Πέμπτη, 4 Απριλίου 2013

Η ΚΥΡΑ ΤΟΥ ΚΑΜΠΟΥ 4

Στα 1917 η Ελλάδα ζούσε το μεγάλο διχασμό,η πολιτική ζωή του τόπου υπήρξε ένα από τα πολύ πονεμένα κεφάλαια της ελληνικής ιστορίας, το μόνο που δε απασχόλησε τις αρχές των Τρικάλων ήταν ο θάνατος του Τσαούση.
Τα μπορντέλα του, πέρα απ τα μανάβικα των Τρικάλων και της Λάρισας περάσαν στα χέρια των γυναικών αμέσως μόλις μάθανε ότι ο Τσαούσης και ο Φότσιος χάθηκαν ξαφνικά από προσώπου γης .
Οι γυναίκες δε πίστεψαν σε ξαφνικό θανατικό, ήξεραν όλες τις βρομοδουλειές του νταβατζή τσιφλικά, κατάλαβαν ότι κάποιος τον καθάρισε από μίσος.
Η Μαρουσιάννα έγινε η κυρά του κάμπου, μοίρασε τη γη σε μερίδια σε κάθε οικογένεια δίκαια ανάλογα με το πόσα άτομα ήταν η κάθε φαμελιά στην Τσίαρα, αλλά και στα γύρω χωριά που ήταν κομμάτια του Τσιφλικιού.
Για τα μερτικά της στη Λάρισα έκανε ότι μπορούσε για να μοιραστούν σωστά, ενημέρωσε τις αρχές  για το πένθος που έπεσε στο σπίτι της και τους είπε να κάνουν το καλύτερο για τον τόπο, είχε  πολλά να κάμει στο δικό της χωριό, χέρια και χρόνος δε υπήρχαν για τη Λάρισα και το τσιφλίκι τους εκεί.Το τσιφλίκι μοιράστηκε σε 150 οικογένειες, το κονάκι έγινε ορφανοτροφείο για τα ορφανά της περιοχής και ο παπάς ανέλαβε να το διοικεί μαζί με τις χήρες του χωριού.
Το πορνείο της Αθήνας έκλεισε με διευθέτηση που ανέλαβε η Ανθή και ο γιατρός Αιμίλιος Αυγέρης, το κτίριο μετατράπηκε σε κλινική, με τα λεφτά που είχε αποκτήσει η Ανθή, από την ντροπή του πορνείου, τα διέθεσε για να γίνει η κλινική του άντρα της μια από της καλύτερες. Δυο από της Γαλλίδες που ήξεραν τα στοιχειώδη έγιναν νοσοκόμες της κλινικής και οι άλλες κοπέλες με προτροπή πάντα της Ανθής πήγαν στον ερυθρό σταυρό να βοηθήσουν στα σύνορα και όπου υπήρχαν ανάγκες. Η μαντάμ Κολλέτ έφυγε για τη Γαλλία, γερασμένη και μόνη, ήθελε να πεθάνει στον τόπο της.Τα λευκά σεντόνια της αμαρτίας και του αγοραίου έρωτα έγιναν επίδεσμοι, από εκεί που άκουγαν βαριές ερωτικές ανάσες, τώρα άκουγαν βογκητά πληγωμένων αντρών.
Στο χωριό του κάμπου η ζωή κυλούσε με δυσκολίες και σκληρή δουλειά. Παρόλο που τους μοιράστηκε η γη και το θανατικό του Τσαούση ήταν ανάσα ελευθερίας, οι γυναίκες έμειναν χωρίς άντρες και δυνατά χέρια για να καλλιεργήσουν το χώμα.
Πήραν θάρρος όμως από τα λόγια της κυράς και άνοιξαν φιλίες με την Μαρουσιάννα.Τα παιδιά του χωριού περάσαν το κατώφλι του αρχοντικού και χόρτασαν ψωμάκι.
Στις σχόλες, έπιαναν γλέντι στη ρούγα της και οι γυναίκες χόρευαν και τραγουδούσαν αγαπημένες. Οι άντρες έφευγαν για το μέτωπο και αυτές ρίχτηκαν στη δουλειά ενωμένες,τα βράδια έκανα νυχτέρι,άλλες στο πλέξιμο και άλλες στον αργαλειό ετοίμαζαν σκουτιά, κάπες, κάλτσες και χοντρές φανέλες για τους άντρες τους που ήταν στα βουνά της Μακεδονίας.Την άνοιξη μοίρασαν τη δουλειά μεταξύ τους, γινήκαν σαν ένα σμήνος από μέλισσες με την "μεγάλη κυψέλη" το αρχοντικό, εκεί ήταν το στρατηγείο τους.
