχαν επιτύχει τότε, σε γρήγορο χρονικό διάστημα την συγκρότηση εθνικού στρατού και μέσα σε αυτόν είχαν προσαρτήσει και μονάδες του ΕΑΜ /ΕΛΑΣ θα είχαμε αποφύγει τόσο τον εμφύλιο  και τις συνέπειες του, αλλά και την αποδέσμευση μας από την βοήθεια του Βρετανικού στρατού.
Η ξεροκεφαλιά και των δυο πλευρών μας έριξαν στα τάρταρα και στο σκοτάδι.

Τον Οκτώβρη του 1944 και ενώ οι Γερμανοί ξεκουμπίστηκαν, βγήκαν οι σημαίες απ τα σεντούκια για να πανηγυρίσει ο λαός στους δρόμους την απελευθέρωση.
Μα λογάριασαν χωρίς τον ξενοδόχο!!
Η πρωτη πράξη για να ξεκινήσει ο εμφύλιος σπαραγμός που κράτησε πέντε ολάκερα χρόνια, παίχτηκε στην Αθήνα, καταμεσής στο χειμώνα και αντί να γιορτάσουν τα Χριστούγεννα, έπιασαν τα όπλα και φαγώθηκαν σαν λυσσασμένα σκυλιά.
Δεκέμβρης και το κρύο δυνάμωσε στην πρωτεύουσα της χώρας, η φτωχολογιά έψαχνε  για κάρβουνο, να ανάψει κάνα μαγκάλι για να ζεσταθεί, αλλά οι Ελλασίτες έχουν πεισματώσει και η συμφωνία στη Βάρκιζα γίνεται αφορμή για μακελειό.
Ο πόλεμος της ντροπής ξεκινάει μέσα στα στενά της Αθήνας.Οι μεν κοίταγαν  να φάνε τους δε, να ξεκαθαρίσουν λογαριασμούς, όποιος ήταν αντάρτης στον πόλεμο και πολεμούσε για τη λευτεριά, έγινε οχτρός της πατρίδας, αυτός που πούλαγε λάδι και κρέας στην κατοχή σφάζονταν από τον άλλο που του είχε δώσει τα χρυσαφικά της κυράς του για μια οκά λάδι. Ο Τσόρτσιλ  ήρθε στην Αθήνα σαν αφεντικό, αργότερα στις συναντήσεις που έγιναν με τον Στάλιν και τον Αμερικανό ηγέτη χαμογελούσαν και φωτογραφίζονταν, ενώ οι Έλληνες τρώγονταν για το απόλυτο τίποτα.
Ο λαός χώρισε στα δυο, τα παλικάρια που πολέμησαν και έχασαν χέρια και ποδάρια, καταδικάστηκαν λίγο καιρό μετά ως εχθροί της Ελλάδος. Του τόπου, που δεν έπρεπε να γίνει κόκκινος!!!
Κανείς ποτέ δε τους είπε  ότι  η Ρωσία δε είχε τέτοιους σκοπούς, δηλαδή κανείς δε του είχε πει ότι η μοιρασιά είχε γίνει αλλού και αυτοί ήταν απλά απόντες και χαμένοι, κανείς δε διεκδίκησε τα αυτονόητα, όπως έκαναν άλλες χώρες ευθύς αμέσως μετά την ήττα της Γερμανίας.
Φαγωθείτε τους είπαν και φαγώθηκαν.Έφαγαν ξύλο με την οκά επειδή ανέπτυξαν φιλοκομουνιστική δράση, ανέβηκαν πάλι στα βουνά να σφαχτούν, και τα χωριά υπέφεραν από τις επιδρομές των ίδιων των Ελλήνων.
Οι αντάρτες πίστευαν ακράδαντα ότι ο Στάλιν θα αναγνώριζε την προσωρινή κυβέρνηση
"των βουνών " κάτι που δε θα γινόταν ποτέ και που ποτέ δε ξεκαθαρίστηκε στους Έλληνες κομμουνιστές.Ο αγράμματος λαός αγωνιζόταν για το απόλυτο τίποτα μέχρι θανάτου.
Οι κομμουνιστές μάζευαν τα παιδιά των αθώων μανάδων και τα ξαπόστειλαν σε ξένα χέρια,σε χώρες του ανατολικού μπλόκου. Μάνες σπάραζαν και παρακαλούσαν να μην τους πάρουν τα παιδιά τους, νήπια έχασαν τη στοργή της μάνας, στο βωμό του εμφυλίου.

Στο Βίτσι μετά από τόσο σπαραγμό, χιλιάδες νεκρούς, το παιδομάζωμα και κακουχίες ο Εθνικός στρατός έδωσε τα χέρια με το δημοκρατικό στρατό και συμφώνησαν να πάψουν τις εχθροπραξίες.
Μα σαν σταμάτησε τούτο το κακό ξεκίνησε ένα άλλο...........Εξορίες!!!!

Γέμισε η χώρα χωροφυλάκους,σπιούνους,γέμισαν τα κελιά και τα ξερονήσια και οι κυβερνήσεις το γουδί το γουδοχέρι, τούτος ο λαός δε συμμορφώνετε από τα λάθη του, πεθαίνει και ενώ το στόμα ειναι γεμάτο αίμα, βρίζει τη ζωή και τη γενιά του.
Ότι έσωσε η Κωστάντου απ το 1942 μέχρι που ήρθε ο Αναστάσης το 1949 στο σπιτι, άρχισε να ξεπουλιέται για να σωθεί ο πάσα ένας σύντροφος στον εμφύλιο. Όσο ήταν οι Γερμανοί, η Κωστάντου ποτέ δε είπε στον κύρη της τίποτε για το βιός που τους χάριζε. Είχαν καθήκον να σώσουν και χωριανούς και ξένους άμα λάχαινε, μα τώρα αυτά τα λίγα που απέμειναν, έπρεπε να τα φυλάξει η ίδια. Πήρε ότι κειμήλια υπήρχαν στο σπιτι και τα εξαφάνισε έξω απ το χωριό,στις στάνες κάτω από τα πλατάνια,έμπαινε μέσα στις κουφάλες των δέντρων νύχτα και έσκαβε η άμοιρη για να σώσει ότι μπορούσε από τη μανία των χωριανών της και από το φιλότιμο του Αναστάση, αυτός όπου άκουγε πως ο τάδε κινδυνεύει, έτρεχε να τον σώσει με χρήμα και με το δικό του βιός.
Δεν ήταν λίγοι από τα διπλανά χωριά που τον κατηγόρησαν για προδότη αμέσως μετά την απελευθέρωση, θεωρούσαν ότι είχε φιλίες με τους Γερμανούς και με τον εμφύλιο έβρισκαν ευκαιρία να τον κατηγορήσουν για να τον ξεκάνουν και να του πάρουν ότι είχε απομείνει.
Κυνηγημένος από τον εχθρό πρώτα και ύστερα από τους ίδιους τους συμπατριώτες του,ο Αναστάσης βρέθηκε στην εξορία. Ήρθαν και τον μάζεψαν σαν ληστή, μες τη νύχτα. Του έβαλαν ταμπέλα, κουμουνιστής,εχθρός του κράτους.
Ο Αναστάσης δε ήξερε τίποτα για τον Μαρξ, για τους κομμουνιστές, το μόνο που έκανε ήταν να αμυνθεί για την πατρίδα του και να προστατέψει τους χωριανούς του από την πείνα και το θάνατο. Στον εμφυλίου, πίστευε πως έκανε το σωστό, γιατί ήθελε να έχει η πατρίδα του το πάνω χέρι στο λαό της. Πίστευε πως οι Έλληνες έπρεπε να κάνουν κουμάντο,ήταν σίγουρος πως οι αντάρτες πολέμησαν για το συμφέρον της Ελλάδας. Μα τα παρασκήνια των πολιτικών και των συμμάχων δε τα ήξερε.
Στο δικαστήριο δε ήρθε κανείς συχωριανός του να πει μια καλή κουβέντα,θες από φόβο, θες από φθόνο, άφησαν την κυρα Κωστάντου ολομόναχη να πάει στη Λάρισα για τη δίκη.
Τον καταδίκασαν  για συμμετοχή σε εχθροπραξίες κατά του Ελληνικού στρατού, αλλά και ως δωσίλογο, διότι συνεργάστηκε με τους Γερμανούς και τους έδινε τρόφιμα την εποχή του πολέμου.
Εξορία λοιπόν, μοναξιά, πάνω στο βράχο και στη θάλασσα με λίγους φουκαράδες ακόμη να μετράνε τις νύχτες πόσες σφαίρες είχαν ρίξει για να λευτερώσουν την πατρίδα.  
Αυτές οι καταδίκες έκαναν τον Αναστάση να μισήσει την χώρα του, ήθελε να φύγει,να πεθάνει κάπου μακριά, να μην ξαναδεί άνθρωπο.Γεννήθηκε και μεγάλωσε σαν αρχοντόπουλο, πολέμησε σαν λεβέντης, έδωσε ότι είχε για να βοηθήσει τους χωριανούς και τώρα μάζευε ήλιο πάνω στα βράχια της Γυάρου.Τα καλοκαίρια ψήνονταν και το χειμώνα η αλμύρα και  βροχή του ετρωγαν τα σωθικά. Πόση δυστυχία μπορεί να αντέξει ένας άνθρωπος αναλογίζονταν κουλουριασμένος πάνω στο σανίδι που είχε για κρεβάτι.Το κελί ένα τετράγωνο δωμάτιο, με ένα φεγγίτη ψηλά στα δυο μέτρα , έσερνε το κρεβάτι του μέχρι εκεί για να ανέβει να δει το φεγγάρι.Θυμόταν τις νύχτες που ζούσε στο βουνό και άκουγε τη φλογέρα του γερο Μήτρου, να χύνεται ο ήχος μέσα στην ψυχή του και να τον νανουρίζει.

Η Ανθή με το γιατρό ανέβηκαν στα Τρίκαλα,οργάνωσαν όσο μπορούσαν το αρχοντικό και προσέλαβαν ένα βοσκό, η Κωστάντου είχε πια γεράσει, δεν την βάσταγαν τα πόδια να τρέχει στα βοσκοτόπια αν και τα πρόβατα  ήταν μόνο καμιά εκατοστή και είχε ελαττωθεί πολύ η δουλειά. Το γάλα λίγο και το εργοστάσιο ζυμαρικών οριακά προς την πτώχευση. Η Ανθή είχε αφήσει τη ζωή που ήξερε στην Αθήνα και ξανάγινε χωριατοπούλα, φρόντιζε τις δυο τρεις  αγελάδες που είχαν απομείνει στο στάβλο,έτρεχε στο εργοστάσιο με ένα ποδήλατο που το φόρτωνε δεξιά ζερβά με δυο μεγάλα γκιούμια γάλα. Κάθε μέρα από το ξημέρωμα στον αγώνα, καθάριζε το στάβλο, έπαιρνε την ξύστρα και καθάριζε τις αγελάδες με αγάπη, έπλενε τα μαστάρια τους και τις γλυκομιλούσε για να τις αρμέξει. Πήγαινε το γάλα με το χάραμα στο εργοστάσιο. Δυο γυναίκες ήσαν μονάχα εκεί, έβραζαν το γάλα και ετοίμαζαν τα φύλλα για χυλοπίτες και μακαρόνια. Το τυρί το έπηζε η γυναίκα του βοσκού καθημερινά με την Κωστάντου και το πήγαιναν μέχρι το τυροκομείο να τοποθετηθεί στα βαρέλια, η δουλειά είχε λιγοστέψει και τα χέρια επίσης, ίσα που έβγαιναν τα έξοδα τους.Τι να πληρώσει και τι να μείνει για προκοπή.Τη γυναίκα  του βοσκού,την πλήρωνε με  γάλα, τυρί ,αυγά και κάνα αρνάκι σα γεννούσαν οι προβατίνες.
Έβλεπε ο Αιμίλιος την κατάσταση να μην καλυτερεύει, ανέλαβε πρωτοβουλία, Ανθή θα πάω στα γύρω χωριά και θα  πω να μας φέρνουν το γάλα όσοι έχουν πρόβατα, έχουμε εδώ κοτζάμ τυροκομείο και να στέκεται άδειο; Θα κατέβω Αθήνα να δω σε ποιους μπορώ να μιλήσω,ίσως κλείσω μια συμφωνία να στέλνουμε με το τρένο τα τυριά στην Αθήνα.Η Ανθή συμφώνησε και ο γιατρός έφυγε για την πρωτεύουσα.