Εκεί κούρευαν τα πρόβατα όλου του χωριού για να κάνουν το μαλλί για τα σκουτιά και τα κολόβια* τους, τα χράμια και τις βελέντζες τους. Δούλευαν τη μέρα στο χωράφι και τη νύχτα στο σπίτι,άλλη λανάριζε το μαλλί, άλλη το έπλενε άλλη το έγνεθε και το έκανε αλτσίδια*,άλλες το έβαφαν και το έκαναν κουβάρια για πλέξιμο,ή στημόνι για αργαλειό.
Οι ηλικιωμένοι άντρες βγήκαν στον κάμπο με τα βόδια, όργωσαν και έσπειραν με κόπο και ψήθηκαν τα κορμιά τους στο λιοπύρι, μα σαν ήρθε η σοδειά ανάσαναν για πρώτη φορά. Γέμισαν τα αμπάρια με στάρι και καλαμπόκι, ποτέ δεν είχαν δει το αμπάρι του σταριού τους τόσο γεμάτο, γέμιζαν με δάκρυα τα μάτια των γηραιότερων, φόρτωναν τα άλογα και τραβούσαν όλοι για το μύλο του Γκαβίδα δίπλα στο ποτάμι λίγο ποιο κάτω απ το χωριό.
Ήρθε και δάσκαλος απ τα Τρίκαλα στο χωριό,η Μαρουσιάννα του παραχώρησε το σπιτάκι του συχωρεμένου παπά Αναστάση και του υποσχέθηκε γάλα,τυρί,αυγά τραχανά και κρέας τις  Κυριακές και τις σχόλες.Όσο ο καιρός ήταν  καλός έστρωναν τα παιδιά χράμια κάτω απ τα πλατάνια στη δροσιά και κάθονταν κατάχαμα οκλαδόν με το δάσκαλο πάνω σε μια μεγάλη πέτρα να τους μιλάει με υπομονή για την ιστορία της πατρίδας,για τον απελευθερωτικό αγώνα και τη Μακεδονία, για τον Μέγα Αλέξανδρο και τις πολιτείες που κατάκτησε,για τον Παύλο Μελά και τον Δραγούμη, τους έκανε να αγαπήσουν την μακρινή για αυτούς Μακεδονία.Ο πόλεμος ήταν ένα απ τα αγαπημένα θέματα των παιδιών,ζούσαν την κάθε στιγμή την ιστορίας τους μέσα από τις αφηγήσεις του κυρίου Εμμανουήλ. Πες μας δάσκαλε για κείνον τον βασιλιά στην Πόλη!! Πες μας για την Αγιά Σοφιά! Τούτος ο λαός μια ζωή στο σπαθί και το ντουφέκι, μυριάδες οι εχθροί,ζηλεύανε αυτή τη φλούδα γης που στεκόταν μέσα στο νερό αγέρωχη, ζήλευαν τον λαό που όργωνε τη θάλασσα με καράβι και κουπί.Η λευτεριά είναι πολύτιμη μα θέλει και αίμα, σαν δε θυσιάσουμε τα κορμιά φεύγει και χάνεται, έρθετε ο οχρτός και μας δυναστεύει, θέλει τα σπιτια μας το βιός μας, τους έλεγε εκείνος. Έσπερνε στις παιδικές ψυχές την αντρεία, τη δύναμη το πάθος για λευτεριά και δημοκρατία.
Το χειμώνα έκαναν τα μαθήματα στη μεγάλη σάλα του αρχοντικού,μέσα στο ζεστό σπίτι της Μαρουσιάννας,πριν ο ήλιος ανέβει η Κωστάντου άναβε τον μπουχαρί και ετοίμαζε στα παιδιά μια κούπα γάλα, μια φέτα ψωμάκι με τυράκι ή ζεστό τραχανά.
Η Μαρουσιάννα είχε γίνει η προστάτιδα του χωριού τους και ο μικρός Αναστάσης χαίρονταν τη ζωή του με τους φίλους του, ρούφαγε σαν σφουγγαράκι τις δεκάδες πληροφορίες από το δάσκαλό και χόρταινε παιχνίδια με τους συντρόφους του.Φτωχά τα παιχνίδια τους, κουρελόπανα τυλιγμένα ήταν η μπάλα που μοιράζονταν και ο δρόμος, το γήπεδο κάθε γειτονιάς, σακατεύονταν τα ποδάρια, γδέρνονταν απ τις πέτρες και τα ρούχα, γίνονταν λασπωμένα κουρέλια, έτσι και αλλιώς κουρέλια ήταν, το ένα μπάλωμα πάνω στο άλλο, ραμμένα απ τις μανάδες τους.
Τα καλοκαίρια ορμούσαν σαν σμήνος στην Σαλαμπριά (το ποτάμι του χωριού) εκεί ήταν το ορμητήριο  κάθε αγοριού, εκεί μάθαινε κάθε αγοράκι κολύμπι, ψάρεμα, σφεντόνα. Στο χωριό γυρνούσαν με έπαθλα, πότε μια πέστροφα, πότε μια πάπια που την έριχναν με σφεντόνα και με καμάρι την έφερναν στη μάνα τους. Τα ποιο προκομμένα έφερναν κλαδιά για προσάναμμα και σβουνιές απ τα αλώνια. Στο τέλος κάθε ημέρας οι μανάδες περίμεναν οι γιοι τους να φέρουν και λίγα προσανάμματα απ το ποτάμι. Πρώτος έδινε το παράδειγμα ο Αναστάσης, πάντα με ένα τσουβάλι δεμένο στο ζωνάρι,γεμιζε προσαναματα και σαν άρχιζε να σουρουπώνει, έπαιρνε το δρόμο της επιστροφής, ποτέ δε βγήκε στη ρούγα η Μαρουσιάννα να τον φωνάξει, γέμιζε το τσουβάλι προσανάμματα και γύριζε σπίτι, βρώμικος ιδρωμένος αλλά νικητής!! Όλο το καλοκαίρι η Κωστάντου ήξερε ότι το βράδυ θα τους φέρει ψάρια και καραβίδες, καμιά φορά και καμιά πάπια, αν και στη σφεντόνα δε ήταν και τόσο καλός εκείνο τον καιρό ακόμη.
Σπατάλες δε τους έπαιρνε να κάνουν μέχρι να έρθει η άλλη σοδειά,να ανασάνουν και  να δουν προκοπή, κρατούσαν τις κότες και τα άλλα ζωντανά  να τα σφάξουν το χειμώνα και έτσι το ψάρι ήταν ευλογημένο και ευπρόσδεκτο στο τραπέζι τους.
Όλα μετρημένα, ο πόλεμος καρτερούσε στην πόρτα και αυτές τρεις γυναίκες μόνες, είχαν τον Αναστάση  δέκα χρονών παλικαράκι αποκούμπι, περίμεναν να γεμίσει το τραπέζι τους με τροφή κάθε βραδύ και εκείνος είχε πάρει αυτό ο ρόλο στα σοβαρά, χωρίς ψάρι και καραβίδες δε γύριζε στο κονάκι.

Ο διχασμός έφερνε άσχημα χαμπέρια από την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος με το Βενιζέλο τρώγονταν σαν τα σκυλιά. Μαζί και οι δυο στον ίδιο τόπο δε χωρούσαν, ένας τράβηξε για την Κρήτη και έκαμε εκεί κυβέρνηση.
Ο πόλεμος μαίνονταν στα σύνορα, οι μεγάλες δύναμης μπήκαν και έκαναν τη Θεσσαλονίκη ερείπιο, και δε έφτανε τούτο το κακό, έπιασε φωτιά στην πολιτεία σε ένα χαμόσπιτο,οι γείτονες δε έδωσαν σημασία και η φωτιά έγινε πύρινο ποτάμι, κάηκαν σπίτια μέχρι στο Διοικητήριο,μα οι Γάλλοι δε βοηθούσαν με της δύναμής τους, μονάχα κάτι Άγγλοι έδωσαν ένα χέρι στην κατάσβεση τούτη. Η πόλη έγινε στάχτη !