Η Ανθή αποφάσισε να κάνει  το λαχανόκηπο, να έχουν ζαρζαβάτια και μυρωδικά όπως παλιά.
Φώναξε δυο τρεις χωριανές και τις παρακάλεσε για τη βοηθήσουν, ρίχτηκαν όλες μαζί και ανάστησαν το χώμα με το τσαπί. Από το ένα σπιτικό στο άλλο, όλες μαζί η μια βοηθούσε την άλλη νοικοκυρά.
Ευλογημένα τα πολλά  χέρια,φέτος  θα πάνε όλα καλύτερα τις ψύχωνε η Ανθή.
 Ο Αιμίλιος στην Αθήνα γύρναγε στα μπακάλικα και ρωτούσε αν θελουν τυριά, έκανε κάποιες συμφωνίες και ξεκίνησε για τον Πειραιά μήπως βρει και εκεί κάτι. Τα μαγαζιά εκεί είχαν πάντα δουλειά λόγο του λιμανιού, ίσως και κάνα καράβι του ζήταγε κάνα δυο βαρέλια τυρί. Γύρναγε στην προβλήτα και ρωτούσε,  μέχρι που έφτασε μπροστά σε ένα Αμερικάνικο φορτηγό που ετοιμάζονταν να σαλπάρει. Είχαν ένα φορτηγό που το μπαινόβγαζαν μια μέσα, μια έξω, δε χωρούσε να κλείσει η μπουκαπόρτα του καραβιού.
Βρε σεις τους λέει, το έχετε μεγάλη ανάγκη αυτό; Όχι του απαντάει  ο ναύτης.
Καλά ρώτα τον καπετάνιο και έλα να μου πεις, του λέει ο Αιμίλιος.
Γυριζει ο ναύτης σε λίγο μαζί με τον καπετάνιο στην προβλήτα και πάνε στον Αιμίλιο.
Καπετάνιε βλέπω δε το χωράει ε;
Ναι προσπαθούν από ώρα, αλλά είμαστε γεμάτοι του απαντάει. Ωραία εχω να σου κάνω μια πρόταση, αν σε πληρώσω μου το δίνεις; Πόσα; τον κοιτάει πονηρά ο καπετάνιος, ένα βαρέλι τυρί πρώτης τάξεως,  και τρεις χρυσές Αγγλίας.
Έγινε του απαντάει ο Αμερικάνος γελαστός. Άμα μας αρέσει το τυρί που θα σε βρω;
θα ξανάρθετε; τον ρωτάει ο γιατρός;
Ναι βέβαια, φέρνουμε κάθε δυο, τρεις μήνες βοήθεια, του λέει ο καπετάνιος.
Οκ κάπταιν, θα σου δώσω το τηλέφωνο της κλινική μου εδώ στην Αθήνα, σε δυο μήνες θα ειμαι και εγώ πάλι εδώ, αν και τώρα περνώ αρκετό χρόνο στην επαρχεία με την σύζυγο μου.
Θα σε περιμένω οπωσδήποτε,έδωσαν τα χέρια και προχώρησαν στο αυτοκίνητο του Αιμίλιου να πάρουν το τυρί.
Το τυρί  που τα βρίσκεις γιατρέ; τον ρωτάει ο καπετάνιος με περιέργεια, χαχαχα ειναι της πεθεράς μου καπετάνιε, ζει στη Θεσσαλία, εγώ και η γυναίκα μου απλά βοηθάμε λίγο την κατάσταση, μια γυναίκα δύσκολα τα φέρνει βόλτα μονάχη της στην Ελλάδα τούτη την εποχή. Για τις ανάγκες του κτήματος θέλω το φορτηγό.
Μάλιστα, θα έρθω και εκεί γιατρέ, να δω τον τόπο, να δω που παρασκευάζετε τα προϊόντα σας.
Νομίζω θα μείνετε ενθουσιασμένος καπετάνιε,ίσως να σας αρέσει πολύ ο τόπος αυτός.
Την επόμενη μέρα κατέβηκε στον Περαιά να πάρει το φορτηγό και να φύγει για τα Τρίκαλα.
Η Ανθή δε πίστευε ότι με τρεις  Εγγλέζικες λίρες και ένα βαρέλι τυρί, είχαν αποκτήσει ένα  ολοκαίνουριο αμερικάνικο φορτηγό!!
Άνθιζε ο τόπος από την καλοκαιριά που έρχονταν, άνθισε και εκεινη από ευτυχία.
Κανε παναγία μου να έχουμε καλό στάρι και μπόλικο γάλα και θα κάνω ότι μπορώ να τα ξανά αναστήσω όλα όπως παλιά,να γυρίσει ο Αναστάσης μια μέρα και να τα βρει όπως τα ήξερε προσευχόταν δυνατά.
Βγήκαν τα πρόβατα στα βοσκοτόπια όλο το καλοκαίρι και γέμισαν γάλα οι καρδάρες,έγινα τα στάχια, έδεσαν τα καλαμπόκια και το τριφύλλι ψήθηκε απ το ήλιο και γέμισαν οι αχυρώνες, άχυρο και τριφύλλι να έχουν τα ζωντανά τροφή για όλο το χειμώνα.
Το σχέδιο Μάρσαλ βοήθησε τη φτωχολογιά να φάει και να ντυθεί με τα Αμερικάνικα αποφόρια της βοήθειας. Ο ίδιος ο Μάρσαλ έκανε ότι μπορούσε για να ανασυγκροτηθεί η χώρα,αν και πολλές ατασθαλίες και σκάνδαλα τον έκαναν να βλαστημάει την ώρα και τη στιγμή που πήρε την απόφαση για τη βοήθεια  προς στην Ελλάδα.  Έρχονταν αβέρτα τα λεφτά και τα διάφορα υλικά στο λιμάνι του Πειραιά, μέχρι ζώα και τροφές έφεραν για τους αγρότες, γαϊδούρια για να κουβαλάνε τις προμήθειες στα απόμερα χωριά που δεν είχαν δρόμους, το οδικό δίκτυο ήταν εντελώς κατεστραμμένο.Είχαν γίνει τεράστιες προσπάθειες για να ξανά σταθεί η χώρα στα ποδάρια της, μα οι Έλληνες δε εβλεπαν με καλό μάτι τους Αμερικάνους,καταβάθος τους μισούσαν, γιατί είχαν το πάνω χέρι σε όλα.
Ο απλός κοσμάκης πάλι, έτρεχε σαν έφθανε η βοήθεια να πάρει ένα πακέτο, μα και αυτά ακόμη έπεφταν στα χέρια των επιτήδειων, στα χωριά δε έλειψαν οι τσακωμοί με τους προύχοντες, πολύ ήταν οι πρόεδροι και οι παπάδες που άνοιγαν τα πακέτα, διάλεγαν τα καλύτερα και μετά έδιναν στη φτώχεια ότι απόμενε. Στην Αθήνα τα έβγαζαν στη μαύρη αγορά και έκαναν χρήμα χωρίς να χρειάζεται κεφάλαιο για τα προϊόντα που πούλαγαν.
Ήμασταν η χώρα που οι επιτήδειοι ρήμαζαν κάθε συνεισφορά της βοήθειας. Αγανακτισμένοι οι Αμερικάνοι, προσπαθούσαν να βάλουν μια τάξη, βλέποντας την εξαθλίωση του λαού.
Προσπαθούσαν να τα αποκρύψουν όλα από το κογκρέσο, για να μην  γίνει διακοπή των κονδυλίων.
Έγιναν πολλά εκείνο τον καιρό, άλλα στέφθηκαν με επιτυχία και άλλα όχι, για την βασικότερη προσπάθεια όμως της εκβιομηχάνισης της χώρας έγιναν ελάχιστα. Η Ελλάδα απέκτησε ρεύμα ιδρύοντας τη ΔΕΗ, απέκτησε τηλεπικοινωνίες αποκτώντας τον ΟΤΕ, έγιναν φράγματα και δρόμοι.
Έστειλαν βαμβάκι οι Αμερικάνοι για να δουλέψουν οι βιομηχανίες βάμβακος και ένδυσης, όμως  οι μεγαλύτερες ποσότητες καταχράστηκαν και τα προϊόντα έφτασαν σε χέρια επιτηδείων και πάλι.
Ο Αιμίλιος έβλεπε την κατάσταση στα ταξίδια του και αγανακτούσε.
Το καλοκαίρι του 1950 έφτασε στο λιμάνι του Πειραιά το καράβι του  κάπταιν Πιτ Στόρμανν, που είχε δώσει το φορτηγό στον Αιμίλιο.
Τηλεφώνησε στην κλινική και βρήκε τον Αιμίλιο, του ζήτησε να συναντηθούν το απόγευμα.
Ο Αιμίλιος ήταν ενθουσιασμένος, είχε κάνει μια λίστα με θέματα που ήθελε να συζητήσει με τον Στόρμμαν.Έφτασε στο λιμάνι νωρίς το απόγευμα και τράβηξε κατά την προβλήτα που ήταν αγκυροβολημένο το φορτηγό.
Ο Στόρμμαν τον είδε από την γέφυρα και τον φώναξε να ανέβει στο καράβι.
Πρώτη φορά ανέβαινε σε στρατιωτικό φορτηγό ο Αιμίλιος.
Χαιρετήθηκαν θερμά και πέρασαν στη τραπεζαρία του καραβιού.
Αιμίλιε, εχω πει στον καμαρότο να μας φέρει καφέ.Καλό Αμερικάνικο καφέ!!!
Εβγαλε τα τσιγάρα του και πρόσφερε στον Αιμίλιο, μου επιτρέπεις να σου προσφέρω μερικά πακέτα από αυτά τα τσιγάρα φίλε μου;
Ομολογώ ότι θα τα λάβω με μεγάλη χαρά, η γυναίκα μου πριν τον πόλεμο λάτρευε το τσιγάρο, όμως ο πόλεμος μας το έχει στερήσει, δε έχουμε πλέον αυτή την πολυτέλεια κάπταιν.
Ξέρετε, της μίλησα για την γνωριμία μας και θα ήθελε πολύ να σας γνωρίσει, όμως το κτήμα έχει πολύ δουλειά αυτό τον καιρό, δε ειναι εύκολο να λείπουμε και οι δυο.
Σε αυτό το κτήμα  έχει μεγαλώσει η γυναίκα μου, δεν μας ανήκει, ειναι ενός καλού φίλου που βρίσκεται στην εξορία.
 Στη εξορία; άκουσα καλά; ήταν κουμουνιστής; ρώτησε ο καπετάνιος
Όχι, αγωνιστής ήταν κάπταιν, έχει μεγάλη διαφορά αυτό ξέρετε φαντάζομαι! Έχει χαρίσει τεράστια ποσά για τον αγώνα στην απελευθέρωση και στους χωριανούς του, έδωσε ότι είχε και τώρα τον έστειλαν διακοπές. Γέλασαν πικρά και οι δυο.
Οι οικογένεια Βεργά έχει ιστορία αγαπητέ κάπταιν, έχει δώσει πολλά στην χώρα μας  και  στον τόπο τους .Του είπε όλη την ιστορία της οικογένειας πίνοντας τον καφέ που τους έφερε ο καμαρότος και έφτασαν στο θέμα του τυροκομείου και του εργοστασίου ζυμαρικών.
Ο καπετάνιος έδειξε μεγαλο ενδιαφέρων και υποσχέθηκε να μιλήσει ο ίδιος προσωπικά στον Αμερικανό πρέσβη και στον υπεύθυνο διαχείρισης δανείων στην Αθήνα.
Θα εισηγηθώ κατ ιδίαν στον υπεύθυνο αγαπητέ Αιμίλιε, σου δίνω το λόγο μου, αυτό ειναι πολύ ενδιαφέρον, μπορεί να φέρει ανάπτυξη στην επαρχεία, μπορούμε να αγοράζουμε και προϊόντα για το στρατό, για τα καράβια μας όταν φτάνουμε στον Πειραιά. Το φορτηγό το έχεις φυσικά, τον ρώτησε χαμογελαστός. Ναι κάπταιν το εχω, δεν το πήρα για να το πουλήσω,ούτε σκέφτηκα ποτέ να το χρησιμοποιήσω για προσωπικούς λόγους. Το κτήμα το είχε μεγάλη ανάγκη, ετσι εξυπηρετούμε τις μεταφορές των προϊόντων από χωριό, σε χωριό και κατόπιν στην πόλη. Εγώ τα μεταφέρω, με άλλους δυο άντρες εδώ στην Αθήνα. Φέραμε δυο φορές στα μπακάλικα της πρωτεύουσας τυριά και ζυμαρικά από το κτήμα. Πληρώνω όσο μπορώ τους ανθρώπους που συνεργάζονται μαζί μας. Φέτος αν όλα πάνε καλά θα αγοράσω και στάρι για τις ανάγκες του εργοστάσιου, χρειαζόμαστε αλεύρι καλής ποιότητας.
Για αλεύρι θα σε ενημερώσω εγω, ίσως ακόμη να μπορέσω να σου φέρω δικό μας στο επόμενο φορτίο, μέρος της βοήθειας, πιστεύω ότι θα πιάσει τόπο φίλε, του είπε ο καπετάνιος.
Ο Αιμίλιος αναχώρησε ευχαριστημένος από την συνάντηση με τον Στόρμμαν
Την επόμενη συναντήθηκαν στην Αθήνα και τράβηξαν μαζί για το υπουργείο να συναντήσουν τον υπεύθυνο διαχείρισης κεφαλαίων της Αμερικάνικης βοήθειας.
Ενθουσιασμένος από τη συνομιλία ο Αμερικάνος, υποσχέθηκε βοήθεια υλική και χρηματική. Επιτέλους να ακούσω για μια συλλογική εργασία, για κάτι θετικό σε αυτό τον τόπο, συνήθως γνωρίζω ανθρώπους που θελουν να καταπιούν με κάθε τρόπο την βοήθεια, είσαστε ένας δύσκολος λαός αγαπητέ γιατρέ. Τι θα λέγατε να δούμε και την κλινική σας μια μέρα, να δούμε τις ανάγκες σας, ίσως να μπορουμε να φέρουμε κάτι για σας από τη χώρα μου, για την καλύτερη λειτουργία της κλινικής. Ίσως οι Αμερικάνοι που βρίσκονταν εδώ, να έχουν ανάγκη έναν καλό γιατρό!!
Αυτό θα ήταν υπέροχο κύριε, απάντησε ο Αιμίλιος με χαμόγελο, δε θέλω όμως να πιστέψετε πως ήρθα εδώ για προσωπικούς λόγους. Το χωριό της συζύγου μου,  έχει μεγαλύτερη ανάγκη και θα ειμαι ευγνώμων αν φροντίσετε για αυτό. Όσο για την κλινική, εγώ και οι συνεργάτες μου θα χαρούμε να προσφέρουμε τις υπηρεσίες μας ως γιατροί σε κάθε ασθενή, από όπου και αν προέρχονται.Αν και οφείλω να ομολογήσω ότι έχουμε δεχθεί μεγάλες φθορές με τον εμφύλιο και μας λείπουν ακόμη και τα βασικά.
Για τα βασικά θα φροντίσω εγώ ο ίδιος, απάντησε ο κάπταιν Στόρμμαν, αναχωρώντας με το καράβι μου, θα στείλω τηλεγράφημα να λάβουμε στο επόμενο λιμάνι, φαρμακευτική βοήθεια, ότι εχω στο καράβι μπορώ να σας το αφήσω, φυσικά με την άδεια του δικού μας γιατρού. Να πάρετε τα απολύτως απαραίτητα τουλάχιστον για το χωριό.
Ο Αιμίλιος ήταν πανευτυχής, κύριοι δεν εχω λόγια να σας ευχαριστήσω, θα χαρώ να σας φιλοξενήσω στο χωριό, να δείτε από κοντά όσα σας εχω περιγράψει, ειναι ένα δύσκολο ταξίδι, όμως θα βεβαιωθείτε για όσα σας είπα.
Αιμίλιε, εγώ εχω είδη αποφασίσει να έρθω, το καράβι θα μείνει τρεις εβδομάδες εδώ,δε ειμαι απαραίτητος αυτό τον καιρό, όσο το καράβι ειναι αραγμένο. Αν είσαι έτοιμος τις επόμενες μέρες μπορούμε να φύγουμε.
Ο Αμερικάνος παρατηρητής του υπουργείου κούνησε το κεφάλι, αυτό το ταξίδι το θέλω και εγώ, η Αθήνα με έχει κουράσει, εχω ανάγκη να δω ένα τόπο που παράγουν κάτι, ανθρώπους με όρεξη για εργασία.
Ωραία λοιπόν είπε ο Αιμίλιος, αν και το αρχοντικό δεν ειναι όπως παλιά, δεν έχει πολυτέλεια, όμως η σύζυγός μου και η μητέρα της θα σας περιποιηθούν με χαρά.
Το ταξίδι έγινε στα μέσα Ιουλίου,το φορτηγό με τον Αιμίλιο και ένα στρατιωτικό τζιπ έφθασαν στη Τσιάρα αργά το απόγευμα, την ώρα που έπαιρνε να δύσει ο ήλιος, μετά από δώδεκα ώρες ταλαιπωρίας στους κατεστραμμένους δρόμους της επαρχίας.
Η Κωστάντου στη ρούγα πότιζε τα βασιλικά της, η Ανθή σκούπιζε τον πέτρινο αυλόγυρο.
Άκουσε το φορτηγό και πήγε να ανοίξει τις αμπάρες να μπει μέσα το φορτηγό. Έκπληκτη είδε ότι έχουν επισκέπτες.
Καλωσορίσατε, είπε χαμογελαστή χωρίς φυσικά να ξέρει ότι οι επισκέπτες δε ήταν Έλληνες.
Ο Αιμίλιος την αγκάλιασε στοργικά και της ψιθύρισε, μωρό μου Αμερικάνικοι!!
Η Ανθή ήταν γυναίκα που είχε τσαγανό, δε έμοιαζε βέβαια πια και τόσο με τη μοιραία γυναίκα  που ήταν καποτε, ήταν απλοϊκά ντυμένη με ένα φόρεμα μακρύ ανασκουμπωμένο και φορούσε μια μαντίλα στα μαλλιά της. Καλωσορίσατε κύριοι ελάτε, δεν σας περιμέναμε, η επικοινωνία με το σύζυγό μου ειναι αδύνατη όταν ειναι εκτός Τρικάλων.Τους περασε στη σάλα του αρχοντικού που ήταν δροσερή και τους έφερε κρύο νερό.
Η Κωστάντου πήγε στο μαγειρικό να πλύνει τα χέρια της, φόρεσε καθαρή ποδιά και ήρθε στη σάλα. Καλός το γαμπρό μου είπε χαρούμενη.Το αγκάλιασε με αγάπη, τι  ειναι τούτοι οι ξανθόψειρες γιε μου; Γέλασε ο Αιμίλιος, τους έφερα να δουν το κτήμα μητέρα, είναι Αμερικάνοι θελουν να μας βοηθήσουν. Ότι και να ειναι θα τους φιλέψουμε  γιε μου, τους έδωσε το χέρι η γρια οικονόμος και τους καλωσόρισε με χαμόγελο.
Η Ανθή έφερε γλυκό του κουταλιού πάνω σε δροσερό γιαούρτι. Δροσιστείτε μια σταλιά, ξεκουραστείτε και μετά νομίζω έχετε ανάγκη από ένα καλό μπάνιο, είπε χαμογελώντας.
Ε αυτό το έχουμε όλοι ανάγκη Ανθή, είπε ο γιατρός μεταφράζοντας στους επισκέπτες.
Αν και δε περίμεναν ότι θα υπήρχε μπάνιο στο σπιτι,  οι Αμερικάνοι ενθουσιάστηκαν με το βαρέλι.
Η Ανθή και η Κωστάντου έβραζαν νερό και ετοίμαζαν το μπάνιο για όλους τους άντρες και μέχρι να ετοιμαστούν εκείνοι, ετοιμάστηκε το φαγητό για το βραδινό τραπέζι.
Η Ανθή είχε φωνάξει  δυο κοπέλες απ το χωριό να έρθουν για βοήθεια, όσο πλένονταν οι άντρες, τη βοήθησαν να ετοιμάσει πίτες με χόρτα και τυρί, έσφαξαν δυο κοτόπουλα και τα έβαλαν στη γάστρα με πατάτες, πήρε γιαούρτι και έκανε τζατζίκι, αρωματίζοντας το με άνηθο και ελαιόλαδο. Εβγαλε λαρδί και το σέρβιρε πάνω σε καψαλισμένες φέτες ψωμιού με λίπα.Γέμισε τον μαστραπά κρασί κοκκινέλι από το αμπέλι τους ,έβαλε μέσα στην κοπάνα του αρτεσιανού ένα καρπούζι να παγώσει για να το προσφέρει στο τέλος. Έβαλαν το φαγητό σε πιατέλες και το πήγαν στο τραπέζι.
Οι άντρες καθαροί και ξεκούραστοι κατέβηκαν στη σάλα να φάνε.
Οι γυναίκες άφαντες!!
Ο Αιμίλιος τους παρακάλεσε να καθίσουν στο τραπέζι και τους πρόσφερε το κρασί του αρχοντικού.
Καλώς ήρθατε στο χωριό κύριοι, τους είπε χαμογελώντας.
Ο καπετάνιος ρώτησε που ειναι οι γυναίκες. Ξέρετε στον τόπο μας συνηθίζεται οι γυναίκες όταν έχουμε ξένους να μένουν μακριά από το τραπέζι, ειναι μια συνήθεια που μας άφησαν οι Τούρκοι από τον καιρό της σκλαβιάς.
Οι δυο Αμερικάνοι έμειναν άφωνοι,δηλαδή δε τρώνε; Ο Αιμίλιος γέλασε δυνατά, πως βέβαια τρώνε στην κουζίνα, μακριά από τα βλέμματα των αντρών.
Η πεθερά μου έχει συνηθίσει αυτή την κατάσταση, μένει στο τραπέζι μόνο όταν ειναι τα μέλη της οικογένειάς μας.Όλες οι γυναίκες του κάμπου περιποιούνται τους άντρες και μετά αποχωρούν.
Αύριο με το καλό θα πάμε μέχρι το εργοστάσιο και στο τυροκομείο μας.
Οι Αμερικάνοι έμειναν πολύ ευχαριστημένοι από το δείπνο. Αλλά δυσαρεστήθηκαν που έλειπαν από το τραπέζι οι γυναίκες.
Η μέρα ξημέρωσε και το χωριό γέμισε κόσμο στους δρόμους και στα χωράφια, τα παιδιά κακοντυμένα, ξυπόλητα, έπαιζαν στους μαχαλάδες και στην περιφέρεια του χωριού, άλλα παιδιά μάζευαν σε τσουβάλια τα κόπρανα των αλόγων! Αυτό έκανε μεγάλη εντύπωση στους Αμερικάνους, μα τι κάνουν αυτά τα παιδιά Αιμίλιε;
 Χαχαχα τα μαζεύουν για να χρησιμοποιηθούν ως προσάναμμα στη φωτιά!!
Γυναίκες ζαλωμένες με μεγάλα φορτία στην πλάτη, έφερνα ξύλα απ το ποτάμι. Οι δυο Αμερικάνοι κοιτουσαν με θαυμασμό και έκπληξη τα όσα εβλεπαν.
Έφτασαν στο τυροκομείο.Ο τόπος μύριζε τυρόγαλο και ξινίλα, τα βαρέλια στη σειρά περίμεναν τον αγοραστή τους. Η Ανθή άνοιξε ένα από τα βαρέλια, κύριοι εδώ εχω το καλύτερο τυρί της περιοχής, πιπεράτο, βουτυράτο και γεμάτο άρωμα. Γίνεται από τα πρόβατα που βοσκούν στον κάμπο μας. Μερικά βαρέλια έχουν και ανάμικτο τυρί από γάλα προβάτων και γίδας.
Επίσης έχουμε υπέροχη μυτζήθρα!Και το σπουδαιότερο όλων μας των προϊόντων το σκληρό τυράκι μας, κεφαλογραβιέρα, ότι πρεπει για το στρατό σας, τα καράβια σας. Διατηρείτε για μεγαλο χρονικό διάστημα σε δροσερό μέρος. Μίλαγε με ενθουσιασμό η Ανθή, κοιτάζοντας τους κατάματα ενώ ο άντρας της μετέφραζε.
Το γάλα αγελάδας ειναι λιγοστό με αυτό κανουμε μόνο λίγα ζυμαρικά και βούτυρο.Θα δείτε σε λίγο το μικρο μας εργαστήριο.
Βγήκαν από το τυροκομείο και περπάτησαν καμιά 500 μέτρα στο άλλο κτίριο. Τα κορίτσια του χωριού περιποιημένα με άσπρες ποδιές ως τον αστράγαλο, δούλευαν μέσα στο εργαστήριο ανοίγοντας φύλλα και οι ιταλικοί ζυμωτήρες βογκούσαν ζυμώνοντας το μείγμα .
Τα ξηραντήρια έβγαζαν θερμότητα και η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική , εξήγησαν στους Αμερικάνους ότι σε κανονικές συνθήκες το εργαστήρι ανοίγει από το φθινόπωρο ως την άνοιξη και ότι σήμερα λόγο της επίσκεψης είχαν κάνει μια εξαίρεση. Οι γυναίκες το καλοκαίρι πρεπει να βρίσκονται στα χωράφια ή στο αλώνι για το αλώνισμα του σταριού.
Αργότερα τους πήγαν στα αλώνια,με αρχέγονα μέσα οι Έλληνες αλώνιζαν, έχοντας ένα άλογο ζεμένο με το αδοκάνι  να βγει το καρπολόι , μπροστά το άλογο πίσω το αδοκάνι με τα σιδερένια δόντια, καβάλα συνήθως μια γυναίκα που ανέβαινε να προσθέσει βάρος για να μπορέσει να πατηθεί το άχυρο να βγει ο καρπός του σταριού, πολλές γυναίκες έβαζαν και τα μωρά τους πάνω,  μην έχοντας που να τα αφήσουν, τα βρέφη από το συνεχόμενο γύρισμα, ζαλίζονταν και κοιμόταν ενώ ο ήλιος τα πύρωνε χωρίς έλεος. Σαν τελείωνε το δοκάνισμα και το καρπολόι αχνοφαίνονταν, έπαιρναν το λαμνί (άχυρο ψηλό) με το φκούλι και το πέταγαν έξω απ το αλώνι σε στοίβες, ύστερα έπαιρναν το δρυμώνι ένα μεγαλο κόσκινο και άρχιζαν το λίκνισμα του σταριού, αν είχε αέρα ήταν τυχεροί, γινόταν ποιο εύκολα η εργασία τους.
Στοίβαζαν τον καρπό και με το κουβέλι μέτραγαν τις οκάδες του σταριού, ύστερα το έβαζαν στα τσουβάλια και οι γυναίκες τα έραβαν με  σακοράφα και8  χοντρό σχοινί.
Τα εβλεπαν οι Αμερικάνοι που ήταν από μια κοινωνία βιομηχανικοί, με πολίτες που απολάμβαναν κόκα κόλα, είχαν στα σπιτια τους τηλεοράσεις,ηλεκτρικούς φούρνους και ξεκουραζόταν σε βελούδινους καναπέδες και  έμειναν με το στόμα ανοιχτό. Η φτώχεια και τα αρχέγονα μέσα με τα οποία εργαζόταν οι χωρικοί, τους  έκαναν να θελουν να αγωνιστούν για την καλυτέρευση των συνθηκών διαβιώσεις αυτού του λαού, που είχε πολεμήσει, είχε αντισταθεί στη Γερμανική πολεμική μηχανή και είχε βγει νικητής, μα ρακένδυτος και πάμφτωχος.
Έφυγαν για την Αθήνα και είπαν στον Αιμίλιο ότι σύντομα θα κάνουν ότι μπορούν καλύτερο για το χωριό και τη γύρω περιοχή.
Στις αρχές φθινοπώρου ο Αιμίλιος βρισκόταν πάλι στην κλινική του στην Αθήνα, είχε αρκετούς ασθενείς της Αμερικανικής πρεσβείας και στρατιωτικούς που επιτηρούσαν τις εργασίες των έργων. Ο Αιμίλιος είχε λάβει μεγάλη βοήθεια και εξοπλισμό που του είχε στείλει ο ίδιος ο κάπταιν Στόρμμαν από συνεισφορές Αμερικανών γιατρών.
Το χειρουργείο είχε εξοπλιστεί με ότι καλύτερο είχε η επιστήμη, είχαν γεμίσει τα ράφια του φαρμακείου της κλινικής του, όλα έδειχναν ότι θα πάνε καλύτερα για το γιατρό.
Στην κλινική ήρθε ο καπετάν Στόρμμαν μαζί με τον διοικητή του υπουργείου διαχειρίσεις και του ανήγγειλαν κάτι πολύ χαρμόσυνο. Ένα τρακτέρ και μια αλωνιστική μηχανή θα έφθαναν σε λίγες μέρες στο χωρίο, με την προϋπόθεση ότι θα πρόσφεραν βοήθεια οι χωρικοί και στα γύρω χωριά διότι δε μπορούσαν να στείλουν μεγαλο αριθμό οχημάτων για όλα τα χωριά. Ο Αιμίλιος βέβαια ήταν απόλυτα σύμφωνος, αυτή ήταν και η επιθυμία του, να κάνει ένα μεγαλο αγροτικό συνεταιρισμό, ετσι όπως τον είχε ονειρευτεί η Μαρουσιάννα και ο γιος της, βοηθώντας τους αγρότες να προκόψουν και να έχουν μια συλλογική παραγωγή.
Μα είχε και μια τελευταία επιθυμία ο Αιμίλιος και δε δίστασε να την πει στο κάπταιν Στόρμαν.
Καλέ μου φίλε θέλω να σου ζητησω ακόμη μια χάρη,  αν έχετε κάποιο τρόπο να μεσολαβήσετε για την απελευθέρωση του κυρίου Βεργά,η απουσία του ειναι ο  μεγάλος καημός της πεθεράς μου. Εδώ και ένα χρόνο δε έχει λάβει ούτε ένα γραμμα του και πολύ φοβόμαστε ότι η υγεία του δε ειναι καλή.
Εγώ δε τολμώ να ζητησω τίποτα από τους γνωστούς Αμερικανούς ασθενείς μου, που ίσως κιόλας να ήταν πρόθυμοι να βοηθήσουν αλλά η θέση μου ειναι πολύ λεπτή, καταλαβαίνεται νομίζω είπε θλιμμένος.
Ο κύριος Βεργάς ειναι ο ιδιοκτήτης του κτήματος ε; ρώτησε ο κάπταιν Στόρμαν.
Ναι, σας εχω μιλήσει για εκείνον και τη μητέρα του, εκεινη απουσιάζει, μας έχει γράψει αρκετές φορές και ρωτάει για το παιδί της, δε της έχουμε αναφέρει τίποτα για το θέμα της εξορίας του.
 Η σύζυγός μου ήταν πιστή φίλη της, της γράφει πάντα άλλα αποφεύγει το θέμα, δε θέλει να την αναστατώσει. Η κυρία Βεργά έχει δημιουργήσει στην Αλεξάνδρεια οικογένεια, λείπει από το 1932.
Αλλά ο Αναστάσης Βεργάς για τη γυναίκα μου ειναι ο αδελφός που δε απέκτησε και για την πεθερά μου ο γιος που ποτέ δε θα ήθελε να χάσει. Σας παρακαλώ θερμά, αν μπορείτε κάντε κάτι.
Ίσως αν εισηγηθείτε προσωπικά, να γίνει μια παράβλεψη, να τον αφήσουν ελεύθερο, πραγματικά δε πιστεύω ότι ο Αναστάσης είχε κομμουνιστικά φρονήματα και φυσικά δεν ήταν προδότης της πατρίδας του.
Θα δω αγαπητέ τι μπορώ να κάνω, ίσως βρω ένα τρόπο, οι Έλληνες δυσανασχετούν πολύ όταν επεμβαίνουμε στα ευαίσθητα θέματα των εσωτερικών τους υποθέσεων. Και η δίκη μας θέση εδώ ειναι δύσκολη, όλοι μας βλέπουν με υποψία, εκτός του βασανισμένου λάου που ζητάει βοήθεια, ειλικρινά σας μιλώ, όταν ήρθα στο κτήμα των Τρικάλων η φτώχεια με συνέτριψε, δεν είχα δει ποτέ κάτι παρόμοιο. Ελπίζω να βοήθησα έστω και ελάχιστα στην καλυτέρευση των συνθηκών διαβιώσεις.Στο επόμενο ταξίδι θα φέρω υφάσματα και ρουχισμό που έχει μαζέψει η γυναίκα μου και οι φίλες της . Είδαν τις φωτογραφίες που είχα τραβήξει εκείνες τις μέρες στο χωριό και ένιωσαν την ανάγκη να κάνουν κάτι για τις γυναίκες του χωριού. Επειδή είδαν ότι οι περισσότερες γυναίκες φορούσαν κουρέλια, ετοίμασαν μερικά ρούχα, αγόρασαν και υφάσματα να μπορέσουν να ράψουν ότι θελουν εκείνες.Μαζί θα φέρω και μια ραπτική μηχανή.
Κάνετε θαύματα εσείς οι Αμερικάνοι όταν θέλετε, είπε χαμογελώντας ο Αιμίλιος.
Αγαπητέ Αιμίλιε, μακάρι να μας άφηναν να κάναμε όσα πραγματικά θέλαμε εδώ!!
Η γραφειοκρατία σας, οι πελατειακές σχέσεις που έχουν αναπτύξει οι πολιτικοί της χώρας, δυσχεραίνουν πολύ το έργο μας.
Ο Αιμίλιος τον ευχαρίστησε και έκλεισαν ραντεβού για την ερχόμενη άνοιξη, σε μερικούς μηνες,  η Τσιάρα θα είχε ένα τρακτέρ και κάθε σπιτι μια αγελάδα για το καθημερινό γάλα, οι γυναίκες θα είχαν στη διάθεσή τους από ένα γαϊδουράκι για να μεταφέρουν τα φορτία τους, γιατί ο κάπταιν Στόρμαν δε μπορούσε να ξεχάσει με τίποτα την εικόνα με τις ζαλωμένες γυναίκες, με φορτία ξύλων.
Ο χειμώνας ήταν πραγματικά δύσκολος εκεινη τη χρονιά του 50/51, το κρύο ήταν τσουχτερό και ο Αιμίλιος ήταν πολύ απασχολημένος με την κλινική, ανέβηκε στο χωριό μόνο για τα Χριστούγεννα για να ειναι κοντά στη γυναίκα του και την πεθερά του.
Η Ανθή δε άφηνε πλέον τη μητέρα της μόνη στο χωριό, την έβλεπε αδύναμη ακόμη και στις καθημερινές δραστηρίοτητες.Έβγαινε ελάχιστα απ το αρχοντικό, μόνο για να φέρει λίγα ξύλα για το τζάκι και τη σόμπα της κρεβατοκάμαρας.Το χωριό σκεπασμένο με χιόνι, οι δρόμοι άδειοι, μόνο στο καφενείο του χωριού υπήρχε ρεύμα και τηλέφωνο. Εκει μαζευόταν οι άντρες, κουβέντιαζαν γύρω απ τη σόμπα, έπιναν τσίπουρο για να ζεσταθούν ,άκουγαν το δάσκαλο που διάβαζε την εφημερίδα δυνατά για να ακούνε όλοι.Σε μια γωνιά πήγαινε ο κουρέας του χωριού και τους κούρευε έναν έναν τις σχόλες, κουρείο δε υπήρχε, όταν ο καιρός ήταν καλός ο γερο Λάζαρος κούρευε από σπιτι σε σπιτι έξω στις αυλές και μετά πήγαινε με το κασελάκι του και στο καφενείο μπας και βρει κάνα πελάτη.
Μα το χειμώνα του παραχωρούσε ο καφετζής μια γωνιά να κουρεύει μέσα στη ζεστασιά, τον αγαπούσαν όλοι το γερο, τον κέρναγαν κάνα λουκούμι και καφέ και εκείνος τους έλεγε ιστορίες από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο.Τους έδινε κουράγιο με τα λόγια του ο γέροντας. Εκείνο το βράδυ παραμονές Χριστουγέννων έφτασε στο χωριό ο Αιμίλιος, το καφενείο ήταν ακόμη ανοιχτό και οι άντρες όλοι μαζωμένοι  γύρω από τη σόμπα.
Άραξε το αυτοκίνητό του στην άκρη του δρόμου και μπήκε μέσα στον καφενέ.
Σηκωθήκαν όλοι όρθιοι, καλός το λεβέντη, έλα γιατρέ έλα κάτσε.
Ένα τσίπουρο θα το πιω μαζί σας πατριώτες είπε ο Αιμίλιος, εχω καλά νέα να σας πω,αύριο θα έρθετε  όλοι απ το αρχοντικό από νωρίς το πρωί, εχω φέρει κάτι για όλες τις οικογένειες,μα τα καλά νέα θα σας τα πω τώρα.
Οι Αμερικάνοι μας συμπάθησαν βρε, θα μας έρθουν ξανά την άνοιξη και δε θα έρθουν για βίζιτα,να μας φέρουν τρακτέρ  και γελάδια και γαϊδούρια για κάθε οικογένεια!!!
Είπαν πως αν μπορέσουν θα μας φέρουν και μια μηχανή για το αλώνισμα του σταριού.Τότε θα σπείρουμε περισσότερο στάρι,να έχουμε καλή σοδειά με το καλό πατριώτες,εγώ του λόγου μου, δε εχω χωραφια και δε ξέρω από αυτά, μα για εσάς, κάλο ειναι τούτο.Βέβαια τα μηχανήματα θα τα δώσουν στο αρχοντικό, μα σαν έρθει ο Αναστάσης ή η κυρα, θα δούμε ποιο σοβαρά το θέμα για να κανουμε συνεταιρισμό. Εγώ στο πλευρό σας για ότι με θελήσετε.
Οι άντρες χάρηκαν, ευχήθηκαν να έρθουν όλα δεξιά, μα αν δε εβλεπαν δεν πίστευαν, είχαν επιφυλάξεις, ετσι ειναι η φτιαξιά των Καραγκούνηδων ήσαν δύσπιστοι.Όσο για αυτά που είπε ο γιατρός για τον Αναστάση, κανείς δε είπε τίποτα, θες από φόβο, θες από κακία, μιλιά δεν βγάλανε.Ίσως να πίστευαν πως αν ερχόταν στο χωριό ξανά, να τους γύρευε λεφτά για όσα έδωσε τον καιρό του πολέμου σε όλους,ή να πίστευαν ότι αν γυρίσει οι χωροφύλακες θα έρχονται συχνά στο χωριό. Ήθελαν ειρήνη, ησυχία, ήθελαν να ξεχαστούν πια οι έχθρες αριστερών και δεξιών.
Ο γιατρός πήγε στο αρχοντικό,η Ανθή πετάχτηκε έξω με τη ρόμπα και το σάλι στους ώμους.
Αιμίλιε, επιτέλους, είχα απελπιστεί πια, πίστευα ότι θα έρθουν οι γιορτές και θα είμαστε ολομόναχες.
Πήγαν στη σάλα δίπλα στο τζάκι,έκατσε στα πόδια του και τον κοίταζε με λαχτάρα, μου έλειψες, Αιμίλιε, ήμουνα τόσο μόνη.
Σε καλό  σου κυρα μου, ποτέ δε έκανες ετσι, τι συνέβη αυτή τη φορά;
Αιμίλιε η μάνα παραγέρασε, κλείνεται στην κάμαρη όλη μέρα, βγαίνει μόνο για να φάει και να πάρει λίγα ξύλα για τη σόμπα, εγώ μέχρι το μεσημέρι όλο και κάτι εχω να κάνω, λίγο φαγητό, λίγο το σπιτι.
Τα ζωντανό έρχεται ο κυρ Ζήσης και τα φροντίζει, μου λείπει η Αθήνα το σπιτι μας, τα μαγαζιά,οι βόλτες μας, όλα και εσύ. Δεν θέλω να είσαι μακριά μου, θέλω να σε φροντίζω να σε εχω κάθε βράδυ πλάι μου Αιμίλιε.
Η νύχτα ήταν παγωμένη, μα κανείς τους δε ένοιωσε το κρύο, το ζευγάρι ενώθηκε όπως τα πρώτα χρόνια της αγάπης τους, με πάθος και αγάπη.Η Ανθή ήταν πια σαράντα πέντε ετών και ο Αιμίλιος πενήντα, μα ο πόθος και η αγάπη δε μετρούν ηλικίες.
Το πρωί πριν καν πιουν καφέ ο Αιμίλιος της είπε τα νέα, της ζήτησε να ετοιμάσει αν ειναι δυνατόν για όλους λίγο τσάι και εκείνος πήγε στη σάλα να ανάψει το τζάκι.
Έφερε ξύλα και ετοίμασε τη φωτιά.Έφερε από το αυτοκίνητο ένα μεγαλο πακέτο και το έβαλε στο τραπέζι.
Τι ειναι αυτό; τον ρώτησε η γυναίκα του, αυτό γλυκιά μου ειναι από την Αμερικάνικη βοήθεια, μου το έστειλαν στην κλινική, ειδικά σταλμένο για το χωριό.Ξέρεις τι έχει μέσα; τον ρώτησε η Ανθή.
Ναι βέβαια το εχω ανοίξει στην Αθήνα, έχει για όλες τις γυναίκες εσώρουχα και κάλτσες, όλα από αγνό αμερικάνικο βαμβάκι, και για τα παιδιά σοκολάτες και κάλτσες ζεστές, ολόμαλλες, απαλές.
Μου έστειλαν επίσης και δυο τόπια μάλλινο ύφασμα, ένα τόπι καρό και ένα τόπι κόκκινη τσόχα.Αν βιαστείτε θα έχετε όλες από μια όμορφη φούστα για την πρωτοχρονιά.Πάω να τα φέρω γιατί το αμάξι ειναι φίσκα μέχρι επάνω φορτωμένο.Εκτός από τα δυο τόπια υφάσματος, υπήρχαν ολοκαίνουρια λευκά πουκάμισα για άντρες, πάνινα παπούτσια για τα παιδιά,κασκόλ από απαλό μαλλί,ακόμη και μπερέδες. Μια τεράστια κούτα με με πολύχρωμα κουβάρια μάλλινης κλωστής για πλέξιμο, βελόνες, κουμπιά, φερμουάρ και κλωστές ραψίματος.
Οι χωριανοί ήρθαν στο αρχοντικό,όλοι έπαιρναν τα ίδια πράγματα, κάλτσες, σοκολάτες ,ένα πουκάμισο, ένα ζευγάρι παπούτσια για τα παιδιά τους ,δυο μέτρα κόκκινη τσόχα,ή δυο μέτρα καρό.
Οι γυναίκες κατά χάρηκαν με τα λευκά βαμβακερά εσώρουχα,αλλά με τις κάλτσες, είχαν ένα θεματάκι, τέτοιες κάλτσες ψηλές οι χωρικές δε φορούσαν, λίγες καταδεχόταν να τις πάρουν,ντρεπόταν να φορέσουν κάτι τόσο ψηλό και διάφανο!!!
Έμειναν στην Ανθή δεκάδες ζευγάρια από Αμερικάνικες διάφανες κάλτσες, εκεινη τις φορούσε με μεγάλη χαρά, τις είχαν λείψει πολύ, ήταν μια πολυτέλεια που δε ήθελε να στερείται τόσα χρόνια και τώρα είχε δεκάδες!!!
Η γρια Κωστάντου ευχόταν σε όλους καλά Χριστούγεννα και ένοιωθε περήφανη για τον γαμπρό της.
Τα παιδάκια έλεγαν τα κάλαντα και η γρια τους κέρναγε γλυκό κεράσι, κάθε παιδί ένα κουταλάκι, από το βάζο που είχε στο δίσκο, έπιναν και ένα τσάι και έφευγαν για το σπιτι.