Ο απλός κοσμάκης στα χωριά δε ήξερε ποιος έχει το δίκιο με το μέρος του, αυτοί ξέραν ότι ο πόλεμος τους στερούσε τη ζωή, ότι τα τρόφιμα ακρίβυναν,ότι οι άντρες ήταν στα βουνά,τα λεφτά έχαναν κάθε μέρα την αξία τους! Έφτασαν στο σημείο να κόβουν το μεγαλύτερο χαρτονόμισμα σε δυο κομμάτια για να μην εκδώσουν νέα χαρτονομίσματα με τη μικρότερη αξία!
Μια στάλα κράτος και οι άνθρωποι μετρημένοι στα δάκτυλα, τι θελαν και άνοιγαν πληγές;
Ο κόσμος είχε βαρεθεί τους σκοτωμούς, ήθελε να φάει γλυκό ψωμί.Πάνω που τους άφησαν οι Τούρκοι και πίστεψαν πως θα δουν άσπρη μέρα, έφτασαν να λένε πάλι βοήθα Παναγιά με τις εσωτερικές τους φαγωμάρες και τα μεγαλοπιάσματα του Βενιζέλου που ήθελε την μεγάλη Ελλάδα.
Ο κοσμάκης ζούσε σε καλύβες στα χωριά, είχε για πάτωμα πατημένο χώμα και στρώμα από άχυρο, τα καλοκαίρια τους έτρωγε η ελονοσία, η ψείρα και οι ψύλλοι, τους θέριζαν οι αρρώστιες από την έλλειψη υγιεινής και οι πολιτικοί τρώγονταν για το ποιος θα κάνει κουμάντο και ποιος θα είναι αυτός που θα στείλει τους Έλληνες να σκοτωθούν στα σύνορα για να πάρουν αυτοί τα παράσημα.
Έτσι έριξαν το ανάθεμα στο Βενιζέλο και έβγαλαν εκεί όλα τα απωθημένα τους πετώντας πέτρες σε κάθε πλατεία κάνοντας σωρούς γύρω απ το ομοίωμα του Βενιζέλου, ακολουθώντας με κατάρες τον αφορισμό του Μητροπολίτη, γιατί στην Ελλάδα οι παπάδες είχαν πάντα λόγο και στην πολιτική παρέσερναν τον κοσμάκη σε πράξεις όπως τούτες.

Η Μαρουσιάννα κρατούσε με νύχια και με δόντια τις χρυσές που είχε βρει από τον Τσαούση,ήταν το μόνο που για το οποίο του ήταν ευγνώμων.Σκόπευε να κάνει πολλά με αυτές, να φτιάξει και σχολείο κάτω στην πλατεία στο μεγάλο πλατάνι,μα ας περνούσε πρώτα τούτου το κακό, για την ώρα καλή ήταν και η σάλα της για τα παιδιά.
Ενθουσιασμένη με τις νίκες στη Μακεδονία η Μαρουσιάννα όταν τύχαινε να περάσει στρατός απ τον πλατύ δρόμο που πήγαινε στην Καλαμπάκα, καρτερούσε με τα μουλάρια φορτωμένα αλεύρι για να έχουν ψωμάκι οι φαντάροι, τραχανά να τρώνε κάτι να ψυχοπιάνοντε μες το κρύο και τσίπουρο να βάζουν στις πληγές.Έκοψε όλες την άσπρες λινές της κουρτίνες και τις έκανε επιδέσμους με τη βοήθεια της Μυρτούς και Kωστάντους.
Μια μέρα έφτασε χαμπέρι στο χωριό ότι ένα κοπάδι πρόβατα ίσα με χίλια ζωντανά, γίδια,πρόβατα μα και μουλάρια φορτωμένα έρχονται κατά την Τσίαρα!Πρώτα είδε το σκύλο τους η Μαρουσιάννα,τον καραμπασάκι άσπρο με μαύρο κεφάλι! Ήταν γερασμένος μα σαν έφτασε κοντά στο αρχοντικό άρχισε να γαβγίζει σαν τρελό.
Βγήκε ο Αναστάσης και φοβήθηκε, μάνα ωω μανααάα ήρθε ένα μαύρου σκλι* στη ρούγα μας!
Η Μαρουσιάννα είδε τον καραμπασάκι και βγήκε στο δρόμο ξυπόλητη από χαρά και αγωνία.
Καραμπασάκι μου ποιος σε έφερε εδώ αγόρι μου; Το σκυλί γάβγιζε και τριβόταν πάνω στα σιγκούνια της,σήκωνε τα πόδια με χαρά και κούναγε σαν τρελό την ουρά του που βρήκε την κυρά του.