Την πρωτοχρονιά η εκκλησιά του Άι Γιώργη γέμισε με κόσμο, οι γυναίκες ήρθαν με τα καλά τους ρούχα,είχαν ραφτεί όλες με τα κόκκινα και τα καρό υφάσματα.Οι νέες λιγνές και λυγερές, είχαν ράψει φορέματα αμάνικα, γιατί το ύφασμα ήταν λιγοστό, φόρεσαν από μέσα τα παραδοσιακά τους λευκά πουκάμισα και από πάνω τα καινούρια τους φουστάνια,άλλες τα είχαν κάνει με πιέτες,άλλες ολόισια με σιρίτια από λίγο βελούδο που είχαν στα σεντούκια τους.Οι μεγαλύτερες είχαν κάμει φούστες και γιλέκα,οι άντρες είχαν καθαρά λευκά πουκάμισα και μπερέδες από τσόχα.
Τα παιδάκια είχαν επιτέλους παπούτσια, μες το καταχείμωνο φόρεσαν τα πάνινα παπούτσια με την πλαστική σόλα. Από ολότελα, καλά και τα πάνινα έλεγαν οι μάνες.
Η Ανθή είχε φτιάξει κάτι για όλες τις νέες γυναίκες, από ένα σάλι, να τις ζεσταίνει από το κρύο.
Σαν σχόλασε το παπάς τη λειτουργία, πήγε η Ανθή και στάθηκε στην πόρτα με το πανέρι γεμάτο διπλωμένα τα πλεκτά της.Καλή χρονιά, έλεγε σε κάθε κοπέλα και τους έδινε ένα σάλι, να με θυμάστε κορίτσια και του χρόνου με καινούρια ωραιότερα.
Οι κοπέλες την ευχαριστούσαν και τυλίγονταν με χαρά, γιατί το κρύο περώνιαζε μέχρι το κόκαλο και είχαν δρόμο μπροστά τους, μέχρι τα σπιτικά τους.
Έτσι ήσυχα πέρασαν οι γιορτές και ο Αιμίλιος έπρεπε να ξαναφύγει,η Ανθή δεν έλεγε να τον αφήσει να μπει στο αυτοκίνητο. Κανε κοριτσι μου λίγη υπομονή, σε λίγο καιρό, ίσως γυρίσει ο Αναστάσης και τότε θα έρθεις αμέσως στην Αθήνα σου το υπόσχομαι Ανθή.
Μακάρι να γυρίσει Αιμίλιε, μα τη μάνα; θα την αφήσω εδώ; θα θέλει εκεινη να έρθει στην Αθήνα;
Έχει ο θεός θα δούμε, κανε υπομονή, ούτε για μένα ειναι εύκολο Ανθή να ειμαι μόνος μου.Έχω ανάγκη τη φροντίδα σου, την συντροφιά σου.Φιλήθηκαν με αγάπη και τον ξεπροβόδισε...........







Τρίτη, 18 Φεβρουαρίου 2014

H ΚΥΡΑ ΤΟΥ ΚΑΜΠΟΥ - Πόλεμος 7

Στις 27 Οκτωβρίου του 1940 ο Γκράτσι, πρέσβης της Ιταλίας στην Αθήνα,παρέθετε δεξίωση σε πολιτικούς, διπλωμάτες, στρατιωτικούς αλλά και πολλούς κοσμικούς της Αθήνας. Η σαμπάνια έρεε άφθονη, τα Ιταλικά εδέσματα είχαν την τιμητική τους στο μπούφε του οικοδεσπότη. Οι φασιανοί είχαν ψηθεί σε σούβλες και είχαν διακοσμηθεί με τα φτερά τους στις πιατέλες, τα γουρουνόπουλα σερβιρίστηκαν με πατάτες πάνω σε τεράστιες γυάλινες πιατέλες μουράνο και οι αστακοί κρεμόταν σε ασημένιες εταζέρες πλαισιωμένες από ψητές γαρίδες. Οι μάγειροι είχαν φορέσει λιβρέες και έκοβαν τα κρέατα με τα κοφτερά μαχαίρια τους για να χορτάσουν τους λαίμαργους επισκέπτες. Όταν πια είχαν χορτάσει, οι νεαροί άρχισαν το χορό της εποχής*, ενώ οι μεγαλύτεροι έκαναν πηγαδάκια και συζητούσαν για τα γεγονότα στα Βαλκάνια. Κανείς δε ήξερε ότι το τηλεγράφημα που στέλνονταν τμηματικά για να αποκρυπτογραφηθεί μέσα στο γραφείο του πρέσβη, είχε θέμα τον πόλεμο που ερχόταν μεταξύ Ιταλίας και Ελλάδας. Όταν έφυγαν οι καλεσμένοι του, ο Γκράτσι αναρωτήθηκε τη σκατά θα έλεγε στον Μεταξά όταν έφτανε σπιτι του, πήρε το τηλεγράφημα και ζήτησε από τον οδηγό του να πάνε στην Κηφισιά. Λίγες ώρες πριν είχε βρέξει δαιμονισμένα, μέσα στη παγωμένη ατμόσφαιρα της Αθήνας, κινούνταν αργά στους βρεγμένους δρόμους με κατεύθυνση την Κηφισιά το πολυτελές αυτοκίνητο της Ιταλικής πρεσβείας. Ο Εμμανουέλε Γκράτσι στο πίσω κάθισμα, συνοφρυωμένος και βλοσυρός, με το τελεσίγραφο στα γαντοφορεμένα χέρια του, το ξετύλιγε, το διάβαζε, ξανά και ξανά για να βρει τις λέξεις που θα έλεγε στον πρωθυπουργό μιας χώρας που ήθελε να ειναι ελεύθερη. Το αυτοκίνητο άραξε μπροστά στο σπιτι του Έλληνα πρωθυπουργού γύρω στις τρεις τα ξημερώματα.

Ο κήπος μοσχοβόλαγε βρεγμένο χώμα, ο παγωμένος αέρας, στροβίλιζε τα φύλλα πάνω στις πλάκες της εισόδου και η λυγαριά της αυλής λικνίζονταν μανιασμένα.  Η ατμόσφαιρα ήταν θολή από την ομίχλη, τα αδέσποτα σκυλιά αλυχτούσαν είχαν διαισθανθεί το κακό που έρχονταν.
Τα παράθυρα του σπιτιού ήταν σκοτεινά.
Οι οικογένεια του πρωθυπουργού, κοιμόταν από ώρα στο πάνω πάτωμα του σπιτιού, ενώ ο Τραυλός 
 (Ανθυπασπιστής υπηρεσίας, στην πρωθυπουργική κατοικία ) ήταν στον κήπο και περιφέρονταν άσκοπα, όταν  είδε το αυτοκίνητο του Γκράτσι ήταν πλέον αργά.
Ο  Γκράτσι ανέβαινε ήδη τις σκάλες. Η ανάσα του Γκράτσι πάγωσε στην ατμόσφαιρα καθώς ανάσανε βαθειά και σήκωσε το γιακά από το πανωφόρι του. Διάολε, μονολόγησε, ποιος δαίμονας ξεκινάει πόλεμο ενώ έρχεται χειμώνας; Με το μπαστούνι του χτύπησε δυνατά την πόρτα........
Ο Τραυλός,ανέβηκε τα σκαλιά της εισόδου λαχανιασμένος και αντίκρισε τον Γκράτσι.

- Τι θέλετε τέτοια ώρα εξοχότατε;
 Θέλω τον ίδιο τον πρωθυπουργό, εχω να του παραδώσω ένα μήνυμα,του απάντησε ο πρέσβης απότομα.

Ο Μεταξάς τον υποδέχθηκε με την ρόμπα του στο γραφείο του κάτω ορόφου.
Τι σας φέρνει στο σπιτι μου κύριε πρόξενε τούτην την ώρα; ρώτησε ο Μεταξάς;

Ο Ιταλός του έτεινε το τηλεγράφημα, εξοχότατε λυπάμαι για την ενόχληση, έπρεπε να σας το παραδώσω αμέσως!
Το τελεσίγραφο ήταν γραμμένο στα Γαλλικά και απαιτούσε την ελεύθερη διέλευσή του Ιταλικού στρατού στο Ελληνικό Βασίλειο, απαιτούσε από την Ελληνική κυβέρνηση να επιτρέψει στον Ιταλικό στρατό να καταλάβει τους λιμένες και τα Ελληνικά αεροδρόμια, προκείμενου να ανεφοδιαστεί στη συνέχεια ο Ιταλικός στρατός για να καταλάβει την Αφρική.

Ο Γκράτσι περίμενε υπομονετικά, χωρίς να μιλάει , μέχρι να διαβάσει το κείμενο ο Πρωθυπουργός.
Ανάκατα συναισθήματα σάρωναν τον Έλληνα πολιτικό, κάνοντάς τον να δακρύζει και να τρέμουν τα χέρια του. Περίμενε ένα χτύπημα στο βορρά από καιρό και προσπαθούσε να το αποφύγει.Ήξερε ότι ο Μουσολίνι ήθελε να "φάει" τα Επτάνησα, ήξερε ότι από τη στιγμή που πυρπόλησαν τον Αύγουστο το Έλλη στην Τήνο, τον προκαλούσαν ανοιχτά σε πόλεμο.
Γνώριζε τις προθέσεις των Γερμανών και των Βουλγάρων, είχε προετοιμάσει το στρατό της χώρας για επίθεση, είχε στείλει με όση μυστικότητα μπορούσε φύλλα πορείας για να κάνει μυστική επιστράτευση, αλλά ένα πόλεμο ήθελε αν ήταν δυνατόν να τον αποφύγει. Ακόμη μετρούσαν πληγές από τον πρώτο παγκόσμιο και το καταστροφικό πλήγμα στην Μικρά Ασία.

Σήκωσε το βλέμμα του προς τον Γκράτσι και είπε θλιμμένα : Alors, c'est la guerre" ( λοιπόν, αυτό σημαίνει πόλεμος)

Όχι απαραίτητα εξοχότατε, του απάντησε ο Γκράτσι.

Ο Μεταξάς κούνησε το κεφάλι με θλίψη λέγοντας.............. και όμως ειναι απαραίτητο!!

Δεν είχε την πολυτέλεια να ρωτήσει καν το Βασιλιά εκεινη την ώρα, δεν είχε την πολυτέλεια να ρωτήσει τους στρατιωτικούς του αρχηγούς, πήρε μόνος του την ευθύνη.

Πόλεμος λοιπόν, η φτώχεια πάλι θα υποφέρει, συλλογιστικέ σκυμμένος πάνω στο γραφείο του κοιτάζοντας το τηλεγράφημα.

Ο Γκράτσι έφυγε κάνοντας μια υπόκλιση, σιωπηλώς και στεναχωρημένος.

Ο Μεταξάς φώναξε τον Τραυλό για να κινηθεί αμέσως και να ενημερώσει τους στρατιωτικούς, κάλεσε εκτάκτως συμβούλιο κοντά το ξημέρωμα και κήρυξε γενική επιστράτευση.

Το χάραμα οι σειρήνες έφερναν το κακό μαντάτο σε κάθε πόλη σε κάθε χωριό της Ελλάδας.

Ο εκφωνητής του ελληνικού ραδιοφώνου Κώστας Σταυρόπουλος εκφωνεί το πρώτο στρατιωτικό διάγγελμα....
«Αἱ ἰταλικαὶ στρατιωτικαὶ δυνάμεις προσβάλλουσιν ἀπὸ τῆς 05:30 ὥρας τῆς σήμερον τὰ ἡμέτερα τμήματα προκαλύψεως τῆς Ἑλληνοαλβανικῆς Μεθορίου. Αἱ ἡμέτεραι δυνάμεις ἀμύνονται τοῦ Πατρίου ἐδάφους.»

Ο κοσμάκης ξεχύθηκε στους δρόμους με το ξημέρωμα, οι σειρήνες ούρλιαζαν κάθε τόσο το θλιβερό μήνυμά τους, το ράδιο εμψύχωνε το λαό με εμβατήρια, οι μάνες ξεπροβόδιζαν τα παλικάρια, οι γυναίκες έριχναν από τα παραθύρια τρόφιμα, ρούχα, κουβέρτες. Η Αθήνα γίνηκε ανθρώπινο ποτάμι,τα τρένα στο σταθμό φίσκα με άντρες κάθε ηλικίας, οι γυναίκες φώναζαν ευχές, έδιναν φυλαχτά, εικόνες, γάζες, ότι είχαν πρόχειρο στις τσάντες τους, παιδιά αγκάλιαζαν και φιλούσαν τους πατεράδες, οι γριές τους σταύρωναν και έριχναν νερό για καλό κατευόδιο.

Στα χωριά της Ηπείρου οι καμπάνες χτυπούσαν πένθιμα, οι γέροι βγήκαν να προϋπαντήσουν το στρατό που θα οδηγούνταν με μουλάρια στα σύνορα. Οι στρατιώτες που βρίσκονταν στα σύνορα μάχονταν με τον εχθρό από τις πρώτες πρωινές ώρες. Παλικάρια από τη Θεσσαλία και την Ήπειρο, έφταναν συνεχώς στα σύνορα της Αλβανίας, ανάμεσά τους και ο Αναστάσης Βεργάς, μαζί με άλλους χωριανούς του. Λοχαγός τους ο Δημήτρης Κασλάς από το 5 Σύνταγμα πεζικού Τρικάλων.

Οι Έλληνες στρατιώτες, έδιναν τον καλύτερο εαυτό τους, αν και οι συνθήκες στο στρατό ήταν άθλιες, οι στολές τους μουσκεμένες από την συνεχή χιονόπτωση, λιωμένες από τις συνεχόμενες αναρρίχησις στα βράχια και τα χιονισμένα βουνά της Πίνδου, οι αρβύλες σκίζονταν και τα ποδάρια τους πάγωναν από τα χιόνια του Οκτώμβρι. Όσο περνούσαν οι μέρες, οι γυναίκες της χώρας, κυρίως από την Ήπειρο και τη Θεσσαλία, φορτώνονταν ολάκερα φορτία στην πλάτη με τρόφιμα, φλοκάτες και υφαντές κάπες. Παρόλα αυτά, οι φαντάροι πεινούσαν και κρύωναν φοβερά, τους μοίραζαν κουραμάνες να χορτάσουν την πείνα τους, το νερό ανύπαρκτο. Οταν έβρισκαν λίγο νεράκι μέσα σε γούρνες που είχαν ανοιχτεί από οβίδες, έβαζαν γάζες για να το φιλτράρουν, όμως τις περισσότερες φορές είχε αίμα και χώμα. Να ανάψουν φωτιά απαγορευόταν ρητά για να μην τους αντιληφθεί ο εχθρός, ετσι δε μπορούσαν να βράζουν λίγο χιόνι για να το κάνουν πόσιμο νερό, έβαζαν χούφτες χιονιού μες το στόμα για να ξεδιψάσουν το φλογισμένο λαρύγγι τους.

Ο Μουσολίνι είχε λυσσάξει, ήθελε να παρελάσει στη Αθήνα με το στρατό του μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα, το τι έγινε πάνω στα Αλβανικά σύνορα δε περιγράφεται μέσα σε λίγες σελίδες κανενός βιβλίου. Φαντάροι που κρατούσαν σημειώσεις για τις μάχες έστελναν πληροφορίες στις ελληνικές εφημερίδες με γράμματα τρεμάμενα από το φόβο και την εξάντληση.Ο ίδιος ο Μουσολίνι έφτασε αεροπορικός στην Αλβανία για να αναλάβει προσωπικά την να εμψύχωση του στρατού του.

Με αναλογίες έναν προς τρεις οι Έλληνες πολεμούν εναντίον των Ιταλών.Τα εχθρικά αεροπλάνα βομβαρδίζουν το ύψωμα 731 με δεκάδες αεροπλάνα και κανόνια, χιλιάδες Ιταλοί γαζώνουν με πολυβόλα τις φτωχές Ελληνικές δυνάμεις.

Οι Έλληνες είχαν πεισμώσει, μάχονταν για την ελευθερία της γης τους, τσοπάνηδες και αγρότες του κάμπου ήσαν οι περισσότεροι από δαύτους, ψειρισμένοι από την απλυσιά, κοιμόταν μέσα σε λαγούμια και εκεί έκαναν την σωματική τους ανάγκη, μέσα στην κρυψώνα τους. Δεν άφηναν το πολυβόλο ούτε λεπτό, τα πολυβόλα έκαιγαν σαν φωτιά, τα κατουρούσαν για να κρυώσουν και τα ξαναγέμιζαν για να σκοτώσουν κι άλλους κι άλλους!