Ξωπίσω έφτασε πεζός ο πατέρας της,γερασμένος και ασπρομάλλης με την κάπα κρεμασμένη στον ένα ωμό και την κλούτσα να τον βαστά όρθιο να μην καμπουριάζει!
Άνοιξε τα χέρια ο γέρος και αγκάλιασε το παιδί του μετά από έντεκα  χρόνια. Βγήκε και ο Αναστάσης τρεχάτος και ξεθαρρεμένος μόλις είδε τη μάνα του να αγκαλιάσει το γέροντα.
Έλα πασά μου να σε χαρώ, έλα να γνωρίσεις τον παππού σου!
Κοριτσάκι την πάντρεψε ο γέροντας και της έδωκε παπά και τώρα τη βρήκε χήρα τσιφλικά μέσα σε αρχοντόσπιτο.
Έλα πατέρα,πάμε να κάτσεις να ξαποστάσεις και να με πεις τα χαμπέρια*, ο γέροντας κούνησε το κεφάλι και ζήτησε ένα ποτήρι νερό.
Η Κωστάντου έτρεξε να τον φιλέψει, έφερε αμέσως νερό, τσίπουρο και λουκούμι να τον γλυκάνει, έτσι ήταν το έθιμο εκείνη την εποχή.
Ύστερα άφησε την κυρά της με τον πατέρα της στη σάλα και χώθηκε στην κουζίνα με τη Μυρτώ για να ετοιμάσουν μεζέδες και πίτες για το βράδυ.
Μέρες ταξιδεύουμε με τα ζωντανά Μαρουσιάνναμ, ευτυχώς που έχω καλά σκλιά και τον μπιστικόμ του Μήτρου, αλλιώς τι θα έκαμα δε ξέρου, γέρασα κόρημ παν τα κουράιαμ*, η μάνας ήθελε να σι δει.
Θα έρθει η μάνα; ρώτησε η Μαρουσιάννα με τα μάτια διεσταλμένα από χαρά.
Αχά, έρχιτι σι κρένω, ειναι πείσω ακόμα με τα μπλάρια*, τη φέρν ο  Μίτσιους*

Έμαθα τα νέας στου παζάρ,* στη Λάρσα* απού ένα χουρουφύλακα,τουν λέω, ιγώ εχω δυχατέρα την παπαδιά απ την Τσιάρα και μι λέει αγιέμ* δε ξερς ισι τίπτας*;
Το και το μι λέει η άνθρουπους, χήρεψ δυο βολές η έρμη, τι ήταν να του μάθου με έζουσαν τα φίδια, λέω τς μάνας, κυρά τώρα ία κινάμε για τα Τρίκαλα και από κει στην Τσιάρα να βρούμε του κουρίτς, να όπως στα λέω γίνκαν κι ήρθα!
Αργά το βράδυ έφτασε και η μάνα της Μαρουσιάννας,η χαρά και οι στιγμές της αντάμωσης  των γυναικών δε περιγράφετε, Η γρια βλάχα έκατσε στο σκαμνί ενώ η κόρη της πρότεινε να καθίσει στην πολυθρόνα του Τζακιού όπως πρώτο έκατσε και εκείνη, τη βραδιά που χήρεψε το 1910, μα η γριούλα ήταν τόσο σεμνή και άμαθη σε μεγαλεία που προτίμησε το σκαμνί στο αρχοντικό της κόρης της.Σε τέτοιο σπίτι δε είχε ματαμπεί* σε ούλη της ζήση, ζούσε στα βουνά από μωρό παιδί τα καλοκαίρια και το χειμώνα σε κάμπους για να ξεχειμωνιάζουν τα πρόβατα σε χαμηλό υψόμετρο,αυτή ήταν η ζωή της, νομάδας είχε γεννηθεί και ετσι γέρασε.Το σπίτι της ήταν πάντα μια καλή σκηνή από υφαντό σκουτί και βέργες στη σκεπή από τα γύρω δέντρα και για πάτωμα καλό πατημένο χώμα παλαμισμένο, σαν στέγνωνε ο πηλός καλά το έστρωνε με τις βελέντζες της και τα χοντρά χράμια.