Ο Κασλάς αξιωματικός με πείρα από τις μάχες στην Μικρά Ασία και ηρωική ψυχή, είχε δώσει διαταγή να μην υποχωρήσει κανείς από το ύψωμα 731, αλλιώς ο ίδιος θα χτυπούσε στο ψαχνό όποιον έφευγε από τη μάχη. Μόνο πάνω από τα πτώματα μας θα περάσουν οι Ιταλοί, είχε φωνάξει. Μάχεται και ίδιος δίπλα στα παλικάρια του χωρίς κανένα δισταγμό. Ο Διοικητής του Αναστάση, Κουτρίδης, τραυματίζετε στον αριστερό ώμο του αλλά παραμένει στην πρωτη γραμμή. Αντί να πάει στο ιατρείο,έμεινε στη μάχη, βγήκε μπροστά στα παλικάρια του και είπε στο νοσοκόμο να του στηρίξει το χέρι με ένα ξύλο για να μπορεί να στήσει το πολυβόλο. Έπεσε κατάχαμα πίσω από ένα βράχο,ο Αναστάσης Βεργάς του έστησε το πολυβόλο για να σταθεροποιήσει το αριστερό χέρι πάνω σε ένα κούτσουρο, έριξε πάνω ένα τομάρι από αρνί για να μην πονάει ο πληγωμένος αγκώνας του και άρχισε να ρίχνει με το δεξί, τα μάτια του έβγαζαν φωτιές, όπως και το πολυβόλο που σκορπούσε θάνατο στους απέναντι.

Σαν ένιωσε τις δυνάμεις του να τελειώνουν, άφησε το πολυβόλο και έδειξε το ντορβά με τις χειροβομβίδες στον Αναστάση πάρε και ρίχνε, βόηθα με, πες στα παιδιά να μην υποχωρήσουν για κανένα λόγο δε μπορώ να φωνάξω πονάω. Μάχη, φωτιά, λάσπη, καπνοί, αίμα!

Τυλιγμένοι με τα πλεκτά των γυναικών τους γιατί το κρύο τρυπούσε κόκαλα, έσκαβαν το χιόνι και έκαναν τρύπες να χωθούν μέσα γεμίζοντάς τες με κλαριά δέντρων, οι γεροντότεροι μάζευαν ότι δέντρα κατέρρεαν από τους βομβαρδισμούς και σκέπαζαν με αυτά τα λαγούμια τους. Ήταν αναγκασμένοι να μένουν κατάχαμα για να μην τους βρίσκουν τα βλήματα, γίνηκαν αγρίμια που μάχονταν σθεναρά στην πρωτη γραμμή. Τα αεροπλάνα του Ντούτσε έριχναν αβέρτα το θάνατο από τον ουρανό, οι απέναντι γάζωναν και τα κανόνια άνοιγαν τρύπες στη γη. Όλο το ύψωμα ήταν μέσα στον καπνό, με σπαρμένα πτώματα, ένα απέραντο σφαγείο ανθρώπων. Η αλήθεια ειναι, ότι όλος αυτός ο σαματάς που έκαναν οι Ιταλοί πετώντας βλήματα και πυροβολώντας άσκοπα, τους έδινε χρόνο να οργανώνονται πίσω από τα βράχια ή να ανοίγουν λαγούμια,για να κρυφτούν.

Ο Ελληνικός στρατός αντεπιτέθηκε δυναμικά τον πρώτο καιρό, μέχρι το Δεκέμβριο του 1940 μπόρεσε να καταλάβει το ένα τέταρτο του Αλβανικού εδάφους. Ως το Μάρτιο του 1941 γινόταν συνεχόμενες μάχες ανάμεσα στα δυο στρατεύματα, μα ύστερα πλάκωσαν και οι Γερμανοί απ το βορρά. Λίγες μέρες πριν το Πάσχα, στις έξι του Απρίλη 1941 χτύπησαν την Μακεδονία και τη Θράκη οι Γερμανοί.Ήρθε ο θάνατος απ το βορρά,ντυμένος με γκρι χλαίνες και θέρισε παλικάρια. Οι Γερμανοί είχαν ατέλειωτες προμήθειες και εξοπλισμό. Η κάθε σφαίρα πρεπει να σκοτώνει, το αίμα πρεπει να παγώνει, αυτή ειναι η κατάρα του πολέμου και η διαταγή κάθε Γερμανού αξιωματικού.

Ο Αναστάσης Βεργάς εξακολουθούσε να βρίσκετε στην πρώτη γραμμή, με άλλους δεκαπέντε χιλιάδες φαντάρους.Έβλεπε συνάδελφους να πέφτουν νεκροί δίπλα του,άρπαζε το όπλο τους, έκλεινε τα μάτια τους με χέρι που έτρεμε και συνέχιζε να ρίχνει βολές. Σαν σκοτείνιαζε έβγαινε απ το ταμπούρι του και έψαχνε τα νεκρά πτώματα των Ιταλών. Έπαιρνε τα όπλα,τα άρβυλα και τα ρούχα τους, αφήνοντάς τους ξεβράκωτους.Ταμπουρωμένος πίσω από ένα χοντρό κορμό που είχε πέσει από τους όλμους των Ιταλών, είχε μαζέψει στο ταμπούρι του επτά M1, ένα πολυβόλο MKI εγγλέζικο που είχε φέρει ο Μυσίρης (υποδιοικητής του τάγματος στην Πίνδο) και έριχνε στον εχθρό,μα ταυτόχρονα προσευχόταν να πεθαίνουν χωρίς να βασανίζονται αυτοί που λαβώνονταν από το χέρι του.Μόλις έπεφτε το σκοτάδι και ησύχαζαν οι βολές, έβγαζε μέσα από τον κόρφο του ένα μπουκαλάκι πλακέ με τσίπουρο, έπινε δυο γουλιές ίσα που να ζεσταθεί και έκλεινε τα μάτια του αγκαλιά με το πολυβόλο. Αν δε τον ξύπναγε πυροβολισμός, τον ξύπναγαν οι εφιάλτες, τα νεκρά μάτια των φίλων του,οι φωνές των Ιταλών αιχμαλώτων που ζητούσαν βοήθεια και νερό Aqua aqua ,mama μέχρι που έσβηναν για πάντα. Μια δρασκελιά ο ένας σχεδόν δίπλα στον άλλο οι φαντάροι, μα ο καθένας μόνος, πολεμούσε να σώσει τη ζωή του,γιατί σαν βρεθείς στη μάχη, θες να σώσεις τον εαυτό σου,ο φόβος για τη ζωή που θα χάσεις, σε κάνει να αμύνεσαι, να γίνεσαι σκληρός,απάνθρωπος. Την ώρα της μάχης δε θυμάται κανείς τίποτα, ούτε μάνα,ούτε αδέρφια, ούτε καν την πείνα του. Όπλο και άντρας γίνονται ένα, οσφραίνεται τον εχθρό και ρίχνει τυφλά, μέχρι να ακούσει πως πέθανε εκείνος που τον σημάδευε.

Οι Γερμανικές δύναμης που ανέλαβαν να χτυπήσουν την Ελλάδα στο βορρά ήταν τεράστιες, 180.000 άνδρες με ανεβασμένο το ηθικό τους,νταβραντισμένοι και καλοταϊσμένοι! Ο στρατάρχης του τρίτου Ράιχ ήθελε να βρεθεί στην Αθήνα σε μια εβδομάδα το πολύ.

Στο Μπέλες οι μάχες κράτησαν μια μέρα, το οχυρό παραδόθηκε στις φλόγες από την βενζίνη που εκτόξευαν οι Γερμανοί. Μέχρι της οκτώ του μήνα τα παλικάρια στα οχυρά έδιναν μάχες κορμί με κορμί,θέλοντας να επαναλάβουν το θαύμα των Ελληνοαλβανικών συνόρων, σαν είδε όμως ο Μπακόπουλος ( διοικητής του ΤΣΑΜ ) ότι ήταν ανώφελο να θυσιάσει και άλλους, αποφάσισε να συνθηκολογήσει με τους Γερμανούς. Στις 9 του Απρίλη ο Ελληνικός στρατός παραδόθηκε και άρχισε η προέλαση των Γερμανών προς το Νότο της χώρας.

Ο Ελληνικός στρατός άρχισε να υποχωρεί από τα Αλβανικά εδάφη για να μην περικυκλωθεί από τους Γερμανούς που υπερείχαν σε εξοπλισμό και ανθρώπινες δυνάμεις.Έδιναν μάχες κάθε ώρα, μέχρι τη μέρα της συνθηκολόγησις με τους Γερμανούς στις 20 του Απρίλη και ύστερα ακολούθησε η συνθηκολόγηση και με την Ιταλία.

Το Μπούμπεσι αιματοβαμμένο, οι τραυματίες δεκάδες, όμως οι ηρωικές μάχες έπρεπε να ξεχαστούν και να υποχωρήσουν. Κορμιά ξεψυχισμένα και άθαφτα, ανάσκελα μέσα στα βουνά,πολλά παλικάρια έχασαν ποδάρια και χέρια από χειροβομβίδες, η ντροπή της συνθηκολόγησης δεν αντέχονταν από τα παιδιά του πέμπτου συντάγματος που πολέμησαν στα σύνορα της Αλβανίας.

Δεν ήθελαν αυτή την υποχώρηση, ούτε ήθελαν να παραδώσουν τα όπλα, τραβούσαν αργά το δρόμο του γυρισμού, μιας και η διαταγή έλεγε υποχώρηση. Οι περισσότεροι που μάχονταν στην Αλβανία, ήσαν Θεσσαλοί και η επιστροφή γινόταν μέσα από τα στενά του Κόζιακα με κατεύθυνση τα Τρίκαλα και το Μουζάκι. Σέρνανε τα βήματα με τις τρύπιες αρβύλες,πολύ περπατούσαν με τυλιγμένα κουρέλια στα ποδάρια,ή τύλιγαν προβιές για να μην περπατούν εντελώς ξυπόλυτοι,οι τραυματίες έσερναν τις πατερίτσες και περπατούσαν τρέμοντας από το κρύο και τον πυρετό που τους έζωνε. Στον Κόζιακα αν δε πιάσει Μάης το χιόνι δε λιώνει, παρέες παρέες σιωπηλοί προχώραγαν κατά τον κάμπο. Σαν αντάμωναν ποτάμι έπεφταν στα γόνατα και έπιναν πεσμένοι με τη μούρη πάνω στο νερό,προχωρούσαν σαν αγρίμια,οσφραινόταν τον κίνδυνο και χώνονταν μέσα σε θάμνους, φοβόταν μην πιαστούν αιχμάλωτοι, καθώς δεν εμπιστευόταν τη συμφωνία των Γερμανών. Σκίζανε τα ήδη κατεστραμμένα ρούχα τους για να δέσουν τραύματα και πάλι έπαιρναν το δρόμο για τα Τρίκαλα.

Ο Αναστάσης μετά την υποχώρηση και την συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς, είχε γυρίσει πίσω στο αρχοντικό με πυρετό,ταλαιπωρημένος και πικραμένος με την έκβαση του πολέμου. Καρδιά δε του έκανε να δουλέψει στο κτήμα, άφηνε τις γυναίκες του σπιτιού,να τον κακομαθαίνουν με καλοπιάσματα,με τσίπουρο και καπνό προσπαθούσε να ξεχάσει τις μάχες και τα νεκρά μάτια που είχε δει τους τελευταίους έξι μήνες.Τις νύχτες ξύπναγε καταϊδρωμένος και φώναζε βρισιές κατά των Ιταλών και ξαναζούσε τις ώρες της μάχης. Σαν σουρούπωνε μαζεύονταν γύρω από τη φωτιά με τις γυναίκες του σπιτιού να πλέκουν και εκείνος να τους διηγιέται όσα περασε.

Έτσι κάθονταν και εκείνο το βράδυ μπροστά στο τζάκι, σκυθρωπός, με τη χλαίνη στους ώμους. Σκάλιζε τη φωτιά και ζέσταινε τα ποδάρια του παίζοντας με τις φλόγες, ποτέ δε θα χορτάσω τη φωτιά,μάζεψα τόσο κρύο εκεί απάνω, έδειξε με το κεφάλι το βορρά προς τον Κόζιακα*, δε πρόλαβε να αποσώσει την κουβέντα του και χτύπησε δειλά το ρόπτρο της εξώπορτας. Η Κωστάντου πήγε να ανοίξει, ο Αναστάσης της άρπαξε το χέρι, που πας μαρί, τρελάθηκες; σε πόλεμο είμαστε,ποιος ανοίγει πόρτα τέτοια ώρα; Και αν ειναι κάνας χριστιανός; να μη δω, τον ρώτησε. Κάτσε κάτω και σβήσε τη λάμπα τη διέταξε άγρια, αλλά μετάνοιωσε και της χάιδεψε το κεφάλι, φοβάμαι Κωστάντου πρέπει να φυλαγόμαστε κυρά μου. Το ρόπτρο ξαναχτύπησε άλλες δυο φορές, ο Αναστάσης άρπαξε το όπλο του και τράβηξε για την πόρτα.

Ποιος ειναι; ρώτησε φοβισμένος.

Ανοίξτε αδέρφια, Έλληνες είμαστε , ακούστηκε από έξω, ο Αναστάσης αναγνώρισε στη φωνή το καραγκούνικο ιδίωμα.

Άνοιξε το πορτόφυλλο και είδε ένα παλικάρι ψηλό και λιγνό σαν κυπαρίσσι, τι σκατά θες τέτοια ώρα στη ρούγα μου πως μπήκες μέσα;

Κρύψε μας, μας κυνηγάνε, σκαρφάλωσα το μαντρότοιχο και μπήκα, είμαστε επτά νομάτοι, σε ικετεύω κρύψε μας.

Ο Αναστάσης άνοιξε την πόρτα, τα παλικάρια μπήκαν στο σπιτι μούσκεμα απ τη Απριλιάτικη βροχή.

Έτρεμαν απ το κρύο και το φόβο.Το παλικάρι που του είχε μιλήσει στην πόρτα άπλωσε το χέρι στον Αναστάση.Γεια με λένε Στέφανο Καψάλη.

Σκελετωμένο μούτρο με ένα παλτό ίσα με δυο νούμερα μεγαλύτερο, μούσκεμα από τη βροχή, με μάτια να γυαλίζουν από πυρετό, το παλικάρι δε θα ήταν πάνω από είκοσι ετών.

Τι πάθατε, πως βρεθήκατε εδώ τέτοια ώρα; τον ρώτησε ο Αναστάσης.

Εγώ και οι παρέα μου ληστέψαμε από ένα Γερμανικό φορτηγό τρόφιμα και όπλα και μας πήραν χαμπάρι.Έξω απ την Καλαμπάκα.Ήταν σταματημένο κάτω από μια σκαμνιά και κοιμόταν,εμείς ήμασταν επτά, μπήκε ο ένας πίσω στην καρότσα και ότι βρήκε το έριχνε έξω σε μας. Εμείς είχαμε κάνει μια σειρά και τα ρίχναμε μέσα στον θάμνους στο ανάχωμα του δρόμου.

Ένα όπλο έπεσε πάνω σε ένα άλλο και έκανε φασαρία, ξύπνησε ο οδηγός και μας είδε απ τον καθρέφτη, εγώ του έριξα με το πιστόλι και τον σκότωσα, ύστερα ξύπνησε και ο άλλος και άρχισε να ρίχνει, ήταν μόνος του όμως, εμείς προλάβαμε να μπούμε στο χαντάκι και από εκεί κόψαμε δρόμο μέσα απ τα χωράφια. Κρυβόμασταν μες το ποτάμι όλη μέρα και ύστερα σαν νύχτωσε βγήκαμε και φτάσαμε ως εδώ.Καλά μωρέ τι αποκοτιές ειναι τούτες, εδώ ολόκληρος στρατός υποχώρησε, εσείς μικρά παιδιά πέσατε πάνω τους; Είπε ο Αναστάσης.

Εμείς πολεμήσαμε, ήμασταν στα σύνορα, καρδιά δε μας κάνει αδερφέ να κρατάν τον τόπο μας οι Γερμανοί.Μονάχοι τους ήτα, μόνο δυο!!! Είπαμε να πάρουμε μόνο φαΐ, μα σαν βρήκαμε όπλα τα πήραμε.

Δεν ξέρουμε αν ο άλλος που μας κυνήγησε, κατάφερε να μας φτάσει ως το ποτάμι, σου είπα, κόψαμε μέσα απ τα χωράφια, οι λεύκες μας έκρυβαν και μετά φτάσαμε στο ποτάμι, αυτός δε φάνηκε πουθενά,αλλά να γυρίσουμε στην Καλαμπάκα φοβόμαστε, δε ξέρουμε κατά που τράβηξε αυτός.

Στα Τρίκαλα έχει Κομαντατούρ και στρατό πολύ, κρύψε μας λίγο καιρό, να ξεχαστεί. Μπορεί αν μας δει τώρα κοντά να μας γνωρίσει.

Ο Αναστάσης δε πρόλαβε να πει τίποτα, ένα απ τα παλικάρια έπεσε κατάχαμα λιπόθυμο.
Ο Αναστάσης με το Στέφανο τον σήκωσαν και τον έβαλαν να καθίσει στην πολυθρόνα, ήταν μούσκεμα μέχρι το κόκαλο.Πανάθεμα σας θα με βάλετε σε περιπέτειες, στρωθείτε όλοι και οι γυναίκες θα σας φέρουν αλλαξιές να μην αρρωστήσετε.

Η Κωστάντου άναψε πάλι τη λάμπα, η Μυρτώ έριξε ξύλα στο μπουχαρί να δυναμώσει τη φωτιά και τράβηξε αθόρυβα στο μαγερειό, να βράσει νερό να τοιμάσει τίλιο και γάλα. Οι Άντρες μπήκαν στο σπίτι του Αναστάση και το αρχοντικό γέμισε αρβύλες και μουσκεμένες χλαίνες που βρώμαγαν . Καρδιά δε έκανε του Αναστάση να τους αφήσει έξω στη βροχή και νηστικούς, μαλακός ήταν στην καρδιά από παιδί. Η Μυρτώ πήγε στο κατώι, τράβηξε με όλη τη δύναμή της το αμπάρι με το στάρι, άνοιξε το πορτάκι που ήταν χωμένο μέσα στον τοίχο. Εκεί φίλαγαν τις λιγοστές προμήθειες τους, πήρε λουκάνικα, λαρδί, λίγες τσιγαρίδες με λύπα και σπανάκι, έσυρε πάλι το αμπάρι σπρώχνοντάς το με την πλάτη και ανέβηκε να ετοιμάσει φαΐ για τους φουκαράδες που μπήκαν στο σπιτικό τους. Με γρηγοράδα οι δυο γυναίκες έκοψαν ψωμί και έβαλαν στη φωτιά τη λύπα να κάψει με τις τσιγαρίδες,άλειψαν τα ψωμιά με λίγο από το μείγμα, γέμισαν κανάτες με γάλα και πήραν τα τσίγκινα πιάτα που είχαν για τους βοσκούς και τους εργάτες του κτήματος, μπήκαν στη σάλα να μοιράσουν στα παλικάρια ότι είχε το σπιτικό τους.

Το γάλα στα πιάτα το ανακάτεψαν με ψωμί και το έφαγαν αμίλητοι σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, οι περισσότεροι πνιγόταν από τη βιασύνη τους. Ο Αναστάσης δε μίλαγε, γέμιζε τα ποτήρια με τσίπουρο να τους δώσει να ζεσταθούν γιατί οι περισσότεροι έτρεμαν. Οι γυναίκες πηγαινοέρχονταν στο μαγερειό με πιάτα και ταψιά σαν παλαβές,ευχαριστούσαν ακόμη και τον πεθαμένο Τσαούση που είχε φτιάξει μέσα στο μαγερειό τουλούμπα με τρεχούμενο νερό και δίπλα κλειστό το πλυσταριό. Αμίλητες έκαναν τα πάντα, έβαλαν νερό στο καζάνι, έβρασαν νερό σε κατσαρόλες ,ακόμη και στο μεγάλο τζάκι της σάλας έβαλαν νερό να βράζει.Έτρεμε η ψυχή τους από φόβο να μην δουν οι Γερμανοί τον καπνό να βγαίνει από όλα τα φουγάρα του αρχοντικού και μυριστούν τίποτα. Παρακαλούσαν να μην περάσει καμιά περίπολος και μυρίσει καλοψημένο φαΐ. Σαν απόφαγαν όλοι, τους έδωσαν πετσέτες και σαπούνια ,καθαρό πετρέλαιο να τριφτούν να φύγει η ψείρα και να πλυθούν δυο δυο μέσα στο πλυσταριό που έβραζαν τα δυο καζάνια με το νερό. Να αφήσετε έξω τα ρούχα σας, είπε η Κωστάντου μαλακά με αγάπη στα παλικάρια, ως το πρωί να τα κάψω σιγά σιγά, ο Αναστάσης θα σας δώκει ότι έχει, να ντυθείτε,μη σας πάρει μάτι κάνας Γερμανός με αυτά τα ρούχα. Χράμια και κουβέρτες έγιναν στο πάτωμα της σάλας το στρώμα των φαντάρων.Έκανε το σταυρό της η Κωστάντου και μνημόνευε τη συχωρεμένη τη μάνα της Μαρουσιάνας που με το μαλλί των προβάτων είχε κάνει δεκάδες κουβέρτες και τώρα είχαν να δώσουν κάτι σε όλους τους άντρες. Σαν ξημέρωσε οι γυναίκες και ο Αναστάσης, βγήκαν και έκαναν τις δουλειές του σπιτιού κανονικά να μην δώσουν αφορμή για σχόλια σε κανέναν, ήρθαν οι παραγιοί και πήραν τα ζωντανά για βοσκή, η Κωστάντου τους είπε να μη γυρίσουν το μεσημέρι για φαΐ, τους έδωσε από ένα ντορβά με ψωμοτύρι και ένα παγούρι νερό και τους έστειλε στο καλό λέγοντας, σήμερα έχουμε πλύση και νοικοκύρεμα, ο κύρης περιμένει μουσαφίρηδες και εχω δουλειές να κάμω, από ταχιά όμως θα σας φιλέψω πάλι το γιόμα. Τις γυναίκες που βοηθούσαν στο σπίτι τις παρακάλεσε να πάνε όλες στο εργοστάσιο να κάμουν μακαρόνια και χυλοπίτες και το βράδυ να τα βάλουν σε σακιά να τα πάει ο κύρη της στα Τρίκαλα παραγγελιά στους Γερμανούς της Κομαντατούρ.

Μια εβδομαδα ο Αναστάσης μαζί με το Στέφανο Καψάλη, έφευγαν ξημέρωμα με το κάρο του φορτωμένο τσουβάλια με βρώμικο μαλλί προβάτων,τυριά μέσα σε βαρέλια ξύλινα και παλικάρια, ένα κάθε φορά, μην τυχόν και τους πιάσουν και αφανιστούν όλοι μαζί. Πήγαινε μέχρι το κονάκι του παππού του στα Στουρναρείκα ψηλά στον Κόζιακα, άδειασε σχεδόν όλες τις προμήθειες του σπιτιού του εκεί. Όταν έβρισκε μπλόκα με Γερμανούς τους έλεγε, πάω με τον παραγιό μου να πλύνω τα τομάρια επάνω στο νερόμυλο, στο γυρισμό θα σας δώκω καθαρά να ζεσταθείτε και εσείς λίγο βρε φουκαράδες. Να πάρτε έλεγε, που ψόφο κακό να έχετε και μοίραζε αβέρτα τα καρβέλια με ζυμωμένο ψωμί,τυρί,χυλοπίτες, πάρτε βρε αχαΐρευτοι, πάρτε να φάτε τους έλεγε με χαμόγελο και συνέχιζε το δρόμο, στο γυρισμό όντος τους έδινε πλυμένα τομάρια υγρά ακόμη από τα νερά, ετσι γλύτωνε τον έλεγχο , οι Γερμανοί συχαίνονταν τα λερωμένα τομάρια των προβάτων,αλλά τα καθαρά τα δεχόταν ευχαρίστως και του ζητούσαν και αρνιά για να περιδρομιάσουν. Ο Αναστάσης όλη την περίοδο του πολέμου ποτέ δεν τσιγκουνεύτηκε με τον εχθρό, απεναντίας τους τάιζε, τους καλούσε στο αρχοντικό, τους έδινε τρόφιμα και μπόλικο κρέας και στο δωμάτιο του Τσαούση φιλοξένησε τον Γερμανό Ταγματάρχη Χάγκεμανν για πέντε μήνες.Ο Αναστάσης τους έδινε ότι είχε καλύτερο για να μην πειράξουν το χωριό και να έχει τη κυριότητα της περιουσίας του, με το πρόσχημα ότι εκείνοι δε μπορούσαν να φροντίζουν ως στρατιωτικοί τα ζώα, ούτε και το εργοστάσιο με τα ζυμαρικά.Τους έλεγε λοιπόν, ότι αν οι χωρικοί θα ένοιωθαν ασφαλείς θα δούλευαν με χαρά για εκεινους. Τους έκανε να πιστέψουν πως θα ήταν προς όφελος του Γερμανικού συντάγματος στη Θεσσαλία, διότι θα είχαν άφθονα ζυμαρικά ,κρέας και γάλα κάθε μέρα και οι γυναίκες θα τους μαγείρευαν σπιτικό φαγητό. Απ τη άλλη έπαιρνε το χρηματικό ποσό που του έδιναν για τις προμήθειες και ευχαριστιόταν που τους είχε στο χέρι και ταυτόχρονα είχαν δουλειά και οι χωριανοί του.

Έτσι λειτουργούσε το εργοστάσιο,έδινε στη ζούλα ζυμαρικά στις γυναίκες του χωριού, έπαιρνε για το σπιτι και ότι έμενε από τους Γερμανούς, το πούλαγε στα μπορντέλα και στα εστιατόρια της πόλης γιατί μόνο αυτοί πλήρωναν πλέον,κανείς δεν είχε δεκάρα!Οι τιμές των αγαθών είχαν φτάσει στα ύψη, στην πόλη, το ψωμί πουλιόνταν για 10 δραχμές η οκά, το λάδι δυο χιλιάδες, το κρέας 580 δραχμές και κανείς δεν ήξερε πόσο θα υπήρχε ακομη τροφή για όλους!!

Η προίκα της Μαρουσιάνας ξαναπήγε στο βουνό με σκοπό να ζεσταίνει τους άντρες που αποφάσισαν μαζί με τον Αναστάση να κρυφτούν στον Κόζιακα και να σακατέψουν όποιο Γερμανικό τάγμα περνούσε από εκεί, ενάντια στην απόφαση της κυβέρνησης για υποχώρηση και υποταγή στον εχθρό.Το αίμα που είχε χυθεί και τα άθαφτα παλικάρια στην Αλβανία δε άφηναν τους υπόλοιπους να κοιμηθούν ήσυχοι στα σπιτικά τους.

Τρία χρόνια ο Αναστάσης πηγαινοερχόταν στον Κόζιακα,η Μυρτώ και η Κωστάντου, μπάλωναν έπλεναν και φρόντιζαν νύχτα τους άντρες και τους ξεπροβοδούσαν με γεμάτους τους ντορβάδες με τυρί και μπομπότα,ελάχιστο κρέας από ότι απόμενε ύστερα απ τις καθημερινές αρπαγές των Γερμανών. Το αρχοντικό δε επιτάχθηκε ποτέ,μόνο τρόφιμα έπαιρναν οι Γερμανοί όταν περνούσαν από εκεί. Έτσι γλίτωσε ο Αναστάσης,που έλειπε τάχαμ συχνά στα κοπάδια με τους βοσκούς,η Κωστάντου κουλάντριζε το κτήμα και η Μυρτώ το εργοστάσιο. Οι χωρικοί είχαν ορμηνευτεί να λένε ότι δε ξέρουν που ειναι τα αφεντικά, τον Αναστάση τον παρουσίαζαν σαν γιο της Κωστάντους.Για την Μαρουσιάννα κανείς δε μίλαγε,οι Γερμανοί δε ξέραν καν ότι υπήρχε και πως ζούσε στην Αίγυπτο.

Όταν ξεκίνησαν την αντίσταση με τους Γερμανούς, η Μυρτώ ανέβηκε στο βουνό να σταθεί στο Αναστάση και στους τραυματίες. Όλη νύχτα ξημέρωνε στα προσκέφαλα των τραυματισμένων άντρων, έγερνε λίγο το κορμί της πάνω στο χράμι της να κοιμηθεί να πάρει δυνάμεις και πριν ξημερώσει,σηκωνόταν να βράσει νερό να καθαρίσει την σπηλιά ,να πλύνει επιδέσμους να αρμέξει τις κατσίκες που είχε φέρει πάνω στο βουνό για να έχουν γάλα τα παλικάρια.

Έμαθε να βαστά όπλο και να κρατάει θέση στις μάχες, για να προλαβαίνουν τα παλικάρια να γεμίζουν τα όπλα τους. Κατέβαινε όλο το δρόμο ίσα με το χωριό, κάνοντας την κουτσή και τραβώντας ένα γαϊδούρι φορτωμένο με ξύλα που έκοβε στο βουνό να τα πάει στη μάνα της.

Από πάνω ξύλα, από κάτω γράμματα για τις φαμελιές των ανταρτών.

Πήγαινε λίγο στο χωριό να ξεκουράσει τη μάνα της από τις πολλές δουλειές στο κτήμα,να φανεί στο εργοστάσιο πως κουμαντάριζε τις εργάτριες για τα μάτια των Γερμανών.Ύστερα φόρτωνε ξανά το γαϊδούρι, βάζοντας κάτω απ το σαμάρι απλωμένες φέτες λαρδί για φάνε τα παλικάρια. Τα καλά κομμάτια των χοιρινών που σφάζανε τα παίρναν οι Γερμανοί, μόνο το λαρδί έκρυβαν, γέμιζε με σφαίρες τα καλάμια, τις σφαίρες τις έφερνε η Ανθή απ την Αθήνα, γέμιζε τους ντορβάδες δεξιά-ζερβά με τρόφιμα και τραβούσε πάλι για το βουνό.Τον ένα ντορβά τον χάριζε πάντα αν τις έκαναν έλεγχο οι Γερμανοί, τους έδινε πεσκέσι λαδόψωμο με δεντρολίβανο, ζυμωμένο με δηλητηριασμένα μανιτάρια και ελιές, τσίπουρο με γλυκάνισο και μπόλικη βρασμένη βαλεριάνα για να αποκοιμηθούν να κάνει τη δουλειά της. Πάνω πάνω έβαζε κάνα δυο κουβέρτες πως τις πάει τάχαμ για πλύσιμο στη νεροτριβή ψηλά στο Γοργογύρι, ένα χωριό στους πρόποδες του Κόζιακα. Εκείνη κράταγε δυο τρία καρβέλια ψωμί, που τα γέμιζε με γαλοτύρι, μέσα στο γαλοτύρι είχε πάντα και χειροβομβίδες για να έχει κάτι να προφυλαχτεί αν χρειαστεί να αμυνθεί γρήγορα. Τραβούσε πάντα το δρόμο της ήρεμη να πάει να πλύνει. Σαν νύχτωνε και άκουγε πως οι Γερμανοί είχαν πέσει ψόφιοι από το τσίπουρο για ύπνο, αντί να γυρίσει στο χωριό με τα πλυμένα χράμια, τραβούσε ίσα στο Κόζιακα για να την βρει το ξημέρωμα στο βουνό, να χαθεί μέσα στα έλατα και τις καστανιές του βουνού.

Πότε καμώνονταν ότι μαζεύει κουκουνάρες για τη φωτιά της, πότε ότι βγήκε για κάστανα και έδινε πεσκέσια στους Γερμανούς που αντάμωνε, κάνοντας την αλαφροΐσκιωτη ζητιάνα.

Ποτέ δε είχε πει σε κανεναν πόσους ξεπάστρεψε με τα ψωμιά και τις πίτες που έφτιαχνε, το θεωρούσε επικίνδυνο, ήθελε να ξέρει μόνο εκείνη τις πράξεις της, για να μην μπλέξει κανεναν αν τυχόν την υποπτεύονταν οι Γερμανοί.

Την έβλεπε ο Αναστάσης ετσι ταλαιπωρημένη και εξαντλημένη και πονούσε η ψυχή του.

Την σέβονταν πολύ τη Μυρτώ, μεγάλωσε δίπλα της, από τότε που μπήκε στο αρχοντικό μωρό με τη Μαρουσιάννα, την είχε πάντα σαν αδερφή, μαζί της πρωτόπαιξε στην αυλή, σε εκεινη πήγαινε όταν τον μάλωνε η μάνα του, με εκεινη πρώτο διάβασε. Τον στεναχωρούσε το γεγονός ότι δε παντρεύτηκε όπως άλλες όμορφες του χωριού και τώρα πια πατούσε τα τριάντα πέντε.

Αγέρωχη,σκαρφάλωνε στα βράχια σαν κατσίκι,έριχνε βόλια στον εχθρό σαν άντρας, χωρίς δισταγμό,κοιμόταν στα άχυρα καταγής χωρίς παράπονα και λόγια περιττά.Ότι έκανε το έκανε πάντα με λιγοστά λόγια η Μυρτώ.

Πόσο σε θέλω Μυρτώ, μονολογούσε κάθε φορά που την σκεφτόταν, είσαι το ταίρι μου,κερί και βούλα!!! Ύστερα πάλι ερχόταν στη σκέψη του το κακό, πως αν σκοτωνόταν σε καμιά μάχη ,δε θα προλάβαινε ποτέ να της πει ότι την αγαπάει και τη θέλει για γυναίκα του.Ναι η Μυρτώ ήταν άξια να γίνει κυρα του, ήταν δυνατή, έξυπνη , αγωνίστρια και όμορφη σαν άγγελος, όλη την αγαπούσαν στο χωριό, θα ήταν άξια κυρα στο σπιτι του, εξάλλου η Μυρτώ ήξερε να κρατά το σπιτι, εκεί μέσα μεγάλωσε,εκεί ανήκε. Πήρε την απόφαση να της το πει σα θα γύριζε απ το χωριό τούτη τη φορά.

Έβρασε λίγο νερό και άρχισε να ξυρίζετε και να πλένεται, έπλυνε μόνος του τα ρούχα του, τα άπλωσε στο βράχο και άναψε φωτιά να ζεσταθεί τυλιγμένος με ένα χράμι. Έκλεισε τα μάτια και ψιθύρισε το τραγούδι που του έλεγε η μάνα του όταν ήταν μικρός.Ξημέρωσε για τα καλά, ανέβηκε ο ήλιος στον Κόζιακα και εκεινη δε φάνηκε. Κάτι τον έτρωγε μέσα του, μπήκε στη σπηλιά και άνοιξε το σακίδιο, πήρε μια αλλαξιά καθαρά ρούχα,ντύθηκε, πήρε το όπλο του και ταμπουρώθηκε δίπλα από την μεγάλη καστανιά πάνω στο ξέφωτο που έβλεπε κάτω στον αυτοκινητόδρομο. Πριν ταμπουρωθεί είπε στα παλικάρια να έχουν το νου τους, γιατί η Μυρτώ δε φάνηκε, μη της συνέβη τίποτα. Άρχισε να γράφει στο ημερολόγιο..........
Άνοιξη του 42 / ο ήλιος μας ζεστάνει τη μέρα κομμάτι εδώ ψηλά και τις νύχτες ευτυχώς οι προβιές και το άχυρο μας κρατάν ζεστούς μες τις σπηλιές. Οι Γερμανοί έχουν μαζευτεί στις μεγαλουπόλεις και κάτω από τη γέφυρα της Πόρτας Παναγιάς, μάχη δε έγινε εδώ και μέρες,ίσως να φοβούνται τα νερά που κατέβασε το βουνό,λιώνουν τα χιόνια αβέρτα και το ποτάμι δε περνιέται με τίποτα. Μας σώθηκε η υπομονή και τα παλικάρια πεθύμησαν τις φαμελιές τους.Η Μυρτώ μας παραστέκεται δυο χρόνους τώρα. Έλιωσε η έρμη πάνω κάτω στις στράτες να μας κουβαλάει σφαίρες και προμήθειες.H μάνα μου δε ξανάρθε στην πατρίδα, μηδέ έλαβα γραμμα της.Ίσως να με θαρρεί νεκρό, ίσως πάλι η φαμελιά της να μην θέλει νταραβέρια με όλους εμάς που άφησε πίσω. Σήμερις εχω ένα κακό προαίσθημα,Φοβάμαι μην γίνει κάνα κακό "
Δεν πρόλαβε να αποσώσει τη γραφή του και άκουσε σφαίρες να σφυρίζουν, άκουσε τη Μυρτώ να φωνάζει..... "να πάρτε σκυλιά." Χώθηκε μέσα σε μια συστάδα και είδε τη Μυρτώ να τραβάει την περόνη από μια χειροβομβίδα από εκείνες που έκρυβε στο τυρόγαλο. Άκουσε το πολυβόλο των Γερμανών να ξερνάει θάνατο, η χειροβομβίδα έσκασε και οι Γερμανοί έγιναν ανάκατα κρέατα και χώμα, άρπαξε το όπλο, σύρθηκε μέχρι το βράχο και κοίταξε πίσω και πάνω απ την κρυψώνα του αν είχαν πάρει θέση μάχης τα παλικάρια. Έριχναν ασταμάτητα κάτω στην πλαγιά, προσπαθώντας να ανακόψουν τους Γερμανούς,αν τους έπιαναν ήταν όλοι χαμένοι. Η Μυρτώ δε φαινόταν, ακουγόταν μόνο η φωνή της.