Ντουλάπια δε είχε δει ποτέ και καναπέδες! Αυτή είχε τα σεντούκια της με τα απαραίτητα μαγειρικά σκεύη,τα καρδάρια της για το άρμεγμα και γκιούμια για να συλλέγουν το γάλα. Αυτά ήταν όλα και όλα το νοικοκυριό της, κατάχαμα κοιμήθηκε σε όλη τη ζωή, οκλαδόν έτρωγαν μέσα στη σκηνή, χιλιάδες φορές άναψε τη φωτιά έξω από την σκηνή για να βάλει καζάνι και να μαγειρέψει το φαΐ για τον κύρη της και τους βοσκούς του καραβανιού τους.Ζύμωσε χιλιάδες καρβέλια,έπλασε δεκάδες χιλιάδες φύλλα για της πίτες της,σκυμμένη πάνω στον ξύλινο σοφρά της, ολημερίς βοσκούσε με τον κύρη της τα πρόβατα και σαν σουρούπωνε και οι άντρες άρχιζαν το άρμεγμα εκείνη έπαιρνε το δρόμο για το ποτάμι ,έπλενε τα χέρια της έπαιρνε νερό και τραβούσε έξω απ την καλύβα τους,έβαζε το φαΐ στον ταβά της πάνω στην πυροστιά και άρχιζε άλλες δουλειές μέχρι να σβήσει το φως της μέρας. έπιανε το λανάρι να ξάνει μαλλιά, τα άξενε, τα λανάριζε να αφρατέψουν, τα έκανε τλούπες , τα έγνεθε στη ρόκα και γύρναγε το αδράχτι και το σφοντύλι με τέχνη πέρυσι και ύστερα τα έκανε αλτσίδια, για να τα ρίξει στο καζάνι για βάψιμο και σαν τα τελείωνε ήταν έργα τέχνης,πάνω σε τέτοια στρωσίδια κοιμόταν αυτή και ο κύρης της, με τέτοια έργα τέχνης σκέπαζε τις ράχες των αλόγων της και τα βόδια σαν έπιαναν τα κρύα και δεν είχαν βρει σπηλιά να τα νυχτερέψουν.

Είπαν όλα τα νέα για τη ζωή και τα ζωντανά τους, για τους μπιστικούς των κοπαδιών για τον πόλεμο στα βουνά .Οι γριούλα έβγαλε μέσα απ τον κόρφο της δυο πουγκιά με παράδες.
Αυτά κόρημ ειναι για το γιο που έκανες!
Χρόνια τα μαζεύ η πατέρας, κάθε βολά* που πλάμε κατσίκια και πράτα και τα κάνουμι χρυσές,τον είπα προψές δυο κουβέντες ,Θύμιο τλέου γέρασαμαν αφού εμαθάμαν για του κουρίτσ τι κακό του βρίκει να πάμε να τ σταθούμε, σαν βρούμε κόρημ άνθρουπου θα πλίσουμε κι τα γίδια!θέλω να θα κάτσου δω νας, σμια* γουνίτσα, μπιζέρσα* στα βνα και τς κάμποι να γκιζιράω* απόστασα! Μια μπουκουσιά* ψουμάκι θέλω και ένα ποτήρ νιρό, αρκεί νας βλέπου, άλλου απου σένα δε εχω κανέναν.
Τι λες βρε μάνα που θα πουλήσουμε σε τέτοιους καιρούς! Εδώ όλοι μαζί θα ζήσουμε, το σπιτικό ειναι μεγάλο και εγώ άλλους από εσάς δε εχω, όσο για τα γίδια θα δούμε, αν θέλει ο Μήτρος να κάτσει εδώ θα του δώκουμε μεράδι απ το γάλα, να πήζει τυριά και να πουλάει στο παζάρι να ζήσει άιντε να του βρούμε και κορίτς να παντρευτεί καιρός του ειναι!Όσο για τους τσιουμπαναρέους δε ξέρω αν μπορώ να πληρώνω τόσο κόσμο, εχω και τους ντόπιους, βλέπεις εχω και εγώ πρόβατα και γελάδες ίσα με 60 κομμάτια και χώρια στα βουνά.Έχει ο θεός άντε πάμε να φάμε και ύστερα να γείρουμε να ξαποστάσετε.Σαν έφαγαν και χόρτασαν κουβέντα,έσβησαν την λάμπα και τα κεριά και πήγαν στις κάμαρες.