Η γυναίκα είχε πληγωθεί στο αριστερό χέρι και στον ώμο, άφησε κάτω το δισάκι της και το έσπρωξε με το πόδι μακριά.

Με λάβωσαν,φώναξε καλυφθείτε, ειναι πολύ, έρχονται και άλλοι ξωπίσω.

Προσπάθησε να σηκωθεί, την βρήκε μια ακομη σφαίρα στο πόδι.Έπεσε μπρούμυτα, το πόδι της έγινε ασήκωτο, ο πόνος την τρέλαινε.Τελειώνω ψιθύρισε η γυναίκα, βοήθα Θεέ μου τον Αναστάση να σωθεί. Γύρισε ανάσκελα με τον πόνο στο πόδι και την πλάτη να την σφάζει, ξεκούμπωσε το φουστάνι στο στήθος της, πήρε της χειροβομβίδες και άρχισε να τις απασφαλίζει, άνοιγε και πέταγε όσο ποιο μακριά γινόταν, δε έβλεπε που έφταναν, έχασε τις δυνάμεις της έγειρε. Μυρτώ, τρέξε σε καλύπτω,της φώναξε ο Αναστάσης ρίχνοντας καπνογόνα και μια σφαίρα στο δρόμο κάτω απ το βράχο. Η Μυρτώ ακίνητη, το γαϊδούρι άφαντο, ο ντορβάς με το δυναμίτη που κουβαλούσε η γυναίκα, μισό μέτρο παραδίπλα της πεσμένο, οι Γερμανοί ανηφόριζαν με σκυλιά που έκαναν τρελό θόρυβο, σαν λυσσασμένοι έβριζαν και έδιναν διαταγές, ενώ ταυτόχρονα έψαχναν κάθε θάμνο και έριχναν με τα πολυβόλα ανάμεσα στα έλατα και τις καστανιές μανιασμένα. Lassen Sie sich (παραδοθείτε ούρλιαζε ο επικεφαλής).
Η Μυρτώ δε ζούσε πια, ο Αναστάσης το κατάλαβε, πέστε κάτω όλοι, φώναξε στα παλικάρια, κάντε το σταυρό σας να πετύχω το ντορβά ή θα πεθάνουμε όλοι. Έριξε μια σφαίρα δίπλα της για να δει αν κινηθεί έστω μια στάλα για να φυλαχτεί,τίποτα η Μυρτώ είχε σβήσει για πάντα.Τότε σύρθηκε μέχρι τον θάμνο που ήταν πάνω στο βράχο, το μονοπάτι από κάτω, γέμισε Γερμανούς που ανηφόριζαν ίσα στην κρυψώνα τους, τριάντα μέτρα τους χώριζαν πια, ή θα ζήσει ή θα πεθάνει μαζί της. Ελάτε ρε τομάρια φώναξε και σηκώθηκε όρθιος, τα παλικάρια του τον κάλυπταν μπαίνοντας στη μάχη χωρίς να φοβούνται, ήξεραν πως αν δε αγωνιστούν εκεινη την στιγμή, θα πεθάνουν μέσα στα επόμενα λεπτά ,έριχναν βροχή από σφαίρες στον δρόμο και γάζωναν όποιον μπορούσαν από τη θέση τους. Μόλις πλησίασαν οι Γερμανοί στη στροφή που ανέβαινε προς το σημείο που ήταν νεκρή η Μυρτώ, ο Αναστάσης δε δίστασε, έριξε μια σφαίρα στον ντορβά της Μυρτώς, άστραψε η πλάση, σείστηκαν τα πάντα, ο Αναστάσης βρέθηκε πεσμένος μπρούμυτα, χωμένος μέσα σε πέτρες και χώμα. Οι Γερμανοί έγιναν όλοι κομμάτια,τα δίκυκλα γίνηκαν σίδερα που καίγονταν και η βενζίνη μεγάλωνε τις φλόγες περισσότερο. Οι άντρες του έμειναν κρυμμένοι και παγωμένοι πάνω στο βράχο μπρούμυτα, περιμένοντας να καταλαγιάσει το κακό και η αντάρα . Η Μυρτώ δε υπήρχε, το σώμα της ήταν αδύνατων να αναγνωριστεί ανάμεσα σε τόσα διαμελισμένα κορμιά, ακόμη και όταν έκατσε η αντάρα της σκόνης και της φωτιάς δε την βρήκε πουθενά, είχε γίνει ένα με το χώμα, τις πέτρες των βράχων και τα κλαδιά που καίγονταν γύρω από τα κορμιά των εχθρών του. Ο ίδιος έμοιαζε με καλικάντζαρο γεμάτος με στάχτη, τα μαλλιά του ήταν ανασηκωμένα και καμένα.Τριγύρισε σαν παλαβός ανάμεσα στο χάος που είχε δημιουργήσει η εκτίναξη του δυναμίτη,με τα χέρια σαν σπασμένες φτερούγες και βλέμμα τρελού. Γονάτισε και ούρλιαξε,έπεσε μπρούμυτα κλαίγοντας σπαρακτικά, γιατί, γιατί, γιατί, ήταν η λέξη που έλεγε ψιθυριστά.Σήκω του φώναζαν οι άντρες του, ίσως έρθουν και άλλοι,δε έχουμε χρόνο, πάει χάθηκε Αναστάση,μη μας πάρεις στο λαιμό σου, πάμε να φύγουμε.Πήραν ότι γινόταν και ενώ ήταν μέρα, άρχισαν να περπατάνε σαν τρελοί το δρόμο της φυγής.

Πρέπει να εξαφανιστούμε Αναστάση δε μας χωράει ο τόπος,το βουνό ειναι παρελθόν, αν μας βρουν θα μας φάνε του είπε ο Λιάκος. Πήραν το δρόμο για την Άρτα και μετά για τα Γιάννενα.
Στο χωριό η Κωστάντου περίμενε μάταια την κόρη της, πέρασαν μέρες και δε φάνηκε η Μυρτώ, έβαλε το κακό με το νου της η Κωστάντου, σήκω έρμη μάνα και τράβα να βρεις το παιδί σου, είπε στον εαυτό της.Έφτασε ταλαιπωρημένη στα ριζά του χωριού,από εκεί φαινόταν το κονάκι του μπάρμπα Θύμιου, στο δρόμο τα δέντρα φαίνονταν καμμένα και στάχτες παντού, όταν έφτασε στον τόπο της μάχης, είδε τα κορμιά φαγωμένα από τα όρνια και σιδερικά κατεστραμμένα. Οι κατσίκες ήταν σε μια πλαγιά μονάχες και έβοσκαν,κάτι ρούχα ήταν απλωμένα πάνω σε ένα θάμνο.Πήγε κοντά να δει μήπως και αναγνωρίσει σε ποιον ανήκαν τα απλωμένα ρούχα. Άπλωσε το χέρι της τρέμοντας και άγγιξε τα ρούχα του Αναστάση. Πόσο φαρμάκι θα πιω μεγαλοδύναμε, έβγαλε ένα στεναγμό πόνου κοιτώντας τον ουρανό απελπισμένη, ποιον να κλάψω ποιον να μοιρολογήσω; αναρωτιόταν δυνατά.Εβγαλε το μαντίλι της, δίπλωσε τα ρούχα του Αναστάση και τα τύλιξε στο μαντίλι.

Έκλαψε για τη Μυρτώ της πικρά, κάτι της έλεγε πως δε ζούσε ούτε ο Αναστάσης,ούτε η μικρή της κόρη.Γύρισε στο χωρίο απελπισμένη,μα ο πόλεμος ειναι αντάρα,το σπίτι είχε δουλειές, τα ζωντανά ήθελαν φροντίδα,εκεινη δε είχε πια παράδες να πληρώνει τις μετρητής για μεροκάματα. Έτσι, ολημερίς έτρεχε μοναχή της μες το κτήμα να φροντίσει τα ζωντανά, να αρμέξει, να ποτίσει, να καθαρίσει τους στάβλους.

Αμπάρωσε όλα τα δωμάτια του αρχοντικού ακόμη και τη σάλα. Ζούσε μες το μαγερειό και όταν είχε χρόνο ανέβαινε μέχρι τον Αι Γιώργη να ανάψει τα καντήλια και να προσευχηθεί. Η Ανθή άφαντη,δεν της είχε στείλει ούτε γραφή ο άντρας της ο γιατρός. Και αυτή εκεί, μόνη να περιμένει μπας και φανεί κανείς στη πόρτα του αρχοντικού.
Πείνα,θάνατος!!!
Τετρακόσιοι θάνατοι ημερήσιος στην Αθήνα της κατοχής, οι νεκροί σωριάζονταν στα πεζοδρόμια,οι Γερμανοί είχαν επιτάξει ακόμη και τα τρόφιμα των συσσιτίων.

Τα κάρα φορτωμένα με πτώματα έκαναν το μακάβριο δρομολόγιο στα χωράφια της πόλης, για να πάνε σε ομαδικούς τάφους τους άγνωστους νεκρούς. Και ενώ κάποιοι πέθαιναν,άλλοι γίνονταν πάμπλουτοι κάνοντας εμπόριο! Μαυραγορίτες ξεφύτρωναν ανάμεσα στον ταλαιπωρημένο λαό και τους έπαιρναν χρυσαφικά,σπιτια και κτήματα για λίγο λάδι ή μερικές χούφτες όσπρια. Ξεπουλιόνταν συνειδήσεις,γυναίκες εκπορνεύονταν για μια φρατζόλα μπομποτίσιο ψωμί και παιδιά γινόταν σαλταδόροι χωρίς την αίσθηση του κινδύνου , αρκεί να έβαζαν στο στόμα κατιτίς . Οι τιμές εκτοξεύτηκαν και οι Έλληνες συναλλάσσονταν με δις εκατομμύρια, ένα αυγό πριν την κατοχή κόστιζε μόλις μια δραχμή, στο τέλος της κατοχής η τιμή ενός αυγού ανέρχονταν στα επτά δις εκατομμύρια. Μια οκά λάδι κόστιζε πεντακόσια εκατομμύρια!! Όσοι είχαν ακόμη χρυσές λίρες,τις έδιναν για να αγοράσουν λίγα τρόφιμα. Μια λίρα ισοδυναμούσε με τρία δισεκατομμύρια δραχμές!

Ο πρωθυπουργός Τσολάκογλου, προσπαθεί να κάνει μια εκκαθάριση των μαυραγοριτών και στέλνει ορισμένους στην αγχόνη μπροστά στο σύνταγμα. Ίσως να ένοιωθε και ο ίδιος τύψεις,να ντρεπόταν που είχε αναλάβει την κυβέρνηση της χώρας βλέποντας τον γονατισμένο λαό. Ίσως να είχε και τύψεις για την υπογραφή την συνθηκολόγησης με τον εχθρό,αν και στα απομνημονεύματά του γράφει......

«Ευρέθην αντιμέτωπος ιστορικού διλήμματος;: Ή ν' αφήσω να συνεχισθεί ο αγών και να γίνει ολοκαύτωμα, ή υπείκων εις τας παρακλήσεις όλων των ηγητόρων του στρατού ν' αναλάβω την πρωτοβουλίαν της συνθηκολογήσεως... "Τολμήσας" δεν υπελόγισα ευθύνας...

Μέχρι σήμερον δεν μετενόησα δια το τόλμημά μου. Τουναντίον αισθάνομαι υπερηφάνειαν.


1.363 χιλιόμετρα νότια

Στην Αλεξάνδρεια η Μαρουσιάννα έχει καταταχθεί στο σώμα αδελφών νοσοκόμων στο νοσοκομείο Κοτσίκειον. Εκεί νοσηλεύονταν Έλληνες αλλά και σύμμαχοι τραυματίες πολέμου, παλικάρια που είχαν χάσει τη μνήμη τους, άλλα είχαν μείνει χωρίς ακοή από τους βομβαρδισμούς, άλλα είχαν χάσει τα λογικά τους, ή είχαν μείνει χωρίς πόδια και χέρια.

Τις ώρες που γύριζε στο σπιτι της να ξεκουραστεί, έγερνε για λίγο στον καναπέ και έπεφτε σε ένα οδυνηρό ύπνο, γεμάτο εικόνες από τα παιδιά που υπέφεραν στο νοσοκομείο,το μυαλό της είχε συνέχεια μια εικόνα ,τον Αναστάση της!

Που να ήταν αυτό το παιδί; θα κατάφερε να γυρίσει ζωντανός στο αρχοντικό τους μετά την συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς;

Η λογική έλεγε ότι δε πρεπει να τον γυρέψει, να μην τον πλέξει σε τίποτα περιπέτειες, κανείς δε ξέρει πως θα αντιδρούσαν οι Γερμανοί αν στο χωριό ερχόταν γράμμα από την Αίγυπτο.

Το πολεμικό ναυτικό της Ελλάδας, είχε αράξει στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας μαζί με όλη την αρμάδα των συμμάχων, στα ανοιχτά έβγαιναν μόνο για περιπολίες,η πατρίδα είχε παραδοθεί, οι σύμμαχοι είχαν έρθει στην έρημο περιμένοντας την επόμενη κίνηση του Φύρερ.

Ήξεραν όλοι ότι ο Χίτλερ θέλει να επιτεθεί στην Αφρικανική ήπειρο, ήθελε να έχει τη διώρυγα και τα πετρέλαια για να εφοδιάζει το στρατό του.

Η σκληρή καθημερινότητα την είχε απορροφήσει τόσο πολύ, που είχε παραμελήσει την Αγγελική περισσότερο από όσο θα άντεχε ένα παιδί έξι ετών. Ένα βράδυ, ενώ είχαν γυρίσει και οι δυο στο σπιτι και έκατσαν να φάνε, ο Μερκούρης άρχισε να συζητάει για το θέμα του παιδιού τους.......

Μαρουσιάννα ως πατέρας της μικρής, πρέπει να σου επιστήσω την προσοχή, η μικρή σε έχει ανάγκη, την αφήνεις όλη μέρα ολομόναχη για να φροντίσεις φαντάρους, την επιχείριση μας την έχεις εγκαταλείψει και έμενα με βλέπεις μόνο στο βραδινό τραπέζι. Τι θα γίνει με μας; δε μας αγαπάς πια;

Η Μαρουσιάννα ήταν αρκετά φορτισμένη και ο πόνος που έβλεπε καθημερινά γύρω της την είχε κάνει ευέξαπτη, έγινε λοιπόν η συζήτηση αφορμή να ξεσπάσει.

Είσαι εγωιστής, φώναξε δυνατά, γύρω μας υποφέρουν,υπάρχουν χώρες ολόκληρες που πεινάνε, εσύ έχεις την κορούλα σου, τη δουλειά σου και το καλό σου φαγητό κάθε βράδυ!!!Το μόνο που μπορείς να παραχωρήσεις λοιπόν,ειναι τη γυναίκα σου για λίγο καιρό στο πλευρό όσων πονούν, αντί αυτού μου ζητάς και τα ρέστα!!!

Τι λες; είσαι καλά κυρα μου; τι ξέσπασμα ειναι τούτο; για το παιδί μας σου μιλώ,της είπε εξίσου δυνατά και ο Μερκούρης γεμάτος έκπληξη από τις φωνές και το ύφος της γυναίκας του.

Σου ζήτησα εγώ να ασχοληθείς με το στρατό; σε πίεσε κανείς να μπεις στα χειρουργεία Μαρουσιάννα; μόνη σου δεν το επέλεξες;

Ααα θα μας βγεις και από πάνω, συνέχισε εκείνη απτόητη, εμ δε προσφέρεις, εμ θες να έχεις και λόγο.

Τότε ήταν που σηκώθηκε από το τραπέζι ο Μερκούρης χτυπώντας το χέρι και δείχνοντάς της με το δάχτυλο τον πάνω όροφο, άκου να σου πω, εμείς οι δυο έχουμε κάνει οικογένεια, επάνω βρίσκετε ένα παιδί που αναρωτιέται τι έκανε και η μάνα του δε το θέλει, και εσύ μου μιλάς για φαντάρους,διάλεξε λοιπόν το σπιτι σου ή οι φαντάροι σου.

Μερκούρη τι λες; εχω γιο στην Ελλάδα, ζει σε χώρα που κατακτήθηκε, δε ξέρω καν αν ζει αυτό το παιδί, το παράτησα μόνο του εκεί, τα άφησα όλα για μας, για σένα για τούτο το σπιτι, με διώχνεις επειδή θέλω να προσφέρω κάτι στην πατρίδα μου;

Δεν σε έδιωξε κανείς, απλά σου θυμίζω τα καθήκοντα σου αγαπητή μου,επειδή θαρρώ πως τα ξέχασες και εμείς δε φταίμε δια τούτο.

Η Μαρουσιάννα έπεσε ξανά στην καρέκλα της και έκλαψε με πόνο ψυχής, ο Μερκούρης έφυγε χτυπώντας την πόρτα με θόρυβο και η μικρή Αγγελική έμεινε κοκαλωμένη στα κάγκελα της σκάλας να κοιτάει τη μάνα της που έκλεγε. Μέσα στα αυτιά της είχε μόνο μερικές λέξεις ....... "εγώ εχω ένα γιο στην Ελλάδα,τον άφησα για σας"...........

Η μαμά της λοιπόν είχε ένα άλλο παιδί που το αγαπούσε και γιαυτό τους άφηνε κάθε μέρα,αυτό κατάλαβε η Αγγελική και από τότε μίσησε αυτό παιδί που ήταν στην Ελλάδα, η μαμά της λοιπόν μιλούσε συνέχεια για την Ελλάδα με αγάπη, επειδή είχε εκεί ένα γιο; γιατί δε ήταν αυτός εδώ και έπρεπε η μαμά να πηγαίνει εκεί; και γιατί να μην τρώνε αυτοί καλά; επειδή είχε η μαμά ένα γιο φαντάρο; Η μαμά έκανε το μπαμπά να φωνάζει και να χτυπάει το τραπέζι και την πόρτα.

Έτσι αντιλαμβανόταν το μικρό παιδί τα πράγματα, ο πόλεμος, της ήταν κάτι άγνωστο, δε τον ζούσε,δε ήθελε να ξέρει τι ειναι αυτό το πράγμα, ήθελε μόνο τη μαμά και τον μπαμπά της όπως πριν,ήθελε να γελάνε, να πηγαίνουν βόλτα κάτω στο ποτάμι και να τρέχει ανέμελα, μέχρι να κουραστεί και να την πάρει η μαμά αγκαλιά να της δώσει τσάι με ζάχαρη και μέντα να δροσιστεί.

Η Αγγελική μεγάλωσε με την πίκρα αυτή μέσα της, γιατί ποτέ δε ρώτησε τον πατέρα της τι συνέβη εκείνο το βράδυ. Κανείς δε της είπε ποτέ για το άλλο παιδί, μέχρι που χρειάστηκε να γυρίσει με τη μητέρα της στην Ελλάδα, ύστερα από 18 χρόνια.

Η Μαρουσιάννα προσπάθησε να περιορίσει τις δραστηριότητες της στο νοσοκομείο, αντικαθιστώντας τις άλλες νοσοκόμες δυο φόρες την εβδομάδα.

Ο Μερκούρης είχε πικραθεί πάρα πολύ, αλλά δε ξανάκανε πότε κουβέντα για όσα έγιναν εκείνο το βράδυ στην τραπεζαρία τους. Ευχόταν να μην φτάσει πότε ο Ρόμελ στο Κάιρο και την Αλεξάνδρεια.

Το τρίτο Ράιχ είχε υποτάξει όλη την Ευρώπη και ο πόλεμος στη Ρωσία μαινόταν με το Λένινγκραντ να ειναι σε πολιορκία και δεκάδες χιλιάδες Ρώσων να πεθαίνουν καθημερινά από την πείνα και το αβάσταχτο κρύο. Η Αίγυπτος είχε γίνει η βάση των συμμάχων και όλες οι ελπίδες στηριζόταν πλέον σε αυτούς για τη διάσωση όλης της μέσης ανατολής. Τα μαγαζιά του Μερκούρη, είχαν ακόμη κίνηση χάρη στις αγορές των συμμάχων,μα εκείνος ευχόταν να τελειώσει όλο αυτό το κακό και η Αλεξάνδρεια να γίνει η πόλη που ήξερε.


Αναστάσης Βεργάς

Μετά τη μάχη στα στενά του Κόζιακα ο Αναστάσης με την μικρή του ομάδα πήραν το δρόμο για την Άρτα. Ποδαράτοι και με ελάχιστα τρόφιμα και σφαίρες προχωρούσαν μέσα στα βουνά με μόνο οδηγό τον ήλιο. Όσο τραβούσε ο ήλιος δυτικά τραβούσαν και εκείνοι, σαν νύχτωνε μάζευαν κλαριά και έστρωναν να κοιμηθούν μέσα στις σπηλιές των βράχων. Εκεί ήταν εύκολο να ανάψουν φωτιά χωρίς να τους αντιληφθούν. Λίγες ελιές, λίγο τυρί κατσικίσιο και μια φέτα ξερό ψωμί, που είχαν από την τελευταία φορά που είχε ζυμώσει η Μυρτώ.Το ετρωγαν και την μνημόνευαν: Μυρτώ, Μυρτούλα, έδωσες ακόμη και τη ζωή σου για να σωθούμε εμείς, εμείς που είμαστε άντρες,δεν μπορέσαμε να σε φτάσουμε στην παλικάρια, μέχρι την τελευταία ώρα πέταγες χειροβομβίδες σαν παλικάρι. Ο Αναστάσης κουλουριαζόταν σε μια γωνιά και μούγκριζε σαν λαβωμένο ζώο, δε άντεχε την εικόνα που ερχόταν ξανά και ξανά στα μάτια του,η Μυρτώ να γίνεται κομμάτια από τις οβίδες τις δικές του για να σωθούν! Άφησε νεκρή τη γυναίκα που λάτρευε και έγινε φυγάς για να ζήσει.Πόσο δειλός γίνεσαι μπροστά στο θάνατο ,σκεφτόταν με πόνο.Δεν μπορούσε να θυμηθεί τη σκεφτόταν την ώρα της μάχης, τη ζωή του, τα παλικάρια, τα πυρομαχικά που αν τους έπιαναν θα τα έπαιρναν οι Γερμανοί, ίσως ακόμη να σκεφτόταν τα βασανιστήρια, ή το ντουφέκισμα που τους περίμενε. Αν τους πιάνανε και μαθαίνονταν ποιος ήταν, θα την πλήρωνε όλο το χωριό, μπορεί να ανατίναζαν ακόμη και το αρχοντικό ή το εργοστάσιο οι Γερμανοί. Και όλα αυτά δε έγιναν επειδή, η Μυρτώ ήταν εκεινη που τους σταμάτησε πριν πεθάνει.

Μακάρι όλα να πάνε καλά για τους χωριανούς μου, μουρμούριζε ίσως να πονηρευτούν οι Γερμανοί με την απουσία μου.Θα τα έβγαζε άραγε πέρα η Κωστάντου; αυτή ήταν η δεύτερη μάνα του, αυτή είχε απομείνει μονή πίσω να κρατάει το σπιτι και το εργοστάσιο σε λειτουργία.

Ευχόταν να ανέβει ο Αιμίλιος με την Ανθή στα Τρίκαλα και να δώσουν ένα χέρι βοηθείας στη γρια που απόμεινε μόνη.

Το χάραμα σηκώνονταν και άναβαν φωτιά για να ψήσουν καφέ και τσάι στα λιγοστά κάρβουνα, έπαιρναν ένα παξιμάδι από χαρουπάλευρο με σταφίδα που είχαν ακόμη από την Μυρτώ, το βούταγαν μέσα στο τσάι να μαλακώσει γιατί είχε πια ξεραθεί τελείως και μετά με το τσίγκινο κύπελο έβγαινα να πιουν και ένα καφέ έξω απ τη σπηλιά πριν κινήσουν το δρόμο.Τελικά ο δρόμος τους έβγαλε στο Μέτσοβο, σε κάτι στάνες. Οι τσοπάνηδες τους καλωσόρισαν και τους φίλεψαν ότι είχαν στις καλύβες τους. Εδώ Γερμανοί δε έρχονται τους είπαν, μα κάτω στο χωριό, όλο και κάποιοι φτάνουν συχνά πυκνά.Καθίστε μωρέ λεβέντες, εδώ ότι έχουμε θα τρώμε, θα βοηθάτε στο άρμεγμα στο πήξιμο του τυριού , θα τα μάθετε σιγά σιγά. Και σαν φυγουν οι καταραμένοι απ τον τόπο, κινά τε και εσείς ένας ένας για τα σπιτια του.Τα Τρίκαλα μα θες δε ειναι αλάργα, δυο τρεις μέρες δρόμο και να σου θα πάτε πάλι στα γονικά σας.

Έτσι τους ορμήνεψαν και τα παιδιά δέχθηκαν, η πείνα, οι συνεχόμενες κακουχίες που είχαν υποστεί τους είχαν κουράσει. Πάλι μόνοι στα βουνά, αλλά σίγουρα ποιο ασφαλείς από πριν, γιατί οι γέροντες τους είπαν πως τα όπλα θα τα κρύψουν για καλό και κακό,οπότε σαν απλοί βοσκοί δε διέτρεχαν μεγαλο κίνδυνο.Ο καθένας κράτησε μόνο ένα τριανταοχτάρι περίστροφο Σμιθ Ουέσσον,για ώρα ανάγκης, ότι τουφέκια Μάλινχερ, σφαίρες και γεμιστήρες τους είχαν απομείνει τα έδωσαν στους οι γέροντες για φύλαξη σε μια σπηλιά. Όλα τα οπλοπολυβόλα και τα πυρομαχικά ήταν κλεμμένα από τις επιδρομές της ομάδας, με άντρες της Βέρμαχτ.

Τώρα λεβέντες μου, τους έλεγε κάθε βράδυ ο γερο Μήτρος, ήρθαν σαν κατακτητές ,μα τίποτες δε βαστά αιώνια.Θα δεις που θα ξεκουμπιστούν και σαν γίνει τούτο, άλλο κακό θα μας βρει..............


Σαν τι κακό γερο Μήτρο;
Χμ ...........χάιδευε τα γένια του με τα γερασμένα χέρια του και ψιθύριζε ο γέρος : θα φαγωθούμε μεταξύ μας ορέ!!!! Τώρα ειναι καμπόσοι εκείνοι που τρώνε μαζί με δαύτους στην ίδια τάβλα και ας έχουν ρωμαίικο αίμα. Σα θα φυγουν ........τι λέτε σεις ; σεις που είσαστε και λίγο γραμματισμένοι; η φτωχολογιά θα τους ξεκάνει;ή όχι;Τώρα τούτοι πουλάν το λάδι για χρυσό, το αλεύρι για διαμάντι, παίρνουν τα σπιτια τα ψηλά, για ένα τσουβάλι στάρι!!!

Μπάρμπα, μίλησε ο Αναστάσης θέλω να σου πω και για μένα......

Ε πες δα, τι περιμένεις; σάματις δε έχουμε χρόνο να κανουμε μουχαμπέτι;

Εγώ κάτω στα Τρίκαλα εχω κοπάδια ζωντανά, εχω και εργοστάσιο που κάνω μακαρόνια και τυρί, η μάνα μου τα έφτιαξε δα όλα. Είχε πάρει για άντρα της τον Τσαούση τον Τσιφλικά και σαν πέθανε τούτος, εκεινη μοίρασε τη γη στους χωριανούς και κράτησε το αρχοντικό και τα κοπάδια μας μαζί και βοσκοτόπια πολλά. Μα εκεινη έφυγε, ξαναπαντρεύτηκε μακριά στα ξένα, κάτω στην αραπιά.

Στην αραπιά; ρώτησε ο γέρος.

Ναι μα θες, Έλληνα πήρε από νησί, έχει εκεί την καταντιά του και πήρε τη μάνα μου γυναίκα του.
Μα δε στο λέω για παράπονο, άλλο θέλω να πω.

Ωχ θα με σκάσεις μωρέ λεβέντη, πες την κουβέντα σου σωστά και μην το κλώθεις σαν γυναίκα.
Να, το εργοστάσιο κάνει τα μακαρόνια, εγώ όλο τον καιρό τα δίνω στους Γερμανούς και τυριά και αρνιά να ντερλικώσουν.Με πληρώνουν αυτοί και εγώ τους λέγω, αφήστε τους χωριανούς εδώ να δουλεύουν ήσυχα, γιατί εσείς από πρόβατα και τυριά δε ξέρετε, μήτε μακαρόνια μπορείτε να κάνετε στρατιώτες πράμα.Έτσι μα θες, τρώει το χωριό ένα κομμάτι ψωμί και εγώ κάνω και λεφτά τόσο καιρό.Τώρα τα άφησα στην παραμάνα μου όλα σύξυλα,να τα κάνει μονάχη της.Μα άλλο σκέφτομαι μα θες.
Οχου βρε έρμε, πες αυτό που σκέφτεσαι για θα μας σκάσεις απόψε ούλους. Είχε αγανακτήσει ο γερο Μήτρος.

Σκέφτομαι αυτό που είπες μπάρμπα, σαν τελειώσει το κακό και ξεκουμπιστούν θα με καταδικάσουν και εμένα, θα πουν πολύ ότι έπαιρνα λεφτά απ τους Γερμανούς, ότι τους τραπέζωνα μες το σπιτι μου και είχα παρτίδες με δαύτους.Αυτό πολύ με τρώει!!!

Ο γέρος τον κοίταξε στεναχωρημένος.
Αγρίμια είμαστε οι άνθρωποι γιε μου, πολύ ίσως το πουν, αυτοί πουν δε ξέρουν την αλήθεια και τον αγώνα σου, μα θες έχεις και φίλους καρδιακούς και χωριανούς που έδωσες ψωμί για χρόνια, εσύ και η φαμελιά σου.Αυτοί θα βγουν να πουν την αλήθεια σαν έρθει η δύσκολη η ώρα.

Εξάλλου τώρα είσαι άφαντος απ τον τόπο, κανείς δε ξέρει για που τράβηξες, ετσι δεν ειναι;

Ναι μόνο η παραμάνα μου η Κωστάντου ξέρει ότι ήμασταν στο βουνό πάνω στα χωριά του Κόζιακα.Η κόρη της μας ζύμωνε, μας έπλενε για μήνες και μια μέρα γινήκαν εκείνα που σου εχω ματαπεί και πήραμε το δρόμο για εδώ, μπας και σωθούμε.Μαντάτο στην παραμάνα μου δεν εχω στείλει, την κόρη της κερί κάνεις δε άναψε, μήτε τάφο της έκαμε κανείς.Στάχτη έγινε το κορμί της για να μας σώσει, εμένα και τους συντρόφους μου.
Ντέρτι μεγάλο για την καμένη μάνα γιε μου, είπε ο γέροντας, σαν το μάθει θα πονέσει η έρμη πολύ.
Ε ναι μωρέ μπάρμπα, αυτό με τρώει, μέρα νύχτα σκέφτουμε μια εκεινη την καψερή που χάθηκε, μια το χωριό,που αν δε έκαμα φιλία με τους Γερμανούς, θα πείναγαν και θα υπόφεραν,όχι πως τώρα καλοπερνούν κιόλας, μα έχουν το μεροδούλι και λίγο ψωμί,τους αφήνουν οι Γερμανοί το γάλα απ τα ζωντανά και εκείνοι παίρνουν ότι μπορούν πριν έρθει η κομαντατούρ κάθε γιόμα και μαζέψει ότι έχει κάθε σπιτι και το αρχοντικό.Ακόμη δε πείνασε το χωριό μου ούτε σκότωσαν κανένα παλικάρι δικό μας.Όλοι μοχθούν ήσυχα και ταπεινά και στη ζούλα παίρνουν το φαΐ τους αντί για μεροκάματο.Για λεφτά κανείς δε κάνει κουβέντα.Εγώ πάλι έκαμα καλά λεφτά όλο τον καιρό.Μα σαν τελειώσει τούτο θα κάνω για το χωριό μου ότι μπορώ και για τους χωριανούς μου το καλύτερο. Αν δε προλάβω θέλω να τους τα πείτε τούτα.

Τράβα στη μεριά σου γιε μου και γείρε να πλαγιάσεις, ότι ειναι να γίνει θα γίνει, μην βασανίζεσαι πλιότερο.Άντε καλό ξημέρωμα, του είπε ο γερο Μήτρος.

Μπήκε στην καλύβα ο Αναστάσης και έπεσε στα στρωσίδια του με την καρδιά ξελαφρωμένη απ τον πόνο.Έκανε το σταυρό του και έταξε ...........Άι Γιώργη κάθε μέρα θα στέλνω λάδι για τα καντήλια σου και αρνιά στη χάρη σου στο πανηγύρι του χωριού κάθε χρόνο, κανε Άι Γιώργη μου να βαστάξει το χωριό και η παραμάνα μου, να έρθω στη χάρη σου να προσκυνήσω εκατό φορές.

Άλλη από αυτή δε μου έμεινε πια, μάνα και αγάπη έχασα, μια στα ξένα, μια στον άδη, μον' την Κωστάντου εχω.Ο γκιόνης έξω στα κλαριά του έλατου τραγούδαγε το τραγούδι της νύχτας, οι κουκουβάγιες του απάνταγαν θλιμμένα και ο δροσερός αέρας που έμπαινε απ την είσοδο της καλύβας που είχε για πόρτα μια κουρελού τον νανούρισαν.Έκλεισε τα μάτια του και έπεσε σε βαθύ ύπνο είχε μέρες να κοιμηθεί ετσι και το κορμί του παραδόθηκε στην αγκαλιά του ύπνου και στα ζεστά στρωσίδια.

Λίγα από τα όπλα του χρησιμοποιήθηκαν στο Β' παγκόσμιο πόλεμο

1 .Karabiner 98K, Γερμανικό τουφέκιο


2.Το MP40 συνήθως, το έφεραν οι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές και ομάδες καταδρομών


3 .Το πυροβόλο όπλο Sten Βρετανικό οπλοπολυβόλο ιδιαίτερα αποτελεσματικό σε κοντινούς στόχους.

4 .Το Luger PO8 Γερμανικό πιστόλι, το απόλυτο σύμβολο κάθε Γερμανού στρατιώτη με υψηλές προδιαγραφές, παραμένει ως σήμερα συλλεκτικό και πανάκριβο

5. Οπλοπολυβόλο Thompson Αμερικάνικο

6. PPSh-41 με αυτό τα στρατεύματα του Στάλιν υπερασπίστηκαν την πατρίδα τους

7. Μ1 Garand τον χρησιμοποιούσε ο Αμερικάνικος στρατός εύκολο στη χρήση και επαναφόρτιζε πολύ γρήγορα

8. Η χειροβομβίδα ελαφρύ και απλό σε χρήση απλα τραβούσες τον πείρο και την εκσφενδόνιζες στον εχθρό, είχε μεγάλη αποτελεσματικότητα,δημιουργούσαν εκτεταμένες ζημιές. Υπήρχαν οι Αμερικάνικες τύπου ανανά και οι Γερμανικες stick.


χορός της εποχής* Λίντυ χόπ,αρχικά το χορευαν οι αφροαμερικανοί και κατόπιν έγινε μόδα, γρήγορα βήματα, με τις κοπέλες να κάνουν φιγούρες στον αέρα.