Η γριούλα έκανε εκατό φορές το σταυρό της, ξάπλωσε στα λευκά απαλά σεντόνια και ρίγησε από το κρύο σε τέτοιο πράμα δε είχε ξαναγύρει ποτές,δόξασε το θεό και έκλεισε τα μάτια, μέχρι το πρωί ξεψύχησε.
Γρήγορα όμως ξεπεράστηκε το πένθος γιατί η ζωή τραβάει εμπρός,ο γέροντας είχε τώρα τον εγγονό του και η Μαρουσιάννα ίσα με χίλια πεντακόσια ζωντανά στα λιβάδια και άλλα 60 στους στάβλους του αρχοντικού.
Έπηζαν τυρί πρωί και βράδυ, δέκα νομάτοι άρμεγαν από εκατό πρόβατα ο καθένας δυο φορές τη μέρα,χώρια ο Ζήσης τις γελάδες στους στάβλους του αρχοντικού.
Η Μαρουσιάννα αναγκάστηκε να αγοράσει απ την Καρδίτσα ξύλινα βαρέλια για το τυρί. Μα δε υπήρχε χώρος να τα αποθηκεύουν για να ζυμωθεί το τυρί μέσα στα βαρέλια και έτσι πήραν απόφαση για να κάνουν μια αίθουσα ζύμωσης για τα τυριά τους.
Όλες οι γυναίκες του χωριού πήγαν στο ποτάμι και έβαλαν στα καλούπια πηλό και έφτιαξαν ίσα με δεκαέξι χιλιάδες πλήθους.Έσκαψαν τη γη την πότισαν καλά με νερό ποταμίσιο και μετά ανακάτεψαν το υγρό χώμα με άχυρο,μέρες ολόκληρες πατούσαν το χώμα μέχρι το γόνατο μες τη λάσπη και με τα χέρια γέμιζαν τα καλούπια ένα ένα πλίθο. Είκοσι μέρες χρειάστηκαν οι γυναίκες για τα δεκαέξι χιλιάδες πλιθιά και άλλες τόσες για να στεγνώσουν και να γίνουν στέρεα έτοιμα για χτίσιμο.
Τα άφησαν να στεγνώσουν πρώτα στο ήλιο κοντά στο ποτάμι και μετά τα μετέφεραν στο χωρίο με αραμπάδες, για χτίσουν το πρώτο χώρο που θα ήταν ο χώρος φυλάξεις για τα τυριά που έφτιαχναν.
Οι άντρες έφτιαξαν μια μεγάλη αποθήκη δώδεκα μέτρα μάκρος και πέντε φάρδος με ένα χώρισμα στην μέση.Η μια πλευρά είχε ράφια και τσιγκέλια κρεμασμένα για τα σκληρά τυριά να φυλάσσονταν εκεί μέχρι να ωριμάσουν και να πουληθούν και η άλλη πλευρά φιλοξενούσε τα βαρέλια με τη φέτα.Παραθύρια είχε μόνο ψηλά για να μπαίνει αέρας και φως χωρίς να βρίσκει τα βαρέλια να μην τα θερμαίνει,η πόρτα του έγινε από ξύλο κερασιάς και σιδερένια πιρόνια.Έτσι χτίστηκε το πρώτο τυροκομείο στη Θεσσαλία.
Εκεί έβαζαν τα βαρέλια στη σειρά,πάνω σε μαδέρια από έλατο και δυο φορές τη μέρα τα κυλούσαν για να αλλάξει θέση το γάλα μέσα στο βαρέλι.Απ το γάλα έφτιαχναν το βούτυρο,το έβαζαν μέσα σε ένα πήλινο δοχείο που το έλεγαν φτύνα, εκεί ξίνιζε μέσα σε τρεις ήμερες, κατόπιν το έριχναν στο μπουτινέλο, ένα ψηλό ξύλινο δοχείο, το χτυπούσαν με ένα μεγάλο κοντάρι μέχρι να ανέβει το βούτυρο επάνω στην επιφάνεια και κατόπιν το μάζευαν προσεκτικά και το έριχναν σε νερό πλάθοντας το μπαλάκια,μόλις κρύωνε το αλάτιζαν και είχαν ένα τέλειο και φρέσκο βούτυρο!!!!
Το γίδινο γάλα το έκαναν κασέρια και λαδωτήρια, τις μυτζήθρες τις κρέμαγαν ψηλά στα μαδέρια της σκεπής τη νύχτα μα τη μέρα τα έβγαζαν στον ήλιο να γίνουν*.
Ο κάμπος του χωρίου ότι έβγαζε το κατανάλωνε με μιας το ίδιο το χωρίο, τα πρόβατα το χειμώνα θέλουν τάισμα στο παχνί όπως και τα γελάδια,οπότε η παραγωγή από τα καλαμπόκια και τα τριφύλλια τους πήγαιναν όλα στο αρχοντικό σε μεγάλες αχυρώνες χτισμένες από πλιθιά. Η Μαρουσιάννα έκανε τον μεγαλύτερο άλμα της εποχής χωρίς να το γνωρίζει η ίδια, έβαλε το πρώτο λιθάρι για την ίδρυση ενός συνεταιρισμού με γερές βάσεις με τους χωριανούς της συντρόφους και συνεταίρους.
Χόρτασαν ψωμάκι από το στάρι των εύφορων χωραφιών τους, έγιναν νοικοκυραίοι και απολάμβαναν τους κόπους των χεριών τους.Αγάπησαν τη γη τους πλιότερο από πότε!
Κάθε σπίτι απόκτησε ζωντανά, κότες, κατσίκες και φυσικά γουρούνια.
Αυτά τα ζώα έγιναν πολύ αγαπημένα ζώα του Καραγκούνη και τις μέρες των Χριστουγέννων έκαναν την γουρνοχαρά, τα γουρούνια σφάζονταν, και ετοιμάζονταν από τις κυράδες με μεγάλη προσοχή κάθε κομμάτι κρέατος.
Γίνονταν από λουκάνικα και λαρδί,μέχρι τσιγαρίδες με λάχανα και λίπα για το μαγείρεμα.
Το τυροκομείο με τα πλίθινα τοιχία έφερε την ανάπτυξη στο χωριό και την οικονομική ευμάρεια της Μαρουσιάννας,χωρίς να έχει ανάγκη τις χρυσές του Τσαούση, ένοιωσε δυνατή και έμαθε να διαχειρίζεται την περιουσία της, μπήκε δυναμικά στην αγορά και πουλούσε το τυρί της χωρίς μεσάζοντες στα μαγαζιά την πόλης των Τρικάλων,στη Λάρισα και στην Αθήνα,στην πρωτεύουσα το τυρί της το έτρωγαν τα καλύτερα σπίτια, μέχρι και υπουργοί της χώρας!!! Αυτό ήταν το πρώτο επαγγελματικό άλμα της κυράς του κάμπου.
Η Ανθή ήταν εκεινη που το πρωτόβαλε στο τραπέζι της και το πρόσφερε στους φίλους του άντρα της, έκτοτε όλοι οι φίλοι του ζευγαριού παράγγελναν τυρί στην Μαρουσιάννα.
Ο Αιμίλιος και η Ανθή βοήθησαν στο θέμα των πωλήσεων την Μαρουσιάννα όσο κανείς, πήγαιναν το τυρί σε όλα τα μπακάλικα της Αθήνας και έπαιρναν παραγγελίες για βαρέλια φέτας αλλά και μυτζήθρα.
Τα Χριστούγεννα η Μαρουσιάννα έστειλε με το τρένο δεκαπέντε βαρέλια τυρί, βούτυρο και μυτζήθρες. Ο Αιμίλιος και η Ανθή πήγαν για να γιορτάσουν τα Χριστουγεννα στο χωριό.
Η Ανθή ήταν πολύ ενθουσιασμένη με την έκβαση των πωλήσεων και παρότρυνε την φιλενάδα της εκτός από το τυρί να αρχίζουν να πουλάνε και τα τομάρια των προβάτων που σφάζανε. Η τρέλα των πλουσίων Αθηναίων ήταν τα αυτοκίνητα ,αν επεξεργαζόταν τα τομάρια θα γινόταν τα καθίσματα ποιο ζεστά για το χειμώνα. Η Μαρουσιάννα άρπαξε την ιδέα και μπήκε στην εφαρμογή της.
Κάθε τομάρι από τα ζώα που σφαζόταν πλενόταν καθαριζόταν και καρφωνόταν σε τελάρα για να μείνουν τεντωμένα, έτσι οι μικρές λευκές γουνίτσες γινόταν χαλάκια για καθίσματα αυτοκινήτων για να ζεσταίνουν τα κρύα αυτοκίνητα της πρωτεύουσας αλλά και πολλές άμαξες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου