Τρίτη, 16 Απριλίου 2013

Η ΚΥΡΑ ΤΟΥ ΚΑΜΠΟΥ - Αλεξάνδρεια 6

Μια νύχτα που δεν την έπιανε ύπνος, βγήκε στη ρούγα του σπιτιού της, πήγε και έκατσε στην πέτρα που την έχει πάει ο Τσαούσης να κάτσει νεόνυμφη και της έδειξε το αρχοντικό, λέγοντάς της πως της ανήκει. Έκλεισε τα μάτια της και άρχισε να αναπολεί τα νιάτα, τη ζωή της, τις χαρές και τις τραγωδίες που έζησε μέσα σε αυτό το σπιτι.Την πήραν τα δάκρυα, η απουσία του Μερκούρη την πονούσε, τον έφερε στο μυαλό της, θυμήθηκε τις λεπτές ρυτίδες των ματιών του, το όμορφο μέτωπο και την κορμοστασιά του, να περπατάει δίπλα του μέσα στα δρομάκια της Βενετίας, κρατώντας τον από το μπράτσο. Άνοιξε ξανά τα μάτια, ο ήχος του νερού και το τραγούδι του γκιώνη ήταν παρηγορητικά, γλύκαναν τον πόνο της. Ή  Αίγυπτος ήταν μακριά, αν έφευγε ίσως δε ξαναγύριζε πότε πίσω. Ίσως να μην ξανά άκουγε γκιώνη, να μην ξανά μύριζε γαρίφαλο και γαρδένια. Μπορεί πάλι εκεί να ήταν όλα τόσο όμορφα όσο της είχε πει εκείνος και να ερωτευόταν τον τόπο του όσο και τον ίδιος.
Η ελευθερία που είχε νοιώσει στην Ιταλία, μαζί με τον έρωτα του μελαχρινού άντρα την έκαναν να μην αντέχει την μικρή κοινωνία του χωριού και την Ελληνική νοοτροπία της εποχής. Άραγε θα ένοιωθε τέτοια ελευθερία και στην Αίγυπτο; Η ίδια ήταν γεννημένη και μεγαλωμένη σαν αγριμάκι στα βουνά και στην εύφορες κοιλάδες, είχε μεγαλώσει παίζοντας με τα άλογα και τα κατσίκια του πατέρα της, ακούγοντας μέχρι αργά την νύχτα τη φλογέρα των βοσκών του κοπαδιού τους. Ήταν γεννημένη νομάδας, μαθημένη να ταξιδεύει.
 Έδωσα ότι έπρεπε στο κάμπο μονολόγησε , μεγάλωσα το αγόρι μου, τον έκανα λεβέντη πια. Έζησα τίμια, νοικοκυρεμένα, δε λέρωσα το όνομα ούτε του παπά , ούτε του Τσαούση και ας τον μίσησα τις τελευταίες ώρες της ζωής του. Τίμησα όσα μου άφησε ο Τσαούσης, με έκανε αρχόντισσα του κάμπου, με γέμισε φλουριά και μετάξια,μου άφησε κληρονομιά το τσιφλίκι και το αρχοντικό.
Είχε χρόνια να τον σκεφτεί, είχε θάψει μέσα της καθετί από εκείνον και τη νύχτα του φονικού, πίστευε ότι είχε κλείσει τους λογαριασμούς μαζί του.
Θα έφευγε, σηκώθηκε από το πεζούλι της αυλής της και μπήκε στο αρχοντικό, είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου να ανοίξει τα φτερά και ας ήταν σαράντα δυο ετών.

Σαν ξημέρωσε η μέρα που ήρθαν τα μηχανήματα από τη Βενετία για το εργοστάσιο, πήγε όλο το χωριό να βοηθήσει στο ξεφόρτωμα και στο στήσιμο των σιδερένιων θηρίων.
Φούρνοι, ξηραντήρια, ζυμωτήρες, κοπτήρες ζυμαρικών και ένα πλήθος εξαρτημάτων γέμισαν το χώρο του πέτρινου κτηρίου.
Μέχρι το μεσημέρι είχε έρθει από την Αθήνα ο Αιμίλιος, που ήξερε φαρσί τα Ιταλικά μιας που εκεί είχε σπουδάσει ιατρική,  μαζί του έφερε Ιταλούς τεχνικούς για το  μοντάρισμα των  μηχανημάτων.
Τούτα θα άλλαξαν τη ζωή στο χωριό, ο Αναστάσης λόγο απειρίας, είχε  αφήσει τον Αιμίλιο και την Ανθή να κάνουν μια συμφέρουσα συμφωνία για την νέα παραγωγή ζυμαρικών, με τον ελληνικό στρατό και με μπακάλικα της Αθήνας. Αν είχαν κέρδη θα προσπαθούσαν να κάνουν και εξαγωγές από την επόμενη χρονιά.
Η Ανθή βρήκε τρόπο να διοχετεύσει όλη την ενέργεια της στην οργάνωση πωλήσεων του Βεργά, μιας που δεν απέκτησε παιδιά παρ όλες τις προσπάθειες που έκαναν με τον Αιμίλιο τα πρώτα χρόνια.
Το εργοστάσιο ζυμαρικών ήταν το μέλλον του χωριού, το μέλλον του Αναστάση και της Ανθής αυτό θα τους έσωζε τον καιρό της κατοχής λίγα χρόνια αργότερα.

Η Μαρουσιάννα την πρωτοχρονιά του 1932 κάνει μια μεγάλη γιορτή, όλοι οι χωριανοί ήρθαν στο μεγάλο αρχοντικό να γιορτάσουν τον ερχομό του 1932.
Γέμισαν το τραπέζι της σάλας με φαγητά, άναψαν το μεγαλο τζάκι να ζεσταθεί η σάλα, έβαλαν παντού κεριά και γυάλινες λάμπες πετρελαίου για να φωτιστεί το σπιτι.
Οι άντρες του χωριού στρωθήκαν στα μιντέρια με τα μεγάλα μαξιλάρια και έπιασαν το τραγούδι, οι γεροί έκατσαν γύρω απ τη φωτιά να ψήσουν κάστανα για τα παιδιά και να πουν ιστορίες από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας και τους εξηγούσαν πόσο μεγαλο αγώνα έκαναν για να αποκτήσουν τούτη τη γη.
Οι γυναίκες έστρωναν τις τάβλες* μπροστά στα μιντέρια και στο τζάκι για να φέρουν κοντά τα εδέσματα που είχαν φτιάξει για τη γιορτή.Ο μπακλαβάς και το κανταΐφι μοσχοβόλαγαν κανέλα, οι πιατέλες ξέχειλες με ψημένο χοιρινό, κόκορα στη γάστρα με μανέστρα, πίτες με τραχανά και κοτόπουλο, σπανακόπιτες και γαλοτύρι μέσα σε βαθιά πιάτα. Οι μαστραπάδες γεμάτοι με κρασί και σερμπέτια από ρόδι για τα παιδιά. Όλο το σπιτι πλημμυρισμένο με κόσμο που λαχταρούσε να γιορτάσει, να γελάσει και να ευχηθεί καλή χρονιά.
Διασκέδασαν μικροί και μεγάλοι, αντάλλαξαν ευχές, έριξαν ντουφεκιές και έσπασαν ρόδια για το καλό του νέου έτους.
Σαν άλλαξε ο χρόνος, η Μαρουσιάννα τους ανακοίνωσε ότι θα φύγει για ένα μεγάλο ταξίδι.
Τους ζήτησε να μείνουν αγαπημένοι και ενωμένοι, να βοηθούν το γιο της, να προκόψει το εργοστάσιο αλλά και οι ίδιοι και πάνω από όλα να στηρίζουν την Κωστάντου γιατί την αφήνει στο ποδάρι της.
Πριν φύγει πήγε  με το γιο της και την Κωστάντου στα Τρίκαλα σε ένα δικηγόρο για να μεταβιβάσει το μερίδιό της στην οικονόμο της και στο γιο της.
Στο ταξίδι προς την Αθήνα την συνόδευσε ο γιος της, στο λιμάνι και την αποχαιρέτησε μαζί με το ζεύγος  Αυγέρη.
Η συγκίνηση ήταν γραμμένη στα μάτια τους.
Μάνα γιατί διαλέγεις το φευγιό;
Πρέπει, του απάντησε εκεινη, ενώ του χάιδεψε τα μαλλιά. Εσύ είσαι τώρα ο νοικοκύρης, δε με χωράει άλλο εδώ ο τόπος αγόρι μου. Εξάλλου όλα τα αρχοντόσπιτα έχουν έναν κύρη, δυο κοκόρια στην ίδια αυλή δε χωράνε!! Θα έρθω μόλις μου πεις ότι παντρεύεσαι, γέλασαν .......

Στο Μερκούρη δε έχει γράψει λέξη ότι θα πάει, γιατί φοβόταν την απάντηση, πήρε το ρίσκο του ταξιδιού με την πεποίθηση μιας ώριμης γυναίκας που παλεύει στη ζωή και κερδίζει.
Όσο ξεμάκραινε το καράβι, τόσο ξεχνούσε τα μυστικά που την στοίχειωναν τις νύχτες στο αρχοντικό, όσο ανοίγονταν στη θάλασσα τόσο χάνονταν οι σκιές των νεκρών που αφηνε πισω της. Σε όλο το ταξίδι ύφαινε τη νέα της ζωή. Τις νύχτες στο στενή κουκέτα  της καμπίνας της, αποκοιμίζονταν ακούγονταν το θόρυβο της μηχανής και σκεφτόταν τι θα έλεγε στο Μερκούρη όταν τον συναντούσε. Έπιανε τον εαυτό της να κάνει όνειρα σαν παιδούλα, να θέλει να ξανά αρχίσει τη ζωή της, σαν να μην είχε ζήσει τίποτα φρικτό και καταστροφικό. Άφηνε όσα την στοίχειωναν  να πέφτουν στη θάλασσα και τα ξόρκιζε. Σαν πέρασαν την Κρήτη το κλίμα έγινε ποιο ζεστό, ερχόταν έναν ζεστός γλυκός αέρας πάνω στο κατάστρωμα και οι γυναίκες φορούσαν λευκά και υπόλευκα ρούχα, οι φούστες είχαν ανέβει μέχρι τη γάμπα και οι γυναίκες απολάμβαναν τα βλέμματα των αντρών, αν και έδειχναν να αδιαφορούν, όλες τους ήθελαν την επιβεβαίωση για την ομορφιά τους. Η Μαρουσιάννα είχε υιοθετήσει τα παντελόνια που συνήθιζε να φορά η Μαρλέν Ντίτριχ στον κινηματογράφο, της άρεσε πολύ αυτή η γυναίκα και είχε υιοθετήσει το στιλ της, είχε δει τις δυο τελευταίες ταινίες της ( Μαρόκο, μια ταινία του 1930 και την ταινία Κατάσκοπος Χ/ 27 ). Περισσότερο την  είχε γοητεύσει μια ταινία που πρωτοείδε στην Αθήνα με τίτλο Γαλάζιος άγγελος. Άρχισε να την μιμείται όταν χαμογελούσε, ή όταν μισό έκλεινε τα μάτια της δείχνοντας πως σκέφτεται, καμάρωνε την όμορφη φιγούρα της μπροστά στον καθρέφτη. Στο χωριό δε σπαταλούσε ποτέ χρόνο για να καθρεφτίζετε,ούτε φόραγε στα χείλη κοκκινάδι. Είχε μάθει να βγάζει τα φρύδια της όπως εκείνη, κουνούσε το κεφάλι της γοητευτικά και μιλούσε πια αργά,  καθαρά και χαμηλόφωνα. Έδειχνε Ευρωπαία γιατί ήταν κατάξανθη και πρασινομάτα.
Της αρεσε το νέο στιλ της με τα κομμένα της μαλλιά και έριχνε το λευκό της σακάκι στο ώμο όπως η Μαρλέν! Κάθε φορά όμως που σκεφτόταν το χωριό και τι θα έλεγαν οι χωριανοί της αν την εβλεπαν, γινόταν κατακόκκινη. Είμαι εγώ έλεγε, κοιτάζοντας το είδωλο της στον καθρέφτη, απλά άλλαξα ρούχα και έκοψα τα μαλλιά μου και φοράω κοκκινάδι και μολύβι στα μάτια!! δεν ειναι κακό χρυσή μου, μονολογούσε κάνοντας νάζια σαν την Ανθή.

Η Ελληνική κοινότητα της Αλεξάνδρειας ιδρύθηκε το 1843 από τους πρώτους Έλληνες της παροικίας. Αλλά κατά την περίοδο του 1861 άρχισαν να πληθαίνουν οι Έλληνες της παροικίας, εκεινη την εποχή άρχισε ο εμφύλιος πόλεμος στην Αμερική που ήταν η κύρια δύναμη σε παραγωγή βαμβακιού, έστελνε βαμβάκι στη Γαλλία και την υπόλοιπη Ευρώπη για της ανάγκες της βιομηχανίας στον τομέα της κλωστοϋφαντουργίας,τότε άρπαξαν την ευκαιρία οι Έλληνες της Αιγύπτου, που μέχρι τότε ασχολούνταν περισσότερο με την παραγωγή ρυζιού και σιτηρών, οι οικογένειες Τοσίτσα, Ροίδή, Μπενάκη, Κασσαβέτη, Καζούλη, πολύ Συριανοί και Ηπειρώτες, έστρεψαν την προσοχή τους στην καλλιέργεια βάμβακος και καπνού. Έγιναν   οι τροφοδότες και οι μεγάλοι εξαγωγής της περιοχής, στέλνοντας βαμβάκι στα Λιμάνια της Τεργέστης και του Λίβερπουλ.Το βαμβάκι τροφοδοτούσε μια σειρά βιομηχανιών από εκκοκκιστήρια και κλωστήρια, μέχρι την παραγωγή βαμβακοελαίων και ζωοτροφών.
Η πόλη ήταν μια μικρή Ελλάδα, με τράπεζες, καφενεία, μαγαζιά, μέχρι θέατρα και κινηματογράφους που θα ζήλευε η Αθήνα εκείνης της εποχής.
Οι Έλληνες της παροικίας, είχαν μικρά εργοστάσια τσιγάρων,τεράστια καταστήματα υφασμάτων με ότι καλύτερο υπήρχε στην Ευρώπη, δεκάδες κοσμηματοπωλεία και καταστήματα υπόδησης!
Οι πάροικοι  γλεντούσαν ελληνικά, αλλά ήσαν ποιο ελεύθεροι και κοσμικοί από τους Ελλαδίτες.Στις βραδυνές εξόδους, το σμόκιν για τους άντρες και το βραδινό φόρεμα για τα θηλυκά ήταν απαραίτητα, οι ράφτρες έκαναν χρυσές δουλειές στην Αλεξάνδρεια εκείνη την εποχή.
Η Αλεξάνδρεια ήταν το Παρίσι της βόρειας Αφρικής , κοσμοπολίτικη όσο καμιά άλλη πόλη,γεμάτη με κέντρα διασκεδάσεως με μια κουλτούρα ξεχωριστή και ένα συνονθύλευμα φυλών.
Οι Αιγύπτιοι κρατούσαν τα παραδοσιακά επαγγέλματα, καμηλιέρηδες, χαμάληδες που κουβαλούσαν σακιά με χουρμάδες και ολόκληρα φορτώματα καπνού στην πλάτη ή με κάρα, μέχρι τα καράβια που ταξίδευαν για Αμερική. Είχαν μικρομάγαζα με μπακιρένια αντικείμενα, και σκάλιζαν φιγούρες από αλάβαστρο, μικρά μαγαζιά που έραβαν κελεμπίες και καπέλα που συνήθιζαν να φορούν οι ντόπιοι.Αλλοι είχαν μαγαζιά που επεξεργαζόταν το δέρμα, τσαγκαράδικα, ήταν ψαράδες και μικροπωλητές του δρόμου, με την πραμάτεια τους πάνω σε ποδήλατα κατασκευασμένα με τεράστια καλάθια για να εκθέτουν τα προϊόντα τους και συχνά πουλούσαν τρόφιμα και ζεστά φάλαφελ μέσα σε αραβικές πιτούλες, χούμους ένα είδος αραβικού σάντουιτς και Τααμίγια,αποξηραμένα φρούτα και γλυκά. Οι γυναίκες των Αιγυπτίων δούλευαν στα χωράφια και στα σπίτια των πλούσιων Ευρωπαίων που εκμεταλλευόταν τη γη της Αιγύπτου, αλλά και τη διώρυγα του Σουέζ.Η διώρυγα ήταν το μήλο της έριδος, εκεί πέθαναν χιλιάδες άντρες, για τη διώρυγα φαγώνονταν οι Γάλλοι,Ιταλοί, Εγγλέζοι και οι Βέλγοι,όλοι ήθελαν μεράδι στην ξένη γη, κανείς δε νοιάζονταν για το τι θέλανε οι ίδιοι οι Αιγύπτιοι, αυτό βέβαια έφερε κάποια στιγμή μετά από λίγα χρόνια την αγανάκτηση, όπως ήταν απολύτως φυσικό. Μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο κοντά στο τέλος του 1958 ο Νάσερ τους έδιωξε χωρίς καμιά αποζημίωση για όσα άφηναν πίσω και για την τεράστια προσφορά τους στην οικονομία του τόπου .......
Αλλά την εποχή που έφτασε η Μαρουσιάννα οι Ευρωπαίοι και οι Έλληνες περνούσαν πολύ καλά στην χώρα τούτη.
Ιδιαίτερα οι Έλληνες είχαν πολύ καλές σχέσεις με τους Αιγυπτίους και αμοιβαίο σεβασμό, μιας που οι περισσότεροι Έλληνες της πόλης ήταν φτωχοί νησιώτες, που ήρθαν να βρουν την τύχη τους σε αυτή τη γη.Καλύμνιοι, Συμιακοί, Ροδήτες πάρα πολύ Κωνσταντινουπολίτες και δεκάδες οικογένειες από την Ιωνία, είχαν καταφθάσει μετά την καταστροφή της Σμύρνης.Οι Θεσσαλοί ήταν ελάχιστοι και μέσα σε αυτούς η Μαρουσιάννα. Πολύ αργότερα μετά τον πόλεμο του 40 ήρθαν Θεσσαλοί και στέριωσαν στην κοιλάδα φτιάχνοντας τις μεγαλύτερες παραγωγές καπνού και βαμβακιού γονατίζοντας την Αμερικάνικη αγορά και ρυθμίζοντας την τιμή του βάμβακος μέσα από το χρηματιστήριο της Αιγύπτου. Ως το 1956 /1958 έζησαν εκεί ως άρχοντες!
Η Μαρουσιάννα στο λιμάνι δε χρειάστηκε να ψάξει για ταξί που θα την πήγαινε σε ένα ξενοδοχείο,με το που έφτανε ένα καράβι, δεκάδες άντρες με λευκές κελεμπίες ορμούσαν να σου πάρουν τις αποσκευές και με υποκλίσεις σε οδηγούσαν στο Ταξί ή στο μόνιππο που είχαν στο λιμάνι. Ήξεραν Ελληνικά, Γαλλικά, Αγγλικά και έτρεχαν από επιβάτη σε επιβάτη με το που κατεβαίναν τη σκάλα του πλοίου.Το να φτάσεις στον προορισμό σου μέσα από τους δρόμους που ξεκινούσαν από το λιμάνι προς το κέντρο της πόλης, ήταν μαραθώνιος, κάρα, πεζοί, ζώα ποδηλάτες με τεράστια φορτία, χαμάληδες διπλωμένοι στα δυο από το βάρος, μικροπωλητές με ταμπλάδες κρεμασμένους στο λαιμό που διαλαλούσαν την πραμάτεια τους,γυναίκες καλυμμένες μέχρι τα μάτια που έσερναν παιδιά που κρατιούνταν από τα φουστάνια τους, Ευρωπαίες με ομπρελίνα, μαγαζιά με μπακίρια που τα μαστοράκια σφυρηλατούσαν έξω στο δρόμο, καμήλες φορτωμένες που έπαιρναν το δρόμο της ερήμου με ολάκερα καραβάνια, φελάχοι, Γάλλοι, Εγγλέζοι, Έλληνες, Άραβες, ρακένδυτοι και πλούσιοι, όλοι στους δρόμους, σαν να είχαν βάλει σκοπό να κινούνται για να ζαλίσουν την Μαρουσιάννα!!
 Έκανε συνέχεια αέρα με την βεντάλια της και ένοιωθε τα ρούχα της κολλημένα στο πετσί της από τη ζέστη.Τη ζάλιζαν οι ήχοι, οι μυρωδιές των μπαχαρικών που πουλούσαν έξω από μαγαζιά μέσα σε μεγάλα ταψιά, φτιαγμένα σωρούς που έμοιαζαν με τις πυραμίδες των Φαραώ, τα βαριά αρώματα γυναικών  που περνούσαν ξυστά από το ταξί, ήθελε απελπισμένα να πιει νερό και να ξαπλώσει κάπου δροσερά.
Όταν έφτασε στην ρεσεψιόν του ξενοδοχείου,τα μάτια της γέμισαν από την πολυτέλεια του χώρου και των επίπλων. Σαν να έφτασε ξαφνικά σε άλλο κόσμο, έπιπλα μπαρόκ, βαριές βελούδινες κουρτίνες, κρυστάλλινη  πολυέλαιοι που κρέμονταν από επιχρυσωμένες αλυσίδες, κατάλευκα ταβάνια με περίτεχνα γύψινα σχέδια και ανεμιστήρες. Δεν περίμενε να δει κάτι τόσο όμορφο,είχε σχηματίσει την εντύπωση ότι η ομορφότερη χώρα ήταν η Ιταλία και η πολυτέλεια ήταν εκεί δεδομένη.
Να όμως που και η Αλεξάνδρεια είχε τις εκπλήξεις της.
Ο ήλιος περνούσε μέσα από τα μακρόστενα μεγάλα παραθύρια και οι ακτίνες του χύνονταν στο χώρο του φουαγιέ, κάνοντας τα πράσινα μάρμαρα και τα μπρούτζινα γυαλισμένα κάγκελα της μεγάλης σκάλας να λάμπουν εκτυφλωτικά .
Την οδήγησαν σε ένα  τεράστιο δωμάτιο  και την άφησαν μόνη, το Grand Neil ήταν ένα από τα καλύτερα ξενοδοχεία της Αλεξάνδρειας. Η βαριές κουρτίνες κρατούσαν τον ήλιο έξω από το δωμάτιο και ετσι ήταν αρκετά δροσερό όταν μπήκε μέσα, τα σκεπάσματα του κρεβατιού ήταν σκούρα μπλε με χρυσές ρίγες από χοντρό ταφτά και λευκά σεντόνια, έριξε το κορμί της με δύναμη στο κρεβάτι και έπεσε ανάσκελα ξεθεωμένη. Στην οροφή γύριζε γρήγορα ένας ανεμιστήρας και ο ήχος την νανούρισε, έκλεισε τα μάτια και κοιμήθηκε ετσι ντυμένη και με τα παπούτσια στα πόδια. Ξύπνησε αργά το απόγευμα και μπήκε στο μπάνιο, εκεί ήταν ακόμη ποιο δροσερά, όλα ήταν καλυμμένα με μάρμαρο και η αλήθεια ήταν πως κάτι ανάλογο δε είχε ξαναδεί ποτέ, εντυπωσιάστηκε, οι πετσέτες ήταν κατάλευκες και χνουδάτες,πίσω από την πόρτα  υπήρχε κρεμασμένη μια ρόμπα από το ίδιο ύφασμα κατάλευκη και μαλακιά σαν αφρός, τα σαπούνια ήταν μωβ και μοσχοβόλαγαν λεβάντα,μπήκε στην μεγάλη μπανιέρα και άρχισε να πειραματίζεται με τις βρύσες, το μπάνιο ήταν τόσο απολαυστικό που της έφτιαξε το κέφι,άρχισε να τραγουδάει και να παίζει σαν παιδί με τους αφρούς.Ένα τέτοιο μπάνιο θα ήθελε να έχει και εκείνη κάποτε ........
Μέχρι το βράδυ η Μαρουσιάννα είχε ανοίξει τις βαλίτσες της, είχε φρεσκαριστεί είχε χτενίσει τα μαλλιά της προσεκτικά.και φρόντισε να μάθει την ώρα που σερβιριζόταν το δείπνο στη μεγάλη τραπεζαρία του ξενοδοχείου.Πήρε την βεντάλια της και κατέβηκε......

Εκείνο το βράδυ στο ξενοδοχείο θα είχε δεξίωση ο Πέτρος Βασιλικός, καπνέμπορας και κουβαρντάς, καλούσε εκεί συχνά τους φίλους του για να μην κουράζει με τις ετοιμασίες την γυναίκα του που ήταν φιλάσθενη. Η Μαρουσιάννα κατέβηκε στην τραπεζαρία φορώντας ένα σμαράγδι μακρύ φόρεμα από μουσελίνα με ταφταδένια φόδρα βάζοντας στην μέση της το ασημόχρυσο ζωνάρι της Καραγκούνικης στολής και στα μαλλιά της κάρφωσε την μεγάλη πόρπη με το σμαράγδι που της είχε χαρίσει στο γάμο ο Τσαούσης το 1910.
Στα πόδια της γυάλιζαν τα μπλε λουστρίνια που είχε αγοράσει στη Βενετία με τον Μερκούρη και τα φορούσε για πρώτη φορά. Το μικρό της τσαντάκι ήταν από βελούδινο μπλε με φτερά παγωνιού και τα χείλη της ήταν κατακόκκινα όπως τα έβαφαν οι Γαλλίδες και η αγαπημένη της Μαρλέν.
Ήταν μια νεράιδα με ολόχρυσα μαλλιά και πράσινα μάτια που ήρθε στην Αλεξάνδρεια για να βρει τον έρωτα που τη σημάδεψε στη Βενετία, θα έκανε τα πάντα για να τον κερδίσει!!
Έφαγε σε ένα μικρό τραπέζι μόνη και βγήκε στο κήπο για να περπατήσει, εκεί βρήκε Ελληνίδες που συζητούσαν και χαριτολογούσαν μεταξύ τους και τις πλησίασε με χάρη.
Συστήθηκε με θάρρος και τους είπε ότι κατάγεται από τη Θεσσαλία ανοίγοντας μια κουβέντα μαζί τους πολύ εύκολα, ρωτώντας τους για τον τόπο καταγωγής τους και τα έθιμα του τόπου τους.
Τις κέρδισε αμέσως και την πήραν μέσα στη σάλα της δεξίωσης του Βασιλικού.
Πέρασε υπέροχα γνωρίζοντας κόσμο και μαθαίνοντας πολύ ενδιαφέροντα πράγματα για  την εύφορη κοιλάδα του Νείλου για της φυτείες  και φυσικά για τις Πυραμίδες.
Καληνύχτισε χαρούμενη που από την πρώτη κιόλας μέρα βρήκε φίλες και ένοιωσε άνετα σε μια εντελώς ξένη πόλη και ανέβηκε στο δωμάτιό της.
Την άλλη μέρα ξύπνησε αργά, χουζούρεψε στο μεγάλο απαλό κρεβάτι και χάρηκε το τρεχούμενο ζεστό νερό στην μπανιέρα του λουτρού και τα υπέροχα έλαια που βρήκε εκεί. Το ξενοδοχείο την είχε ικανοποίηση απόλυτα αν και ακούγοντας την τιμή είχε σκεφτεί ότι τα δωμάτια δε θα είναι καλά ούτε το σέρβις, διαψεύστηκε αμέσως μόλις άνοιξε την πόρτα του δωματίου, όταν μπήκε στο μπάνιο για να πλύνει τα χέρια της, κατάλαβε ότι θα περνούσε τέλια μέσα σε ένα πολύ καθαρό και καλό περιβάλλον. Οι άραβες ιδιοκτήτες του, πρόσφεραν όλα το κομφόρ στο ξενοδοχείο τους στην καλύτερη τιμή γι αυτό και ήταν πάντα κατάμεστο.
Ντύθηκε στα λευκά και πήρε στο χέρι ένα καπέλο από ψάθα που τις είχε αγοράσει η Ανθή. Κατέβηκε για να φάει κάτι στο δρόμο και να βρει κάποιον να την πληροφορήσει πως θα βρει το κατάστημα του Μερκούρη.Δεν πρόλαβε όμως να κατεβεί τη σκάλα και μια νεαρή κοπέλα της ζήτησε να την ακολουθήσει στην τραπεζαρία, ο Μερκούρης ήταν εκεί!!!
Η Μαρουσιάννα τον αναγνώρισε αν και είχε γυρισμένη την πλάτη του προς την είσοδο της σάλας, η καρδιά της χτυπούσε γοργά και τα γόνατα της λύγισαν, στάθηκε για ένα λεπτό για να σκεφτεί τι θα έλεγε και προχώρησε, του άγγιξε τον ώμο και εκείνος σηκώθηκε και την αγκάλιασε με όλη του τη δύναμη.
Κορίτσι μου, κορίτσι μου ήρθες !!!
Μερκούρη μου πως το έμαθες; δε καταλαβαίνω πότε πρόλαβες;
Εδώ είναι Αλεξάνδρεια αγαπητή μου!!!
Εχθές βράδυ εμφανίστηκες από το πουθενά, μάγεψες όλο τον κόσμο στη δεξίωση του Βασιλείου, ασυνόδευτη και ομορφότερη όλων των κυριών, οι εφημερίδες σήμερα γράφουν για μια νεαρή κυρία εξ Ελλάδος που γοήτευσε την παροικία και σε έχουν φωτογραφία με τις δεσποινίδες Βασιλείου και την γυναίκα του καπνά.
Εκείνη την εποχή στην Αλεξάνδρεια η Ελληνική παροικία είχε δέκα τουλάχιστον εφημερίδες , όλα τα γεγονότα καλύπτονταν από τους δημοσιογράφους και τους φωτογράφους, αυτές οι εφημερίδες στέλνονταν μέχρι τα Δωδεκάνησα με τα νέα της παροικίας αλλά και στο Κάιρο και την Αθήνα.
Δεν θα άφηνα ούτε ώρα να περάσει, μόλις διάβασα την πρωινή εφημερίδα ρώτησα και έμαθα ότι μένεις εδώ από εχθές το πρωί και φυσικά ήρθα να σε διεκδικήσω πριν σε αρπάξει κανένας πλούσιος ομορφονιός της παροικίας!!
Μερκούρη κανείς ομορφονιός δε με ενδιαφέρει, ήρθα για σένα, απλά δε τόλμησα να στο γράψω επειδή δε ήξερα πως θα αντιδρούσες.Τα άφησα όλα και ήρθα μόνο για σένα !!
Τι άλλο λες να θέλει να ακούσει ένας άντρας σαν έμενα για να γίνει θεότρελος κορίτσι μου!!!!
Ετοιμάσου για δείπνο, το βράδυ θα έρθω να σε πάρω, σήμερα κιόλας θα πω στην μητέρα μου ότι παντρευόμαστε, δεν τους έχω μιλήσει βέβαια για τη γνωριμία μας στην Βενετία, αλλά καιρός να το μάθουν.
Μερκούρη μου δε βιάζεσαι λίγο; ακόμη δε ξέρω τι θα κάνω, πως θα ζήσω και με τι ακριβώς θα ασχοληθώ.
Με τι να ασχοληθείς; δε σου φτάνω εγώ δηλαδή αρχοντισσά  μου;
Μερκούρη εγώ δουλεύω από μικρο παιδί, δεν μπορώ να γίνω ξαφνικά στα σαράντα  μου μια γυναίκα που θα ζει μέσα σε ένα σπιτι σαν μπιμπελό.
χαχαχα εσύ κυρά μου μπιμπελό είσαι και μέσα και έξω από το σπίτι!!
Θα κάνεις ότι θες, μπορείς να έρθεις και στο μαγαζί, ίσως οι κυράδες να γίνουν ποιο εύκολες πελάτισσες αν έχουμε μια γυναίκα να τις κολακεύει όταν αγοράζουν παπούτσια και ασπρόρουχα και οι ευχές σου θα πιάνουν στις κοπελιές που ψωνίζουν προικιά !!
Μερκούρη μου μη με βιάζεις να χαρείς, άσε που δε ξέρω από παπούτσια, εγώ ξέρω από γη και χωράφια σπαρμένα, ξέρω να υφαίνω να κάνω μακαρόνια αλλά από παπούτσια δε εχω ιδέα.
Άσε να χαρούμε λίγο που σμίξαμε, ίσως ένας γάμος με μια γυναίκα που χήρεψε δυο φορές δε θα αρέσει στους δικούς σου.
Καταρχήν Μαρουσιάννα μου κανείς εδώ δε ξέρει ότι είσαι χήρα, ούτε ότι έχεις ένα γιο στην Ελλάδα και δεύτερων η μητέρα μου θα χαρεί αν επιτέλους μπει μια γυναίκα σαν νύφη σε αυτό το σπιτι.
Δεν το συζητώ αυτό γλυκιά μου,θα παντρευτούμε, δε εχω ανάγκη από μετρέσα σε θέλω κυρα μου τέλος!
Ο Μερκούρης Καστρινός ήταν μοναχογιός της Κατίγκως και του Σπυρίδωνα Καστρινού που είχαν καταστήματα με υφάσματα, λευκά είδη και παπούτσια στο κέντρο της Αλεξάνδρειας.
Το βράδυ την πήγε σπίτι του,έφτασαν εκεί με το αυτοκίνητο του Μερκούρη.Όταν σταμάτησαν εμπρός στο δρόμο η Μαρουσιάννα ήταν ακόμη διστακτική.Έχω μια ανησυχία, φοβάμαι λίγο, ίσως δε κάνουμε καλά Μερκούρη.Μα τι λες τώρα ομορφιά μου, μας περιμένουν η μάνα μου έχει ετοιμάσει ένα όμορφο δείπνο ειδικά για εσένα.Έλα θα δεις πόσο καλά θα σε δεχτούν, Θα ειμαι συνέχεια δίπλα σου.Την κατέβασε από το αυτοκίνητο με χαμόγελο και άνοιξε την πόρτα του σπιτιού.
Το σπιτι ήταν δίπατο και η είσοδος ήταν ακριβώς επάνω στο δρόμο.Η αυλή του σπιτιού ήταν γεμάτη φυτά και μπανανιές,ποτέ η Μαρουσιάννα δε είχε δει μπανανιές.Επίσης παρατήρησε πως υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα, την ώρα που ανέβαιναν τα σκαλιά ο Μερκούρης πάτησε ένα διακόπτη και η σκάλα φωτίστηκε όπως στα ξενοδοχεία. Οι δυο ηλικιωμένοι την περίμεναν όρθιοι στο σαλόνι τους.Καλός ήρθες κόρη μου της είπε η οικοδέσποινα, κόπιασε να σε χαρώ.Ο γέρος Καστρινός, ψηλός και καλοστεκούμενος της άπλωσε το χέρι, το σπιτι μας δικό σου κυρα μου, καλός μας ήρθες. Μαρουσιάννα οι γονείς μου ξέρουν ότι θέλω να σε κάνω γυναίκα μου,βρίσκω άσκοπο να καθυστερούμε και γιαυτό θέλω αμέσως αν το θες και εσύ φυσικά η μητέρα μου να σου δώσει το δαχτυλίδι των αρραβώνων μας, της είπε συγκινημένος ο Μερκούρης. Η Μαρουσιάννα έγνεψε καταφατικά και χαμογέλασε.Τότε η Κατίγκω  σηκώθηκε και την πλησίασε, τη φίλησε στο μέτωπο και της έδωσε το δαχτυλίδι της. Το πήρα και εγώ απ την πεθερά μου πριν 43 χρόνια κόρη μου. Αυτό μας ένωσε με τον πατέρα του Μερκούρη.Τόσα και άλλα τόσα να ειναι τα χρόνια σου και να αγαπάτε ο ένας τον άλλο.Το  μονόπετρο ήταν χρυσό με λαμπερό ζαφείρι.
Η Κατίγκω έβγαλε ύστερα το μενταγιόν της με τη βαριά αλυσίδα και το πέρασε στο λαιμό της Μαρουσιάννας,τούτο ειναι δικό μου έχει μέσα τη φωτογραφία του Μερκούρη, δικό σου ο γιος μου, δικό σου και τούτο. Ο γέρος Καστρινός ευχήθηκε σηκώνοντας το ποτήρι ψηλά με χαμόγελο μέχρι τα αυτιά και ήπιε στην υγεία του ζευγαριού, είθε να γεράσετε αγαπημένοι,Μερκούρη άργησες αλλά μας έφερες νεράιδα, είπε στο γιο του με θαυμασμό. Εγώ νύφη μου το δώρο μου θα στο δώκω αύριο με το καλό, της είπε κλείνοντας της το μάτι.
Οι γονείς του Μερκούρη ήταν φοβερά συγκινημένοι, πίστευαν ότι ο γιος τους δε θα έκανε ποτέ οικογένεια και αυτό τους στεναχωρούσε πάρα πολύ.
Και να που ξαφνικά όχι μόνο είχε βρει σύντροφο, άλλα ήταν και ερωτευμένος με την όμορφη γυναίκα. Μαρουσιάννα μου, είπε φοβερά συγκινημένη η ηλικιωμένη γυναίκα, ειναι τιμή μας που σε κανουμε νύφη μας, συχώρεσε μας που δε ετοιμάσαμε δεξίωση, αλλά ο γιος μας, το είπε τελευταία ώρα, απόψε θα γιορτάσουμε μονάχοι τη χαρά τούτη. Ελάτε κοπιάστε στο τραπέζι.
Η μητέρα του Καστρινού ήταν νοικοκυρά και μερακλού γυναίκα, είχε μαγειρέψει για τη νύφη της τα καλύτερα, είχε στολίσει το τραπέζι με το καλό της σερβίτσιο και τα ασημένια της μαχαιροπίρουνα, στη μέση του τραπεζίου, πάνω από το κατάλευκο τραπεζομάντιλο, είχε στρώσει δυο μεγάλα φύλλα μπανανιάς, επάνω τους είχε τοποθετήσει μια εταζέρα με φρούτα και λουλούδια του τόπου τους.
Με αγάπη η γρια σέρβιρε τα παιδιά και τον άντρα της, τους ευχήθηκε ξανά με τρεμάμενη φωνή μέρες γλυκιές και καλούς απογόνους. Πέρασαν ήσυχα τη βραδιά, λέγοντας ιστορίες που διηγήθηκε ο γέρος Καστρινός για το πως ήρθε στην Αλεξάνδρεια και πως στέριωσε.
Την επόμενη στο ξενοδοχείο ο Καστρινός έστειλε ένα πακέτο στην νύφη του.
Το άνοιξε η Μαρουσιάννα και απόμεινε να το κοιτάζει με θαυμασμό, μέσα στο κουτί που ήταν φοδραρισμένο με βελούδο και γεμάτο λουλούδια, υπήρχαν σκόρπια κοσμήματα μέσα σε πουγκιά μουσελίνας δεμένα με σατέν κορδέλες στα χρώματα των λουλουδιών.
Ένα διαμαντένιο δαχτυλίδι, ένα χρυσό βραχιόλι με πέτρες Λάπις Λάζουλι και ασορτί σταυρό με μια αλυσίδα περίτεχνη που της έφτανε μέχρι το στήθος. Μέσα στο κουτί ο γέρος είχε και μια ασημένια κορνίζα με την ημερομηνία των αρραβώνων τους κεντημένη με ασημοκλωστή και δυο περιστέρια σκαλισμένα να κρατούν στεφάνια με τα ράμφη τους.
Να σας χαίρομε κόρη μου της έγραφε, μόνο δυο λέξεις συνόδευαν τα τόσα κοσμήματα.

Η Μαρουσιάννα δε τους αποκάλυψε το παρελθόν της, κατά την επιθυμία του Μερκούρη για να αποφύγουν τα κουτσομπολιά και ίσως την δυσαρέσκεια των δικών του.
Έκαναν το γάμο τους στο σπίτι του Μερκούρη με ελάχιστους καλεσμένους και με τη νύφη να φοράει ένα απλό λευκό μακρύ φόρεμα και το καλύτερο πέπλο της Αλεξάνδρειας.Έφαγαν ντόπια και ελληνικά εδέσματα,σερβιρίστηκαν γλυκά και σαμπάνια φερμένη από τη Γαλλία
Η μητέρα του γαμπρού, τους χάρισε ένα κλειδί μέσα σε ένα κασελάκι που ήταν γεμάτο τριαντάφυλλα και ρύζι.Οι Καστρινοί μιλούσαν λίγο και έκαναν πολλά!!
Ο Μερκούρης ζούσε τον απόλυτο έρωτα και η Μαρουσιάννα το απολάβανε σαν κοριτσόπουλο.
Ο Σπυρίδων Καστρινός είχε σχεδιάσει ένα ταξίδι στο Νείλο για τους νεόνυμφους, ετσι την επόμενη μέρα ταξίδεψαν μέχρι την όχθη του και έφυγαν με μια φελούκα 
Το αυτοκίνητο ήταν ανθοστόλιστο και οι πόρτες είχαν μεγάλες λευκές κορδέλες.Ένας Αιγύπτιος με άσπρη κελεμπία τους έρανε με λουλούδια και βοήθησε τη νύφη να ανέβει στο αυτοκίνητο όσο ο Μερκούρης τακτοποιούσε της αποσκευές τους στο πίσω μέρος.
Δέκα πυρσοί ήταν αναμένει στην όχθη του ποταμού, εκεί που το πλοιάριο τους περίμενε για το ταξίδι που θα έκαναν στο Νείλο.Ένα όνειρο είχε ξεκινήσει πριν καν γείρει στο μαξιλάρι του κρεβατιού τους. Το πλοίο γλίστραγε αργά αργά όπως τα κορμιά που ενώνονταν στο κρεβάτι με την λευκή κουνουπιέρα, η Μαρουσιάννα ταξίδευε στη γη της χαράς και του έρωτα και δε ήθελε να τελειώσει αυτό το ταξίδι ποτέ. Είχε τον άντρα που ερωτεύθηκε, έκανε ένα γάμο που ούτε στα όνειρά της δε είχε ποτέ δει και ταξίδευε ενώ έκανε έρωτα μέσα σε ένα πλοιάριο!!!
Το ξημέρωμα η Μαρουσιάννα άνοιξε τα μάτια νοιώθοντας τα φιλιά του Μερκούρη στο σώμα της και  τη δροσιά τον ροδοπέταλων που την έρανε.
Κυρα μου φτάσαμε, σήκω να δεις τον ήλιο πως αστράφτει μέσα στο νερό του Νείλου τούτη την ώρα,της είπε.
Γύρω η πλάση έλαμπε, τα νερά ήταν σαν κινούμενο χρυσάφι,εμπρός τους ήταν μια προβλήτα με ξύλινη γέφυρα και η πιρόγα δεμένη. Μακριά στο βάθος ξεχώριζε ένα σπιτι με λευκά τεντόπανα εμπρός στην αυλή, ο δρόμος ήταν γεμάτος χουρμαδιές και μπανανιές, γύρω πάπιες και χήνες με κάτασπρα πούπουλα.
Τι ειναι εδώ Μερκούρη μου;
Το σπιτι σου κυρα μου, η φάρμα σου!
Αυτό ειναι το βιός σου στην Αίγυπτο,τα χωράφια τα ζωντανά και το σπιτι στη διάθεσή σου,της είπε κάνοντας μια βαθιά υπόκλιση και ξεκαρδίστικε στο γέλιο βλέποντας το ύφος της.
Εφόσον δε σου αρέσει η Αλεξάνδρεια, θα ζεις εδώ με τις πάπιες και τους φελάχους και θα δουλεύεις σκληρά στα μπαμπακοχώραφα για να βγάζεις το ψωμί σου, έλεγε ενώ έπιανε την κοιλιά του από τα γέλια.
Αυτό τώρα ειναι αστείο;τον ρώτησε κάπως διστακτικά. Αστείο ειναι το βλέμμα σου, γιατί πίστεψες ότι θα σε αφήσω εδώ να φυλάς πάπιες και χήνες αρχοντισσά μου της είπε γελώντας και πάλι.
Απλά ο πατέρας μου έμαθε την αγάπη σου για τη φύση και τα χωράφια και σου αγόρασε αυτό το κτήμα για να έχεις κάτι δικό σου, αν θες μπορείς να μένεις εδώ την εποχή που μαζεύετε η σοδειά. Αλλά τον υπόλοιπο καιρό σε θέλω στο κρεβάτι μας στην Αλεξάνδρεια για να σε βασανίζω γλυκά τις νύχτες και την ημέρα να σε καμαρώνω. Τη φίλησε και τη χτύπησε στον πισινό, εμπρός κατέβα να πας στο τσιφλίκι σου.
 Μερκούρη είσαι ξεδιάντροπος!!!!
Χμ δηλαδή εσένα δε σου αρέσει όπως ειμαι ε; τη ρώτησε με ύφος πονηρό.
Είσαι ξεδιάντροπος τέλος, του ξανά είπε γελώντας.
Κατέβηκαν απ την πιρόγα τους και προχώρησαν ίσα στο δρόμο με τις μπανανιές φτάνοντας μπρος το λευκό ασβεστωμένο οίκημα.
Ήταν ένα απλό σπιτι με μεγάλα παράθυρα και μια αυλή με πατημένο χώμα που στα παρτέρια του ήταν γεμάτο φυτά και λουλούδια,οι μυρωδιές ανάκατες με κοπριά, άσβεστη,μπανάνα και τηγάνι.
Μέσα το σπιτι ήταν ήσυχο, μα ξαφνικά βγήκαν από την κεντρική πόρτα δυο μελαχρινές γυναίκες και ένας μεσόκοπος άντρας ψηλός και λεπτός σαν κλαρί. Τους καλωσόρισαν με χαμόγελα και τους έβαλαν να καθίσουν στον ίσκιο που σχημάτιζε ένα μεγάλο λευκό πανί, δεμένο από τις δυο μπανανιές που υπήρχαν μπροστά στην είσοδο και εκεί είχαν στρώσει ένα τραπέζι,φτιαγμένο από κορμό δέντρων και δυο καρέκλες με λευκό πανί ραμμένο πάνω σε χοντρά κλαδιά με πολύχρωμες  κλωστές.
Έφαγαν μπανάνες,χουρμάδες και ήπιαν κρύο τσάι από μέντα, ενώ ο άντρας πήγε να φέρει τις αποσκευές τους.
Οι γυναίκες περπατούσαν με μικρά γρήγορα βηματάκια αθόρυβα στο πατημένο χώμα της αυλής και φορούσαν καφτάνια με γαλάζια και κίτρινα χρώματα, ενώ ο φελάχος είχε λευκή κελεμπία και σανδάλια στα ποδάρια του.
Τους πέρασαν μέσα στο σπιτάκι και εκεί η Μαρουσιάννα είδε για πρωτη φορά Αιγυπτιακή διακόσμηση.
Ξύλινη πάγκοι και μπαούλα με φιλντισένια λουλούδια, μαξιλάρια υφαντά με χάντρες και φανάρια φτιαγμένα από τομάρια ζώων ζωγραφισμένα, μπακιρένια τραπέζια και φανάρια με πράσινο και κόκκινο γυαλί κρεμασμένα στο ταβάνι.
Το κρεβάτι τους ήταν μια ξύλινη κατασκευή από λεία  χοντρά κλαριά δέντρων και το κεφαλάρι ήταν ένα τεντωμένο δέρμα ζωγραφισμένο περίτεχνα.Τα σεντόνια ήταν από λευκό λίνο και κεντημένα με πορφυροκλωστή το όνομα του Μερκούρη και της Μαρουσιάννας.Ήταν σαν να τους περίμεναν από καιρό ,οι Καστρινοί έκανα τα πάντα για να νιώσει η νύφη τους σαν στο σπίτι της από την πρωτη στιγμή.
Βγήκαν έξω στο ήλιο με το Μερκούρη για να της δείξει το κτήμα και να την γνωρίσει στους φτωχούς χωρικούς της περιοχής.
Από την προβλήτα όταν έφτασαν δε φαντάστηκε ότι εκεί βρίσκεται ένα ολόκληρο χωριό, όμως όταν προχώρησαν καμιά πεντακοσαριά μέτρα πίσω από το κτήμα, ξεφύτρωσε ένας δρόμος με σπιτια δεξιά και αριστερά, φτιαγμένα από πηλό και καλαμοσκεπές με πατημένο χώμα για να προστατεύονται από την δυνατή ζέστη της περιοχής.
Ο τόπος της θύμιζε τον κάμπο της θεσσαλικής γης, οι Αιγύπτιοι κάτοικοι ήταν φτωχοί και τα ζώα τους τριγύριζαν στα χωμάτινα δρομάκια ανάμεσα στα σπίτια.Οι γυναίκες μαγείρευαν έξω στη φωτιά έχοντας τις κατσαρόλες τους κρεμασμένες σε μια σιδερένια τριγωνική βάση,κουβαλούσαν νερό μέσα σε ασκούς από τομάρια προβάτων.Τα παιδιά έπαιζαν και φώναζαν δυνατά, οι μυρωδιά της μέντας και των μπαχαρικών ήταν διάχυτη και ανακατεύονταν με τον ίδρωτα των αντρών που περνούσαν με κάρα φορτωμένα καλάμια και δέρματα για να τα πάνε ο καθένας στην αυλή του να τα επεξεργαστεί κάνοντας από πουγκιά,τσάντες, μέχρι φωτιστικά και καρέκλες. Με τα καλάμια έκαναν ακόμη και τις μεσοτοιχίες των σπιτιών τους ράβοντας τα με ίνες και σχοινιά, ύστερα τα περνούσαν με πηλό και ετσι χώριζαν το χώρο μέσα στα μικρά σπίτια τους.Τα περισσότερα από αυτά τα σπίτια δε είχαν παράθυρα,είχαν μόνο είσοδο!
Οι άντρες δούλευαν στα χωράφια στις βαμβακοφυτείες όλης της περιοχής που τις περισσότερες κατείχαν  Έλληνες και Γάλλοι, με αυτό το βαμβάκι οι Γάλλοι και οι Έλληνες έφτιαχναν τα καλύτερα σεντόνια και τις ποιο αφράτες πετσέτες της εποχής.
Η Μαρουσιάννα πέρασε μέρες γαλήνης στο κτήμα, ο Μερκούρης απόδειξε ότι την αγαπάει και την κακομάθενε με εκδηλώσεις στοργής και πάθους.
Το κτήμα το αγάπησε και αποφάσισε να φτιάξει εκεί το δικό της κήπο με λαχανικά και μυρωδικά της πατρίδας της, έστειλε γράμμα στο χωριό για να τους ανακοινώσει ότι θα ζήσει στην Αίγυπτο και πως ειναι πλέον κυρία Καστρινού.
Επέστρεψαν στην Αλεξάνδρεια μετά από δυο εβδομάδες,στο διάστημα αυτό είχε γνωρίσει τους χωρικούς,είχε ζητήσει από το Μερκούρη να της μεταφράζει και με τη βοήθεια του, ζήτησε από τις γυναίκες να δουλεύουν για εκεινη. Η πρώτη της σκέψη, ήταν να δημιουργήσει μια όμορφη προίκα με λευκά είδη από βαμβάκι Αιγύπτου. Σκέφτηκε πως η λευκές κελεμπίες που φορούσαν οι άντρες εύκολα θα μετατρέπονταν σε άνετα νυχτικά για μέλλουσες μητέρες, σεντόνια με κεντημένο το όνομα μελλοντικών νεονύμφων, θα γινόταν ανά τον κόσμο ανάρπαστα,σεντόνια για νεογέννητα,ακόμη τραπεζομάντιλα και βαμβακερές θήκες ψωμιού, κουρτίνες που θα αντικαταστήσουν τις βαρείες βελούδινες που συνήθιζαν οι Ευρωπαίες, αλλά και οι ντόπιες που είχαν στα σπιτια τους πολύχρωμες με χάντρες σε αιγυπτιακό στιλ,οι δικές της λευκές,βαμβακερές εύχρηστες θα έδιναν άλλη αρχοντιά στα σπιτια.
Γνώριζε ότι οι Αγγλίδες αγαπούν τον ήλιο και θα τους αρέσει να περνά μέσα από τα παράθυρα χωρίς να τους βλέπουν αδιάκριτα μάτια, τέρμα θα άλλαζε τα νοικοκυριά τους ,θα πέταγαν τα βελούδα για τις δικές της κουρτίνες!!! Θα έβαζε τους άντρες του χωριού να κάνουν ρολά από μαλακό δέρμα για να χρησιμοποιούνται ως στόρια,για τη σκιά των παραθύρων.Το βαμβάκι της θα γινόταν μαξιλάρια αφράτα, στρώματα για παιδικές κούνιες, κούκλες από πανί παραγεμισμένες με αφράτο βαμβάκι και κεντημένα προσωπάκια.Τα δέρματα των μικρών ζώων μπορούσαν να γίνουν παιχνίδια να τους δίνουν σχήμα και να τα γεμίζουν με βαμβάκι.Ναι το χωριό αυτό θα γινόταν το μελίσσι της, άντρες ,γυναίκες νέοι γέροι θα είχαν δουλειά αν το επιθυμούσαν, μια χάρη μόνο ζήτησε από το Μερκούρη της.
Θέλω να κάνεις μια βιτρίνα στο μαγαζί για μένα Μερκούρη μου, εχω σκοπό να τη γεμίσω με πράγματα που θα φτιάξουν οι γυναίκες από λευκό πανί αλλά και από τομαράκια ζώων γεμισμένα με βαμβάκι.
Ότι θέλει η αρχόντισσά μου, της είπε ο Μερκούρης, που χάρηκε με την πρωτοβουλία της γυναίκας  του. Από το 1932 μέχρι τις παραμονές του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου η Μαρουσιάννα  έχτισε μια μικρή αυτοκρατορία,μια λευκή αυτοκρατορία, από απαλό βαμβάκι από την περιοχή που βρίσκετε στην καρδιά της Αιγύπτου, στο δέλτα του Νείλου το χωριό Αμπού αλ-Κουμ, που ανήκε διοικητικά τότε  στο Αλ Μινουφίγια.Στρώματα και μαξιλάρια από καθαρό λευκό βαμβάκι που επεξεργαζόταν στο δικό της εκκοκκιστήριο,τις μηχανές τις τάιζαν με τα χέρια οι άντρες, ερχόταν το βαμβάκι από τα χωράφια σε τεράστια τσουβάλια φορτωμένο σε αραμπάδες, το έριχναν στις μηχανές να καθαρίσει και να αφρατέψει και γέμιζαν με αυτό θήκες από χοντρό βαμβακερό ύφασμα, κατόπιν οι γυναίκες έντυναν αυτά τα μαξιλάρια με άλλες θήκες επίσης βαμβακερές αλλά κεντημένες. Τα μαξιλάρια της Μαρουσιάννας τα αγόραζαν δεκάδες ξενοδοχεία στη Γαλλία και την Αγγλία, τα καράβια ναυλώνονταν για Τεργέστη και Λίβερπουλ με φορτωμένα αμπάρια, στρώματα φτιαγμένα με μεράκι από τα χέρια των αντρών, γιατί αυτή η δουλειά απαιτούσε δύναμη, οι γυναίκες γέμιζαν μόνο τα τετράγωνα θηκάρια με βαμβάκι, κάθε στρώμα είχε είκοσι θήκες με πρεσαρισμένο βαμβάκι διαμέτρου είκοσι εκατοστών και πάχους δέκα εκατοστά, ολες οι θήκες ράβοντας μεταξύ τους και κατόπιν τις περνούσαν σε μια μεγάλη θήκη από χοντρό βαμβακερό ύφασμα,ξαναγέμιζαν τη θήκη πάνω κάτω με αφράτο βαμβάκι αυτή τη φορά, έραβαν το πάνω άνοιγμα και μετά το έβαζαν πάνω σε ένα μεγαλο πάγκο και το χτυπούσαν με ξύλινο κόπανο μέχρι να πάρει τη σωστή φόρμα και να ειναι εντελώς λεία η επιφάνεια αυτά τα στρώματα ήταν βαριά αλλά πολύ αναπαυτικά για το σώμα.
 Ο κοιλάδα της Αιγύπτου τη δέχθηκε και την αγάπησε και εκείνη γεύτηκε αυτή τη χαρά, έγινε άλλη μια φορά κυρα του κάμπου. Όπου περνούσε την αναγνώριζαν και υποκλινόταν με σεβασμό, γιατί ήταν σεμνή και φιλότιμη γυναίκα, δίκαιη μα και αυστηρή αλλά είχε πάντα ένα γλυκό χαμόγελο για τους άντρες και τις γυναίκες που ήταν στη δούλεψη της. Τα χάδια της τα μοίραζε στα μικρά παιδιά του χωριού, τις σχόλες έμπαινε στην κουζίνα και έφτιαχνε γλυκά με σιρόπι, έψηνε πίτες και έστρωνε τραπέζι για όλα τα παιδιά του χωριού και τα ξεπροβόδιζε με τα χέρια γεμάτα να πάνε στο σπιτι γλυκά και κρέας στην οικογένειά τους. Αυτή ήταν η κυρα του κάμπου, καρδιά δε της έκανε να κάτσει να φάει αν δε ήταν σίγουρη πως ακόμη και ο τελευταίος χωρικός θα έτρωγε ένα κομμάτι ψωμί απ τα χέρια της. Ήξερε αυτή από φτώχεια, είχε περάσει δύσκολα στο πλευρό του συχωρεμένου του παππά Αναστάση, κοριτσάκι νιόπαντρο τότε που πήγε στην Τσίαρα στο κονάκι του.  Όταν δε ξεχνάς είσαι δίκαιος και ταπεινός, αυτό ήταν αρχή της.
Στα σαράντα δυο της έφερε στον κόσμο το δεύτερο παιδί της, καρπός της αγάπης της με το Μερκούρη.
Το μωρό ήρθε στον κόσμο υγιέστατο και κατάξανθο σαν τη μάνα του, ένα ουρί του παραδείσου.
Αγγελούδι ήταν και  Αγγελική το βάπτισαν, πήρε το όνομα από την αδελφή του Μερκούρη που είχε πεθάνει πολύ μικρή. Οι Καστρινοί πέταξαν από χαρά με τη γέννηση της εγγονής τους,γέμισαν την κλινική της Αλεξάνδρειας με λουλούδια και τη νύφη τους τη γέμισαν από τον καρπό μέχρι τον αγκώνα χρυσόβεργες .

Η νύφη τους, το άξιζε με το παραπάνω, είχε εργασθεί σκληρά παρόλο που ήταν έγκυος,
Δεν είχε κεντήσει μόνο τα μωρουδιακά της Αγγελική τους, μα μια ολόκληρη προίκα για την κόρη του Μονάρχη Fuad και για την κόρη του πρωθυπουργού  Muhammad Tawfiq Nasim Pasha. Η πληρωμή της έγινε με χρυσά νομίσματα, και το κατάστημα των Καστρινών έφερε πλέον μια χρυσή πλακέτα με πέντε χρυσές μέλισσες στην βιτρίνα του.
Πέντε χρυσές μέλισσες, τόσες ήταν και οι γυναίκες που μαζί με την Μαρουσιάννα κέντησαν και έραψαν την προίκα των δυο κοριτσιών που παντρεύονταν, αυτός ήταν και ο λογότυπος της νέας εταιρείας των Καστρινών και το μελίσσι της ήταν  στο χωριό  Αμπού αλ-Κουμ.
Τα χρόνια που έζησε η Μαρουσιάννα στην Αίγυπτο ήταν τα καλύτερα της ζωή της, μα δε έμελε να ζήσει για πάντα ευτυχισμένη σε τούτο τον τόπο, οι απελάσεις των Ελλήνων, η Εθνικοποίηση όλων των μεγάλων εταιρειών στην Αίγυπτο, θα την έφερναν πίσω στην πατρίδα, χήρα και μακριά από όσα έχτισε και έδωσε κομμάτι του εαυτού της, είκοσι τέσσερα χρόνια αργότερα, με μια βαλίτσα στο λιμάνι του Πειραιά ............ 

Σάββατο, 6 Απριλίου 2013

Η ΚΥΡΑ ΤΟΥ ΚΑΜΠΟΥ 5

Η αγροτική πολιτική του Βενιζέλου, δυνάμωσε πολύ τους αγρότες της Θεσσαλίας. Αυτό έδωσε ελπίδες και  ιδιαίτερη  στην Μαρουσιάννα, γιατί δεν θα ήταν  πια μόνη, απέναντι στους υπόλοιπους τσιφλικάδες που κρατούσαν με νύχια και με δόντια τη γη.

Επτά εκατομμύρια στρέμματα ήταν το μέγεθος  της Θεσσαλικής καλλιεργήσιμης γης, εκ των οποίων, τα πέντε εκατομμύρια στρέμματα ανήκαν αποκλειστικά σε τσιφλικάδες και οι Καραγκούνηδες κολίγοι ήσαν απλοί δουλοπάροικοι.
Ο Βενιζέλος από το 1910 έως το 1920 κάνει μεγάλες μεταρρυθμίσεις.
Με το άρθρο 17 του συντάγματος στις 21 Ιουλίου 1917, θέσπισε την αναγκαστική απαλλοτρίωση και τη διανομή της γης σε μικροκαλλιεργητές. Στα χρόνια 1910-1932 ίδρυσε το Υπουργείο Γεωργίας, συνέστησε αγροτικά επιμελητήρια και συνεταιρισμούς, οργάνωσε την γεωργική εκπαίδευση σε όλες τις βαθμίδες και τις γεωργικές υπηρεσίες του κράτους και τέλος ιδρύει  την Αγροτική Τράπεζα.

 Παρά το διχασμό και τις μεγάλες κόντρες με τον  Βασιλιά Κωνσταντίνο, παρά τις πληγές των Βαλκανικών πολέμων αλλά και των εσωτερικών προβλημάτων,η χώρα περπατούσε με δεκανίκια μπροστά.
Το 1920 έγινε η προσάρτηση της Θράκης, το 1922 όμως, ήρθε η μεγάλη καταστροφή στην Ιωνία!
Χάσαμε εκατοντάδες άντρες  και την τιμή μας, γεμίσαμε πρόσφυγες από τα Μικρασιατικά παράλια, που ήρθαν ρακένδυτοι και τρομαγμένοι. Αφανισμένοι και πληγωμένοι, γέμισαν τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου με ορφανά και χήρες, από την Μυτιλήνη ως την Χίο και απ Μακεδονία ως την Αθήνα. Όπου υπήρχε άγονη γη και ερημιά, εγκαταστάθηκαν οι φουκαράδες που ξεριζώθηκαν από τα πατρογονικά τους και ήρθαν στην πατρίδα τους. Σε μια πατρίδα που κανείς δε τους ήθελε, κανείς δεν άνοιγε την πόρτα του να δώσει ένα ποτήρι νερό.

Γέμισε η Ανατολική Μακεδονία, γέμισε ο Πειραιάς και νότια οι ακτές του Λαυρίου, άρχισαν να ξεφυτρώνουν οι παράγκες τους, με ότι υλικό έβρισκαν στα σκουπίδια. Γυναίκες που μεγάλωσαν με πλούτη και υπηρέτριες, γίνηκαν οι ίδιες δουλικά στα καλύτερα σπίτια της χώρας, ενώ όποιος τολμούσε να συνάψει σχέση ή γάμο με Σμυρνιά, τον χαρακτήριζαν βλάκα και έλεγαν πως τυλίχθηκε στα δίχτυα μιας ξιπασμένης!
Αντιθέτως αν Σμυρνιά έπαιρνε Ελλαδίτη, ήταν καπάτσα και υποτίθεται ότι τον είχε σήκω κάτσε και χωμένο στο βρακί της. Τόσο στενόμυαλοι υπήρξαν οι Ελλαδίτες και καχύποπτοι με τους πατριώτες μας από την Ιωνία.
Το 1928 ο Βενιζέλος πήρε ξανά τα ηνία της χώρας, ήθελε οπωσδήποτε να κλείσουν οι παλιές διαφορές και η χώρα να αλλάξει πορεία,ένας τρόπος υπήρχε. Να έχει καλές σχέσεις με τους γείτονες. Έκανε λοιπόν  την πρώτη φιλική διπλωματική κίνηση με την Ιταλία, υπογράφοντας σύμφωνο φιλίας.
Η Μαρουσιάννα τέτοιες  ευκαιρίες της έπιανε στον αέρα, είχε γίνει άριστη επιχειρηματίας, πρώτη όλων,  ανοιχτόμυαλη, έξυπνη, δαιμόνια. Έχοντας πάντα καλές σχέσεις με την Ανθή, τη ρώτησε αν έχει διατηρήσει επαφή  με τον πρόξενο την Ιταλίας. Απ το κρεβάτι της Ανθής στο μπορντέλο της Κολλέτ, είχε περάσει κάποτε όλοι η "αφρόκρεμα" των Αθηνών, μαζί και ο πρόξενος!

Αυτές τις φιλίες η Ανθή ποτέ δε τις άφησε να πάνε χαμένες. Επίσης στην κλινική του Αιμίλιου νοσηλεύονταν δεκάδες αριστοκράτες και τα Βασιλικά μέλη τον συμβουλεύονταν πάντα σε ιατρικά θέματα. Η Ανθή της έστειλε επιστολή με πολύ ευχάριστα νέα. Η Μαρουσιάννα αυτή την ευκαιρία δε θα την έχανε με τίποτα, ετοιμάσε μια βαλίτσα και την επόμενη μέρα πήρε  το τρένο για την Αθήνα, χωρίς να πει τίποτα, για όσα είχε στο νου της στην Κωστάντου, που ήταν για εκείνη δεύτερη μάνα, μα ούτε στον πατέρα της που ζούσε ακόμη.
Πίσω έμεινε ο Αναστάσης, φύλακας και κύρης του σπιτιού, δεκαοχτώ χρονών παλικάρι, με μπράτσα και κορμοστασιά που σε ζάλιζαν. Σεμνός και λιγόλογος, φίλος όλων, γλεντζές και ντόμπρος,είχε μάθει να ζει για το κτήμα και την μάνα του. Είχε γίνει από πολύ μικρός ο προστάτης της και ο σύντροφος του παππού του. Γράμματα πολλά δε έμαθε, μα όσα χρόνια πήγαινε σχολείο, ρούφαγε όσα του έλεγε ο δάσκαλος του. Το κτήμα τον είχε κερδίσει, ήταν φτιαγμένος για τον κάμπο. Όταν έκοβαν το τριφύλλι, εκείνος ξάπλωνε πάνω του και γέμιζε τους πνεύμονες με το άρωμα του κομμένου χόρτου, όταν θέριζαν και αλώνιζαν, εκείνος γέμιζε τις χούφτες με στάρι ή καλαμπόκι και τις άδειαζε αργά αργά πάνω στο χράμι που έστρωνε στον ίσκιο της μουριάς στο κεφαλάρι του κτήματος, που ήταν και η μοναδική σκιά, σε όλη αυτή την έκταση με τα σπαρμένα χωράφια. Ήταν ερωτευμένος με τη γη και όσα τους χάριζε. Ήθελε να είναι εκείνος, ο πρώτος που θα γευτεί τη σοδειά του μποστανιού στο κτήμα της Μερμιγκιάρας*. Χάραζε το πρώτο καρπούζι με το σουγιά του και το δάγκωνε με χαρά, άφηνε τα ζουμιά να κυλήσουν στο σαγόνι και στο στήθος του, αγαπούσε  τη γη και όσα τους χάριζε σαν έρχονταν η ώρα της!
Με τα ζώα πολλά δεν είχε, μονάχα τα άλογα λάτρευε σαν τον συχωρεμένο τον πατέρα του.
Ήξερε λοιπόν η Μαρουσιάννα σε τι χέρια άφηνε το κτήμα.
Έφτασε στην Αθήνα του 1928 και ένιωσε λίγο ξένη στον τόπο της. Πρώτη φορά έβλεπε μεγάλους δρόμους, φώτα στους πεζόδρομους, πρώτη φορά έβλεπε το κτήριο της βουλής των Ελλήνων και εφημεριδοπώλες να ξεφωνίζουν ωσάν παλαβοί τα γραφόμενα στις φυλλάδες.
Ο Αιμίλιος Αυγέρης ήταν στο σταθμό με τη Ανθή και την παρέλαβαν με το αυτοκίνητό τους.
Έφτασαν στην οδό Λυκαβηττού και σταμάτησαν εμπρός σε ένα δίπατο αρχοντικό. Η Ανθή της είπε ότι εκεί κοντά, κατοικεί και ο Βενιζέλος με τη δεύτερη γυναίκα του την Έλενα Σκυλίτση!
Τις επόμενες μέρες ζούσε με τρελούς ρυθμούς, η Ανθή επέμενε πως έπρεπε να μάθει χορό και να ραφτεί σε Γαλλίδα μοδίστρα με ότι ύφασμα και σχέδιο ήταν της μόδας. Τις έκανε καθημερινά μασάζ στα χέρια με ροδέλαιο να μαλακώσουν και τα έτριβε για ώρα με λεμόνι. Η Μαρουσιάννα στο κτήμα εργαζόταν σκληρά και είχε χέρια τραχιά χαραγμένα από την τσάπα. Έπρεπε να είναι έτοιμη την ημέρα που η Ανθή θα έκανε δεξίωση, προς τιμήν του Ιταλού προξένου. Εκεί οι άντρες φιλούσαν τα χέρια των κυρίων και τα δικά της ήταν χέρια αγρότισσας. Στη δεξίωση θα ήταν καλεσμένη φίλοι του Αιμίλιου, πολιτικοί και ξένοι πρόξενοι,  η Ανθή ήθελε να γνωρίσει την Μαρουσιάννα σε όλους, μπας και βρει σύζυγο της Αθηναϊκής κοινωνίας και ξεφύγει απ την αγροτιά και την κούραση.
 Μα η Μαρουσιάννα δε είχε τέτοιο σκοπό, είχε κατέβει στην πρωτεύουσα για να βρει τρόπο να πουλήσει τα προϊόντα της.   Να ανέβουν οι πωλήσεις και να έχει ο γιος της ένα καλύτερο μέλλον.

Την βραδιά της δεξίωσης, το σπίτι του Αιμίλιου και της Ανθής, γέμισε με την αφρόκρεμα των Αθηνών,  κορίτσια  ντυμένα στα μαύρα με άσπρες ποδιές, πηγαινοέρχονταν με δίσκους γεμάτους ποτήρια και πρόσφεραν αφρώδες κρασί. Οι κυρίες ήταν ραμμένες στο Παρίσι και φορούσαν περίτεχνα καπέλα με φτερά ή με  λουλούδια. Οι άντρες υποκλινόταν μπροστά τους και φιλούσαν το χέρι κάθε κυρίας. Η Μαρουσιάννα από την κορυφή της σκάλας κοίταζε διστακτικά την κίνηση στη μεγάλη σάλα, της φαινόταν όλα αυτά κάπως γελοία. Στο χωριό της, φιλούσαν με σεβασμό μόνο το χέρι των γερόντων, οι βαμμένες γυναίκες της φαίνονταν σαν κοκόρια με πολύχρωμα φτερά, ποτέ ένας άντρας του χωριού της δε θα φιλούσε το χέρι αυτών των γυναικών.
Πήρε βαθιά εισπνοή και άνοιξε το βήμα της, αν και ένοιωθε σαν μύγα μες το γάλα, εμφανίστηκε στη σάλα κατεβαίνοντας αγέρωχη και στητή με το ένα χέρι στη μέση.

 Αγνοώντας τις συμβουλές της Ανθής, είχε αφήσει το φόρεμα που της είχε διαλέξει για την δεξίωση, είχε φορέσει την νυφιάτικη καραγκούνικη στολή της, τα μαύρα λουστρίνια της και κατέβηκε τη σκάλα. Τα ολόχρυσα γιορντάνια της άστραφταν στο στήθος, στα μαλλιά και τη μέση της, τα κρόσσια στα μανίκια και τον ποδόγυρο θρόιζαν στη περήφανη περπατησιά της!
" Αυτή την περπατησιά δε μπορεί να τη συναγωνιστεί κανένα μοντέλο, μόνο οι γυναίκες του βουνού και του κάμπου της Ελλάδας την έχουν, επειδή από παιδιά μαθαίνουν να περπατούν ολόισια και με το φορτίο στο κεφάλι, είτε αυτό είναι νερό, είτε είναι ξύλα ή κανίστρες με ρούχα και τρόφιμα."

Η Ανθή μόλις την είδε, γούρλωσε τα μάτια και κόντεψε να πνιγεί με ένα φουά γκρα, ο Αιμίλιος χαμογέλασε και πήγε να την υποδεχθεί.
Ααααα έβγαλε ένα δυνατό επιφώνημα, η καλή μας φίλη από τα Τρίκαλα, μας έκανε τελικά την τιμή να έρθει με την παραδοσιακή φορεσιά της. Οι κυρίες σούφρωσαν περιφρονητικά τις μύτες, οι κύριοι αντιθέτως έδειξαν τον θαυμασμό τους.
Σωστά το είπες Αιμίλιε, φώναξε η Μαρουσιάννα, σας κάνω αυτή την τιμή, εδώ που ζείτε δε νομίζω ότι έχετε συχνά αυτή την ευκαιρία. Και οι παραδοσιακές φορεσιές μας, είναι μοναδικά χειροτεχνήματα των γυναικών της υπαίθρου, τα οποία δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από τα ενδύματα των ευρωπαϊκών οίκων μόδας!
Εγώ λοιπόν τις ευκαιρίες δε τις αφήνω να πάνε χαμένες.
Πλησίασε τον Αιμίλιο και τον φίλησε στο μάγουλο. Θα με συστήσεις στον τιμώμενο καλεσμένο Αιμίλιε;
Ο Αιμίλιος την πήγε κατευθείαν στον πρόξενο, μόλις συστήθηκαν η Μαρουσιάννα πήρε ένα ποτήρι από το δίσκο που περνούσε, το σήκωσε ψηλά κοιτώντας τον πρόξενο. Πίνω στην υγειά σας εξοχότατε, με την ευχή οι χώρες μας να βγουν κερδισμένες από αυτή  την φιλία. Στο τρίτο ποτήρι κρασί, ο πρόξενος είχε λάβει πρόσκληση για επίσκεψη στα Τρίκαλα και ξενάγηση στα Μετέωρα, που για να πας στο μεγάλο Μετέωρο εκείνο τον καιρό, έπρεπε να μπεις μέσα σε ένα δίχτυ και να αιωρείσαι  στο κενό για ώρα!
Όλα τα δέχτηκε ο πρόξενος που είχε μείνει άναυδος, με τον ενθουσιασμό, τον πατριωτισμό και το δυναμισμό της γυναίκας. Η Μαρουσιάννα δε είχε καιρό για χάσιμο, δεν έμεινε μέρα στην Αθήνα, έφυγε το επόμενο πρωί για το χωριό, να μπορέσει να προγραμματίσει με τις γυναίκες τις εργασίες για την υποδοχή του προξένου και να τις πείσει να την βοηθήσουν να στήσουν μια επιχείριση προς όφελος όλων.
Σαν έφτασε στο χωριό, ξεκουράστηκε και έφαγε με όρεξη τα νόστιμα φαγητά, φτιαγμένα με τα χέρια της Κωστάντους.
Αγαπημένη μου Κωστάντου, τώρα θα σου πω το λόγο που πήγα στης Ανθής μας, τις είπε πιάνοντας της το χέρι. Στείλε τη Μυρτώ να φωνάξει τις γυναίκες μέχρι το βράδυ να είναι όλες εδώ,  εμείς θα κουβεντιάσουμε. Είπε στην Κωστάντου το όραμά της για μια μικρή βιοτεχνία ζυμαρικών, που θα μπορούσε να έχει πρώτη ύλη, τα δικά τους προϊόντα, γάλα, αυγά, αλεύρι, βούτυρο και για το όνειρο των εξαγωγών στην Ιταλία. Η Κωστάντου ήταν αγράμματη, άλλα κατάλαβε πως αυτό θα φέρει δουλειά, χρήματα και προκοπή για πολλές φαμελιές. Εγώ κυρα μου είμαι μαζί σου, της είπε με ενθουσιασμό. Ότι θες και περνά απ το χέρι μου θα το κάνω. Η Μαρουσιάννα τους είχε φέρει από ένα δώρο, μια όμορφη άσπρη ποδιά σαν αυτές που φορούσαν οι κοπέλες στο σπίτι της Ανθής.Όταν ήρθαν οι γυναίκες, τους μίλησε για τα σχέδιά της και έβγαλε απ τη βαλίτσα της τα δώρα που τους έφερε...
κυράδες μου, σας έφερα αυτό το δώρο γιατί έχω το σκοπό μου.
Θα ράψουμε πολλές από δαύτες, να τις έχετε για πατρόν, όλες οι γυναίκες του χωριού θα φορέσουμε μια τέτοια ποδιά σε είκοσι μέρες, για να υποδεχτούμε έναν Ιταλό! Θα ράψουμε λίγο ποιο ελαφριά φορέματα για να μπορούμε να κινούμαστε ποιο άνετα και  από αύριο πρώτα ο Θεός,  θα έχουμε διπλή δουλειά. Στην Αθήνα έκλεισα μια καλή συμφωνία για όλες μας, μίλησα με έναν Ιταλό που σε είκοσι μέρες θα έρθει μέχρι εδώ, πρέπει  να δει όσα ξέρουμε να φτιάχνουμε. Να βάλουμε την τέχνη, το μεράκι  και την νοικοκυροσύνη μας και όλα θα πάνε καλά. Από αύριο οι μισές από εμάς θα ράβουμε πάνινες σακούλες που να χωράν μέσα μια οκά χυλοπίτες.Το γάλα μας είναι καλό και αρκετό.Στην πόλη δε ξοδεύετε όλο και εμείς πόσο θα πιούμε; πόσο τυρί να πήξουμε; δεν έχουμε μεγάλο τυροκομείο ούτε ψυγεία.
Οι Ιταλοί τρώνε όμως μακαρόνια και είναι πλιότεροι από εμάς, εκατομμύρια φαμελιές. Πιάστε να ανοίγετε φύλλα και να κόβετε χυλοπίτες, θα τις ξεραίνουμε όσο είναι καλοκαίρι, ο ήλιος καίει, οι λαμαρίνες μας έξω στις αυλές θα κάνουν καλή δουλειά.
Οι άντρες θα μένουν στα χωράφια και εμείς στο μαγέρικο. Σε είκοσι μέρες έρχεται ο πρόξενος να κλείσουμε τη δουλειά. Ο Βενιζέλος έκλεισε μαζί του φιλία, εμείς θα πουλήσουμε χυλοπίτες.
Έπιασαν οι γυναίκες δουλειά μέρα νύχτα, άλλες έξω κάτω στον ίσκιο από τα δέντρα του αρχοντικού και άλλες στο μεγάλο μαγερειό, άλλες έραβαν σακούλια από άσπρο πανί, άλλες έκαναν τις ζύμες άλλες τις έκοβαν και άλλες  έστρωναν σε λαμαρίνες να στεγνώσουν.
Ο πατέρας της Μαρουσιάννας, μια μέρα της είπε για μια σφραγίδα, εμείς κόρη μου τα ζα τα σφραγίζουμε για να τα γνωρίζουμε σαν βγαίνουμε στα βουνά και στα λαγκάδια, φρόνιμο είναι να κάνεις και εσύ το ίδιο στα σακούλιας.
Δεν με παίρνει βρε πάτερα ο χρόνος, μέχρι να κεντήσουμε χίλια σακούλια θα έρθει φθινόπωρο. Μη τα κεντήσεις Μαρουσιάννα μ, πάρε ένα σίδερο και λίγατο στη φωτιά με το όνομα του  Αναστάση. Ύστερης ρίξε στα πανιά κερί και πάτα το σίδερο απαναθιό. Να η σφραγίδας!!!
Ο γιος θα είναι στη σφραγίδα και εσύ στο τιμόνι! Οι άντρες θα δεχτούν καλύτερα ένα άλλο σερνικό σε αυτές τις δουλειές κόρη μ .........
Η Μαρουσιάννα ενθουσιάστηκε, έβαλε τον Αναστάση να κάψει στο μπουχαρί ένα σίδερο να το λυγίσει και να κάνει  τη σφραγίδα με ένα μονόγραμμα ΑΒ / Αναστάσης Βεργάς /Τσιάρα 1928.
Έγινε ένα αστούμπαλο σιδερένιο πράγμα που δε ήταν τίποτα ξεχωριστό.
Τότε ο γερός σκέφτηκε τις σφραγίδες που είχαν οι κυρές για τα πρόσφορα! Πήρε ένα κομμάτι από ξύλο κερασιάς, το πριόνισε,το πλάνισε και έφτιαξε πρώτα μια ξύλινη επίπεδη πλάκα, ύστερα με κοπίδι και σφυρί έκανε τα γράμματα Α Β και από κάτω εγραψε, Αναστάσης Βεργάς 1928! Του πήρε μέρες να το σκαλίσει και να το τελειώσει, μα σαν τελείωσε πήγε να το έδειξε στην κόρη του με το χαμόγελο του νικητή!
Μαρουσιάννα σου έχω κάτι.............
Σηκώνει η γυναίκα το κεφάλι και βλέπει τη σφραγίδα!
Τι θα έκανα χωρίς εσένα πατέρα!!!!!
Ο Αναστάσης μας είναι καλός και λεβέντης, μα τα χέρια του δεν πιάνουν ψιλοδουλειά, μόνο αλέτρι και τσαπί..... άντε και καμιά παρδαλή στα Τρίκαλα, ξέσπασαν σε γέλια πατέρας και κόρη.
Σε είκοσι μέρες είχαν τελειώσει χίλιες σακούλες, άσπρες καλοραμμένες από λευκό πανί και πάνω η σφραγίδα με κόκκινο βουλοκέρι, γεμάτες με φρέσκες χυλοπίτες! Ο πρόξενος ήρθε με τον Αιμίλιο και την Ανθή  με ένα κόκκινο αυτοκίνητο. Έκανε τόσο θόρυβο, που ακούστηκε από το γιοφύρι στο Τσιαγαλί*.
Οι γυναίκες είχαν φορέσει τα καλά τους και είχαν στρώσει τραπέζια με άσπρα τραπεζομάντιλα, επάνω είχαν στοιβάξει όλα τα καλούδια της φύσης και της κουζίνας τους. Μπροστά στα τραπέζια είχαν αραδιάσει καλάθια γεμάτα με τα σακούλια τους και για να τα ομορφύνουν τα είχαν τυλίξει με κληματόβεργες.
Έβαλαν τα ποτήρια μέσα στην κοπάνα του αρτεσιανού να παγώσουν και γέμισαν  τις κανάτες, με κρύο νεράκι και τσίπουρα. Φίλεψαν τον πρόξενο, με ψητά αρνιά στη σούβλα, πίτες και χυλοπίτες στη γάστρα με κόκορα και φυσικά, τα πεντανόστιμα τυριά τους.Το γλέντι άναψε μόλις πήρε να νυχτώνει, τα κορίτσια του χωριού, έφεραν μαστραπάδες με κρασί, οι λεβέντες μπήκαν στο χορό, τα όργανα λαλούσαν χαρούμενα και ακούγονταν μέχρι τα Μετέωρα. Έφτανε η λαλιά του κλαρίνου, πάνω στα βράχια και γύρναγε πίσω με τον αέρα και ύστερα εξατμιζόταν στα σύννεφα, στα αστέρια που λαμπύριζαν και φώτιζαν τη νυχτιά.
Τα κορίτσια και οι λεβέντες του χωρίου, στροβιλίζονταν στο χορό και οι γέροι καμάρωναν τα νιάτα.
Η συμφωνία έκλεισε, όχι μόνο χάρη στην υπέροχη βραδιά, αλλά και χάρη στις υπέροχες γεύσεις των ζυμαρικών που δοκίμασε ο Πρόξενος στο τραπέζι.
Στην επίσκεψη των Μετεώρων, ο πρόξενος είδε την Μαρουσιάννα να μπαίνει στο δίχτυ χωρίς δισταγμό για να προσκυνήσει στο μοναστήρι. Αυτή η γυναίκα έχει τη  θέληση αρσενικού, είπε ο Ιταλός, μαζί της αξίζει κανείς να συνεργαστεί, έχει κότσια!
Η Μαρουσιάννα αποφάσισε να κάνει το δεύτερο βήμα, για να εδραίωση την επιχείριση, έτσι τον Σεπτέμβρη του 1928 αγοράζει με 50.000 χιλιάδες δραχμές, υλικά και ετοιμάζει ένα πέτρινο κτίριο δίπλα στο ποτάμι. Εκεί στήνει τη μικρή της βιοτεχνία ζυμαρικών. Πάνω σε μαρμάρινους πάγκους οι γυναίκες εργάζονταν, ανοίγοντας από το πρωί ως το μεσημέρι  φύλλα για ζυμαρικά, μέσα σε μια μέρα τα ανοιγμένα και κομμένα ζυμαρικά στέγνωναν απ το καυτό ήλιο που έκαιγε τις λαμαρίνες στο προαύλιο του κτηρίου. Όμως για το χειμώνα έπρεπε να βρουν άλλη λύση. Οι σακούλες ράβονταν πλέον με μια ραπτική μηχανή και η σφραγίδα ήταν τυπωμένη με μελάνι. Από το πέτρινο κτίριο του ποταμού,οι χυλοπίτες ταξίδευαν μέχρι τη Βενετιά και από κει σε όλη την Ιταλία για να χορτάσουν τους Ιταλούς που είχαν πέσει με τα μούτρα στην ανόρθωση του Ιταλικού γοήτρου. Δίπλα από το κτίριο των ζυμαρικών, μεταφέρθηκε και το τυροκομείο, το παλιό πλίθινο κτίριο δε ήταν πολύ δροσερό, είχε πάτωμα από πατημένο χώμα και αυτό δε βοηθούσε τις γυναίκες να καθαρίζουν το χώρο όπως έπρεπε με νερό και να κρατούν δροσερά τα βαρέλια τους.
 Η Μαρουσιάννα ήταν  η κυρα και η αρχόντισσα του χωριού, είχε τον σεβασμό και την αγάπη των συμπατριωτών της. Την ευχαριστούσε να βλέπει ευτυχισμένα παιδιά,η χαρά της ήταν να βλέπει τον φτωχό να προκόβει, τα παιδιά να μην πεινάνε και οι νέοι να κάνουν όνειρα.
Μέχρι το 1932 είχε παραγγελίες από την Ιταλία, τροφοδοτούσε τον Ιταλικό στρατό με χυλοπίτες, ενώ η Ελληνική οικονομία πήγαινε κατά διαόλου.Τον Απρίλη του 1932 η Ελλάδα πτωχεύει, η μακαρονοποιία και τα τυροκομεία Βεργάς όμως έχουν δουλειά για να ζουν σαράντα φαμελιές.
Αυτά τα τέσσερα χρόνια υπήρξαν και τα καλύτερα για την Μαρουσιάννα και την οικογένειά της .
Η Μαρουσιάννα ήταν γυναίκα μετρημένη, αλλά και προοδευτική, ενημερωνόταν για την πορεία της οικονομίας στην Ευρώπη, γνώριζε για την οικονομική κατάρρευση της Αμερικής, το γνωστό κραχ του 1929  που είχε αλυσιδωτές επιπτώσεις και στην οικονομία της Ευρώπης.
Εκείνη την εποχή η Ελλάδα είχε περίπου 6.300.000 πληθυσμό εκ των οποίων τα 3.500.000 ήσαν γεωργοί.Αυτό από μόνο του ήταν τρομακτικό, οι μισοί Έλληνες παρήγαγαν προϊόντα που έπρεπε να καταναλωθούν από τους άλλους μισούς. Οι περισσότεροι δεν είχαν πρόσβαση στις λαϊκές αγορές των μεγάλων πόλεων, τα προϊόντα που έφταναν στα αστικά κέντρα ήταν πανάκριβα και εξαγωγές από ελάχιστες ως ανύπαρκτες. Ο καπνός και η σταφίδα,ήταν από τα προϊόντα που εξήγαγε η Ελλάδα, όμως η δική τους περιοχή δεν είχε τέτοια παραγωγή,  εκείνη ήθελε ένα προϊόν να μπορεί να το εξάγει και να έχει όφελος .
Στην Ελλάδα οι πρόσφυγες που ενσωματώθηκαν στην χώρα, ερχόμενοι από την Καύκασο και την Μικρά Ασία, ασχολήθηκαν εντατικά με τη γη, η Βόρεια Ανατολική Ελλάδα και ο Μακεδονικός κάμπος καλλιεργήθηκε όσο ποτέ. Σε αυτό βοήθησε πολύ ο αναδασμός της γης, μιας που όλοι σχεδόν οι πρόσφυγες στράφηκαν στην καλλιέργεια για να σταθούν στα πόδια τους. Έτσι οι κτηνοτρόφοι ήταν λιγότεροι και τα προϊόντα τους καταναλώνονταν πολύ γρήγορα στην χώρα.Το τυροκομείο της Μαρουσιάννας σημείωνε συνεχώς κέρδη.
Το 1928 καλλιεργήθηκαν 15.000 στρέμματα γης! Η καλλιέργεια της γης, γινόταν παραδοσιακά ως τότε, με βόδια και μουλάρια και άλογα, μέχρι που ο  Βενιζέλος, το 1929 και κατά τις αρχές του 1930 αποφάσισε να δώσει κεφάλαια για να αγοραστούν μηχανικά άροτρα, εννέα εκατομμύρια δραχμές ήταν το ποσό που διατέθηκε για αυτή την επένδυση! Παρόλο αυτά, τα βόδια και τα άλογα παρέμειναν για πολλά χρόνια τα κύρια εργαλεία του  Έλληνα αγρότη. Ο κάμπος των Τρικάλων οργώνονταν μέχρι και τα τέλη του 1958 με βόδια ή άλογα.
Ο Βενιζέλος έδωσε μάχες στην Ευρώπη για την οικονομική αξιοπιστία της χώρας. Ειχε ανάγκη από δανειοδοτήσεις για να ορθοποδήσει η χώρα,να στηρίξει την βιομηχανία,όμως το κραχ του 1929 στην Αμερική, ο πόλεμος και οι οικονομική αδυναμία της Ευρώπης δε ήταν  καλοί σύμμαχοι σε αυτή την προσπάθεια, με αποτέλεσμα το 1932 η Ελλάδα να οδηγηθεί  στην χρεωκοπία.

Όσο περνούσαν τα χρόνια, η φιλία της Ανθής και της Μαρουσιάννας γινόταν ποιο δυνατή.
Η Μαρουσιάννα έχει μάθει να εμπιστεύεται πολύ την Ανθή, οι δυο γυναίκες αλληλογραφούσαν συχνά και όποτε ο Αιμίλιος έχει χρόνο ταξίδευαν στα Τρίκαλα  να επισκεφθούν το κτήμα.Οι Μαρουσιάννα και η Κωστάντου, τους περίμεναν πάντα τους με χαρά. Από αυτούς περίμεναν να μάθουν τα νέα  και τις εξελίξεις από την Αθήνα και την Ευρώπη. Ότι της έφερνε η Ανθή από τον Αθηναϊκό τύπο το διάβαζε με μανία, θέλοντας να μάθει τα πάντα, ανησυχούσε πολύ με την οικονομική αδυναμία της χώρας. Πριν γίνει η πτώχευση της Ελλάδας η Μαρουσιάννα φεύγει με τον Αιμίλιο και την Ανθή για ένα ταξίδι στην Ιταλία, με την ελπίδα να κλείσει νέα συμφωνία για την εταιρεία της.Κάνει τα μισά της χρήματα Ιταλικά φράγκα και αγοράζει δυο μηχανές αποξήρανσης και ένα μεγάλο ζυμωτήρα για το εργοστάσιο, που δεν είχε ως τότε τον απαραίτητο μηχανικό εξοπλισμό.

Στη Ιταλία, έφτασε με βαπόρι την άνοιξη του 1931 στο λιμάνι του Σαν Μπασίλιο της Βενετίας,πρώτη φορά πατούσε το ποδάρι της σε ξένο τόπο και το λιμάνι την γοήτευσε. Είχε ακούσει απ τον Αιμίλιο για τα γεφύρια της, ότι είναι χτισμένη, μέσα στο νερό ολάκερη η πόλη, όμως αυτό που αντίκρισε φτάνοντας δε το περίμενε. Το σκηνικό με τα υπέροχα κτίρια και τα καμπαναριά ήταν άξιο του τίτλου που της έδωσαν, ως Βασίλισσα της Αδριατικής. Οι μεγάλες πλατείες, η ελευθεριά που ένιωθε όταν περπατούσε μόνη στα πλακόστρωτα πεζοδρόμια την έκαναν ευτυχισμένη, γέμισε τα μπαούλα της με γυάλινα βάζα απ το νησί Μουράνο. Θαύμασε από κοντά τους τεχνίτες που έβγαζαν το γυαλί μέσα από τη φλόγα και κρατώντας την άκρη την σιδερόβεργας το γυρνούσαν και το φυσούσαν κάνοντας περίτεχνα σχέδια. Μαγεύτηκε απ τα μεταξωτά και τις βιτρίνες των καταστημάτων. Αγόρασε ρούχα για εκείνη και το γιο της, για την Μυρτώ και την Κωστάντου. Καθώς περπατούσε χαζεύοντας την πόλη απομακρύνθηκε αρκετά, φτάνοντας στο βορειοδυτικό άκρο της πόλης στο σεστιέρε*Καναρέτζιο, ένα κομμάτι που ζούσαν οι Εβραίοι την Βενετίας. Σε μια βιτρίνα είδε  μια υπέροχη μάλλινη ζακέτα και θυμήθηκε τον πατέρα της. Αυτή είναι ότι πρέπει για τον πατέρα, ψιθύρισε και έκανε να μπει στο μαγαζί.Ο άντρας που έβγαινε από το μαγαζί την άκουσε και την κοίταξε χαμογελώντας. Μια Ελληνίδα σινιόρα στο σεστριέρε Καναρέτζιο είπε με θαυμασμό. Μα αυτό είναι θαύμα!!! Η σΙνιόρες δεν τολμούν να έρθουν ως εδώ, συνέχισε εκείνος, ενώ η Μαρουσιάννα τον κοίταζε χωρίς να μιλάει γιατί δεν συμμεριζόταν τον ενθουσιασμό του. Εδώ γίνονται παζάρια μεταξύ αντρών αγαπητή μου, της είπε γελώντας. Εγώ θέλω τη ζακέτα και δε θα κάνω παζάρι, εξάλλου δε μιλάω Ιταλικά του απάντησε εκείνη. Μερκούρης  Καστρινός, είπε ο άντρας δίνοντας της το χέρι. Του άπλωσε το χέρι και εκείνη με χαμόγελο, Μαρουσιάννα Βεργά χαίρομε που βρήκα ένα πατριώτη. Γνωρίζεται Ιταλικά κύριε Καστρινέ; τον ρώτησε. Ωωωω μα βέβαια, θα χαρώ αν σας φανώ χρήσιμος κυρία μου, της αποκρίθηκε με  χαμόγελο. Ήταν όμορφος όταν χαμογελούσε,στις άκρες των ματιών του σχηματίζονταν μικρές ρυτίδες και τα ζυγωματικά του πεταγόταν ευχάριστα. Ήταν ψηλός, μελαχρινός και οι κρόταφοι είχαν αρχίσει να γκριζάρουν. Τα δευτερόλεπτα περνούσαν και αυτή τον χάζευε χωρίς να έχει πει λέξη. Λοιπών, την ρώτησε ....μπορώ να κάνω κάτι για εσάς κυρία Βεργά;  Θα ήθελα να αγοράσω τη ζακέτα για τον πατέρα μου του είπε. Ωραία πάμε λοιπόν να την πάρουμε με την προϋπόθεση να με αφήσετε να σας συνοδεύσω στο σπίτι σας. Εκείνη έσκυψε το κεφάλι χαμογελώντας και πέρασε στην είσοδο που μαγαζιού. Βγήκαν σε λίγα λεπτά έχοντας αγοράσει την ζακέτα και άρχισαν να περπατούν.
Σε πια γειτονιά μένετε κυρία Βεργά; Δεν ζω εδώ του απάντησε, έχω έρθει με φίλους, για υποθέσεις της δουλειάς μου. Ο Καστρινός κοντοστάθηκε απότομα; Της δουλειάς σας; Ναι έχω εργαστήρι και κάνω ζυμαρικά στην Ελλάδα, είμαι από τα Τρίκαλα του απάντησε. Δηλαδή έχετε δική σας επιχείρηση; Ναι, αποκρίθηκε η Μαρουσιάννα  χωρίς να συμμερίζεται τον ενθουσιασμό του άντρα. Ε αυτό και αν είναι καταπληκτικό, μια γυναίκα από την Ελληνική επαρχεία, στο Καναρέτζιο της Βενετίας έχει έρθει για δουλειές. Συγχαρητήρια κυρία μου!! Η Μαρουσιάννα κατέβασε το κεφάλι ντροπαλά, ξαφνικά ένοιωθε 15 χρονών, ένοιωθε τα μαγουλά της να κοκκινίζουν και τα χέρια της αμήχανα έσφιγγαν την τσάντα με τη ζακέτα. Τι λέτε, να πάμε για ένα καφέ μέχρι την πιάτσα Σαν Μάρκο; της πρότεινε.
Μα ναι ευχαρίστως, εξάλλου μένουνε κοντά στην πιάτσα, ίσως κιόλας να ανησύχησαν γιατί έχω αργήσει, δε ξέρω ούτε εγώ πόση ώρα λείπω απ το ξενοδοχείο. Όταν έφτασαν στην πλατεία ανάσανε με ευχαρίστηση, σας ευχαριστώ πολύ κύριε Καστρινέ, δε νομίζω να έβρισκα το δρόμο, ούτε είχα καταλάβει ότι είχα απομακρυνθεί τόσο πολύ, κουράστηκα, νόμιζα δε θα φτάσουμε ποτέ.
Την επόμενη φορά, θα σας συνοδεύσω με μια γόνδολα αγαπητή μου. Αλήθεια, έχετε ανέβει σε γόνδολα;
Μα όχι δε έχω προλάβει, τρεις μέρες είμαστε στη Βενετία και δεν είχα χρόνο για ρομαντικές βόλτες. Όπως σας είπα, έπρεπε να φροντίσω για τις αγορές του εργαστηρίου και είχα συναντήσεις με κάποιους ανθρώπους, ψάχνω τρόπο να κάνω εξαγωγή των προϊόντων μας. Έχετε συνεταίρο κυρία Βεργά; Ναι βέβαια, το γιο μου!!! Ο Καστρινός ξαφνιάστηκε, έχετε ένα τόσο μεγάλο παιδί που να μπορεί να είναι συνεταίρος μιας επιχείρισης;  Είναι είκοσι  ετών και δεν έχω κάποιον άλλο δικό μου που να μπορεί να βοηθάει, αν και η αλήθεια είναι ότι εμείς στο χωριό, είμαστε μια γροθιά, όλοι ενωμένοι στον αγώνα για επιβίωση. Χωρίς τους χωριανούς μου δε θα είχα κάνει τίποτα, τα πολλά χέρια είναι ευλογημένα κύριε Καστρινέ!!!  Και ο σύζυγος; ρώτησε εκείνος, κάνοντας την ευχή να μην υπάρχει. Δεν έχω σύζυγο, έχω χηρέψει δυο φορές. Μεγάλωσα το γιο μου μονάχη από τότε που ήταν επτά ετών.
Η Μαρουσιάννα ξεδίψασε με τον νερό και δοκίμασε το μπισκότο με τα αμύγδαλα, αχ τα έχω λατρέψει αυτά τα μπισκοτάκια, τα έχουν και στο ξενοδοχείο που μένω. Αγαπώ καθετί γλυκό, είπε και γέλασε σαν παιδί που έκανε αταξία. Και εγώ, έχω αδυναμία στα γλυκίσματα, στην Αλεξάνδρεια έχουμε πολλές λιχουδιές.Που είναι η Αλεξάνδρεια; ρώτησε η Μαρουσιάννα.
Δεν έχετε ακούσει για τη βόρεια Αφρική; Ξέρετε ζούμε πολύ Έλληνες στο Κάιρο και την Αλεξάνδρεια, άρχισε να της μιλάει για το πως έφτασαν κάποτε οι γονείς του στην πόλη που είχε γεννηθεί εκείνος.

Ο Μερκούρης Καστρινός καταγόταν από τη Σύμη , για την οποία η Μαρουσιάννα δεν γνώριζε τίποτα!
Άκουγε πρώτη φορά, για νησιά που ήταν υπό Ιταλική κατοχή, για το Νείλο και τους άραβες και την ελληνική παροικία στο Κάιρο και την Αλεξάνδρεια.  Έβλεπε τον περιποιημένο μελαχρινό άντρα,να την φροντίζει με  αργές και ήρεμες κινήσεις, σερβίροντας τον καφέ με το αφρόγαλα, που της είπε τον λένε καπουτσίνο. Τις εξήγησε πως ο καφές πήρε την ονομασία του από ένα  Καπουτσίνο μοναχό που τον έλεγαν Marco d'Aviano. Άλλος κόσμος, άλλος καφές, άλλοι τρόποι και εκείνη με ένα ξένο άντρα, να απολαμβάνει στον ήλιο τον καφέ της, σε  μια πλατεία γεμάτη κόσμο, χωρίς κανείς να τους δίνει σημασία, αυτό της άρεσε πολύ, όπως και οι αφηγήσεις του Μερκούρη.Της μίλησε για το κάστρο της Σύμης  εκεί που  μεγάλωσε η μάνα του, ανάμεσα σε επτά παιδιά της οικογένειάς της και σαν παντρεύτηκε έφυγε με τον άντρα της τον Καστρινό για την Αίγυπτο το 1890. Ένα χρόνο μετά έφερε στον κόσμο τον Μερκούρη.Της μίλησε για τα παιδικά του χρόνια στην Αλεξάνδρεια, για το εμπόριο και την πόλη που ζούσε. Στο χωριό αν τολμούσε να καθίσει με έναν άντρα,οποιονδήποτε χωριανό της, σε δημόσιο χώρο τόση ώρα, θα γινόταν μεγάλο κουτσομπολιό, θα μάθαινε όλος ο κάμπος, ότι η χήρα του Τσαούση είναι ελαφρών ηθών κτλ. Ο καφές, έγινε γεύμα σε ένα μικρό εστιατόριο που έφτασαν πιασμένοι αγκαζέ. Ανάμεσα σε δυο παλάτια υπήρχε μια εκκλησία, ο Μερκούρης της είπε ότι λεγόταν Σάντα Μαρία Ντε Μιράκολι. Εκεί έκατσαν να γευματίσουν, μπροστά στην πλατεία της εκκλησίας υπήρχαν μικρά εστιατόρια και καφέ.Θα σε πάω σε όλη την πόλη με άμαξα, αν το επιθυμείς και εσύ Μαρουσιάννα......... τι ασυνήθιστο όνομα αλήθεια.
Στον τόπο μου συνηθίζετε Μερκούρη και το δικό σου όνομα για μένα είναι ασυνήθιστο, πρώτη φορά το ακούω του,είπε ντροπαλά.
Ε και το δικό μου στον τόπο μου συνηθίζετε της είπε και ξεκαρδίστηκαν στα γέλια.
Αργά το απόγευμα την συνόδευσε στο ξενοδοχείο της, εκεί που ο Αιμίλιος και η Ανθή την περίμεναν με αγωνία, επειδή πίστευαν πως είχε χαθεί και δε έβρισκε το δρόμο να γυρίσει. Ο Μερκούρης συστήθηκε και τους κάλεσε για δείπνο, εφόσον πρώτα κάνουν όλοι μαζί μια βαρκάδα με μια γόνδολα την ώρα που δύει ο ήλιος στη Βενετία! ,Ο Μερκούρης ήρθε λίγο πριν δύση, να πάρει τους νέους του φίλους.Τον περίμεναν στο ισόγειο του ξενοδοχείου και η Μαρουσιάννα έστριβε με αγωνία συνέχεια τα γάντια της και παρατηρούσε το δρόμο.
 Μην δείχνεις σαν να μην έχεις βγει ποτέ με άντρα καλή μου, της είπε η Ανθή, μεγάλη άνθρωποι είμαστε.
Η Μαρουσιάννα όμως ένιωθε ακριβώς έτσι,σαν μικρό κορίτσι που της έδωσε ραντεβού το αγόρι που της άρεσε.
Γύριζαν την πόλη που ήταν φωτισμένη με δεκάδες φανάρια, πήγαν μέσα σε στενά δρομάκια για να δουν τη σκάλα Κονταρίνι που οδηγεί στο παλάτσο Κονταρίνι, από εκεί βλέπεις όλη τη Βενετία από ψηλά. Και στο τέλος έφτασαν στο Grand Canal και ανέβηκαν σε μια γόνδολα.
Ο γονδολιέρης τραγουδούσε και κωπηλατούσε αργά σχίζοντας τα ήσυχα νερά, ενώ κάθε φορά που συναντούσαν φανάρια στις γέφυρες το νερό γινόταν ασημί.
Τα σύννεφα έπαιζαν με το φεγγάρι, πότε το άφηναν να φανεί και πότε το σκέπαζαν, εκείνες τις στιγμές ο Μερκούρης έπαιρνε τρυφερά το χέρι της Μαρουσιάννας και το φιλούσε με τα ζεστά του χείλι. Η Μαρουσιάννα ήταν 38 ετών, στερημένη από τα αντρικά χάδια και από τα τρυφερά λόγια, από τα φλογερά βλέμματα που σε κάνουν να θες αυτόν που σε κοιτάει μες τα μάτια, η γόνδολα γλίστραγε και μαζί με αυτή γλίστραγαν και οι αντιστάσεις της στο χαμόγελο του μελαχρινού αρσενικού. Εικοσιπέντε μέρες πέρασαν μαζί κάνοντας παρέα, γνωρίζοντας ο ένας τον άλλον και κάνοντας έρωτα όπως ποτέ. Απελευθερωμένη, γοητευμένη, ερωτευμένη και πάνω από όλα ώριμη, έζησε μοναδικά αυτόν τον ανέλπιστο έρωτα, στις πλατείες,στα πάρκα και στα νερά της Βενετίας, περπατώντας και γελώντας μαζί του σαν να τον ήξερε μια ζωή. Όμως , οι μέρες περνούσαν και ο Μερκούρης έπρεπε να επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια στο σπίτι και τη δουλειά του. Προσπάθησε να πείσει τη Μαρουσιάννα να φύγουν μαζί για την Αίγυπτο φοβούμενος ότι θα την χάσει για πάντα, αλλά εκείνη του κατέστησε σαφές πως δε θα έφευγε σαν κλέφτρα από το χωριό και το παιδί της, είχε υποσχεθεί στις γυναίκες του χωριού πως θα γύριζε με τις μηχανές και θα το έκανε ο κόσμος να χαλούσε. Ταξίδεψαν μαζί ως τον Πειραιά και στο λιμάνι χωρίστηκαν, εκείνος έπρεπε να συνεχίσει το ταξίδι για την Αίγυπτο. Φανερά στεναχωρημένος της έδωσε ένα φάκελο με την διεύθυνσή του και ζήτησε από τον Αιμίλιο να την βοηθήσει να της βρει εισιτήριο για την Αλεξάνδρεια αν επιθυμούσε να ταξιδέψει. Με την ελπίδα ότι δε θα τον ξεχάσει και πως μια μέρα θα ξανά βρισκόταν, την παρακάλεσε να του γράφει.
Η Μαρουσιάννα παρόλο τον απόλυτο έρωτα που βίωνε,  όσες μέρες έμεινε στην Βενετία, άκουγε από τον Αιμίλιο και τον Μερκούρη για τις πολιτικές εξελίξεις. Έζησε από κοντά κάποια γεγονότα του αυταρχικού καθεστώτος της Ιταλίας και αποφάσισε να διακόψει με τους Ιταλούς οποιαδήποτε συμφωνία. Γυρίζοντας στην Ελλάδα αποφασίζει ότι πρέπει να βρει τρόπο, να σπάσει τη συμφωνία με τον Ιταλικό στρατό και να βρει νέο τρόπο να διοχετεύσει τα προϊόντα της στην αγορά. Επιστρέφει στο χωριό αποφασισμένη,να φύγει για πάντα από την Ελλάδα για να σώσει ότι μπορέσει πριν η χώρα καταρρεύσει οικονομικά. Αλλά βαθιά μέσα της ξέρει ότι το κάνει για να ζήσει τον έρωτα της με τον Μερκούρη.

Πέμπτη, 4 Απριλίου 2013

Η ΚΥΡΑ ΤΟΥ ΚΑΜΠΟΥ 4

Στα 1917 η Ελλάδα ζούσε το μεγάλο διχασμό,η πολιτική ζωή του τόπου υπήρξε ένα από τα πολύ πονεμένα κεφάλαια της ελληνικής ιστορίας, το μόνο που δε απασχόλησε τις αρχές των Τρικάλων ήταν ο θάνατος του Τσαούση.
Τα μπορντέλα του, πέρα απ τα μανάβικα των Τρικάλων και της Λάρισας περάσαν στα χέρια των γυναικών αμέσως μόλις μάθανε ότι ο Τσαούσης και ο Φότσιος χάθηκαν ξαφνικά από προσώπου γης .
Οι γυναίκες δε πίστεψαν σε ξαφνικό θανατικό, ήξεραν όλες τις βρομοδουλειές του νταβατζή τσιφλικά, κατάλαβαν ότι κάποιος τον καθάρισε από μίσος.
Η Μαρουσιάννα έγινε η κυρά του κάμπου, μοίρασε τη γη σε μερίδια σε κάθε οικογένεια δίκαια ανάλογα με το πόσα άτομα ήταν η κάθε φαμελιά στην Τσίαρα, αλλά και στα γύρω χωριά που ήταν κομμάτια του Τσιφλικιού.
Για τα μερτικά της στη Λάρισα έκανε ότι μπορούσε για να μοιραστούν σωστά, ενημέρωσε τις αρχές  για το πένθος που έπεσε στο σπίτι της και τους είπε να κάνουν το καλύτερο για τον τόπο, είχε  πολλά να κάμει στο δικό της χωριό, χέρια και χρόνος δε υπήρχαν για τη Λάρισα και το τσιφλίκι τους εκεί.Το τσιφλίκι μοιράστηκε σε 150 οικογένειες, το κονάκι έγινε ορφανοτροφείο για τα ορφανά της περιοχής και ο παπάς ανέλαβε να το διοικεί μαζί με τις χήρες του χωριού.
Το πορνείο της Αθήνας έκλεισε με διευθέτηση που ανέλαβε η Ανθή και ο γιατρός Αιμίλιος Αυγέρης, το κτίριο μετατράπηκε σε κλινική, με τα λεφτά που είχε αποκτήσει η Ανθή, από την ντροπή του πορνείου, τα διέθεσε για να γίνει η κλινική του άντρα της μια από της καλύτερες. Δυο από της Γαλλίδες που ήξεραν τα στοιχειώδη έγιναν νοσοκόμες της κλινικής και οι άλλες κοπέλες με προτροπή πάντα της Ανθής πήγαν στον ερυθρό σταυρό να βοηθήσουν στα σύνορα και όπου υπήρχαν ανάγκες. Η μαντάμ Κολλέτ έφυγε για τη Γαλλία, γερασμένη και μόνη, ήθελε να πεθάνει στον τόπο της.Τα λευκά σεντόνια της αμαρτίας και του αγοραίου έρωτα έγιναν επίδεσμοι, από εκεί που άκουγαν βαριές ερωτικές ανάσες, τώρα άκουγαν βογκητά πληγωμένων αντρών.
Στο χωριό του κάμπου η ζωή κυλούσε με δυσκολίες και σκληρή δουλειά. Παρόλο που τους μοιράστηκε η γη και το θανατικό του Τσαούση ήταν ανάσα ελευθερίας, οι γυναίκες έμειναν χωρίς άντρες και δυνατά χέρια για να καλλιεργήσουν το χώμα.
Πήραν θάρρος όμως από τα λόγια της κυράς και άνοιξαν φιλίες με την Μαρουσιάννα.Τα παιδιά του χωριού περάσαν το κατώφλι του αρχοντικού και χόρτασαν ψωμάκι.
Στις σχόλες, έπιαναν γλέντι στη ρούγα της και οι γυναίκες χόρευαν και τραγουδούσαν αγαπημένες. Οι άντρες έφευγαν για το μέτωπο και αυτές ρίχτηκαν στη δουλειά ενωμένες,τα βράδια έκανα νυχτέρι,άλλες στο πλέξιμο και άλλες στον αργαλειό ετοίμαζαν σκουτιά, κάπες, κάλτσες και χοντρές φανέλες για τους άντρες τους που ήταν στα βουνά της Μακεδονίας.Την άνοιξη μοίρασαν τη δουλειά μεταξύ τους, γινήκαν σαν ένα σμήνος από μέλισσες με την "μεγάλη κυψέλη" το αρχοντικό, εκεί ήταν το στρατηγείο τους.
Εκεί κούρευαν τα πρόβατα όλου του χωριού για να κάνουν το μαλλί για τα σκουτιά και τα κολόβια* τους, τα χράμια και τις βελέντζες τους. Δούλευαν τη μέρα στο χωράφι και τη νύχτα στο σπίτι,άλλη λανάριζε το μαλλί, άλλη το έπλενε άλλη το έγνεθε και το έκανε αλτσίδια*,άλλες το έβαφαν και το έκαναν κουβάρια για πλέξιμο,ή στημόνι για αργαλειό.
Οι ηλικιωμένοι άντρες βγήκαν στον κάμπο με τα βόδια, όργωσαν και έσπειραν με κόπο και ψήθηκαν τα κορμιά τους στο λιοπύρι, μα σαν ήρθε η σοδειά ανάσαναν για πρώτη φορά. Γέμισαν τα αμπάρια με στάρι και καλαμπόκι, ποτέ δεν είχαν δει το αμπάρι του σταριού τους τόσο γεμάτο, γέμιζαν με δάκρυα τα μάτια των γηραιότερων, φόρτωναν τα άλογα και τραβούσαν όλοι για το μύλο του Γκαβίδα δίπλα στο ποτάμι λίγο ποιο κάτω απ το χωριό.
Ήρθε και δάσκαλος απ τα Τρίκαλα στο χωριό,η Μαρουσιάννα του παραχώρησε το σπιτάκι του συχωρεμένου παπά Αναστάση και του υποσχέθηκε γάλα,τυρί,αυγά τραχανά και κρέας τις  Κυριακές και τις σχόλες.Όσο ο καιρός ήταν  καλός έστρωναν τα παιδιά χράμια κάτω απ τα πλατάνια στη δροσιά και κάθονταν κατάχαμα οκλαδόν με το δάσκαλο πάνω σε μια μεγάλη πέτρα να τους μιλάει με υπομονή για την ιστορία της πατρίδας,για τον απελευθερωτικό αγώνα και τη Μακεδονία, για τον Μέγα Αλέξανδρο και τις πολιτείες που κατάκτησε,για τον Παύλο Μελά και τον Δραγούμη, τους έκανε να αγαπήσουν την μακρινή για αυτούς Μακεδονία.Ο πόλεμος ήταν ένα απ τα αγαπημένα θέματα των παιδιών,ζούσαν την κάθε στιγμή την ιστορίας τους μέσα από τις αφηγήσεις του κυρίου Εμμανουήλ. Πες μας δάσκαλε για κείνον τον βασιλιά στην Πόλη!! Πες μας για την Αγιά Σοφιά! Τούτος ο λαός μια ζωή στο σπαθί και το ντουφέκι, μυριάδες οι εχθροί,ζηλεύανε αυτή τη φλούδα γης που στεκόταν μέσα στο νερό αγέρωχη, ζήλευαν τον λαό που όργωνε τη θάλασσα με καράβι και κουπί.Η λευτεριά είναι πολύτιμη μα θέλει και αίμα, σαν δε θυσιάσουμε τα κορμιά φεύγει και χάνεται, έρθετε ο οχρτός και μας δυναστεύει, θέλει τα σπιτια μας το βιός μας, τους έλεγε εκείνος. Έσπερνε στις παιδικές ψυχές την αντρεία, τη δύναμη το πάθος για λευτεριά και δημοκρατία.
Το χειμώνα έκαναν τα μαθήματα στη μεγάλη σάλα του αρχοντικού,μέσα στο ζεστό σπίτι της Μαρουσιάννας,πριν ο ήλιος ανέβει η Κωστάντου άναβε τον μπουχαρί και ετοίμαζε στα παιδιά μια κούπα γάλα, μια φέτα ψωμάκι με τυράκι ή ζεστό τραχανά.
Η Μαρουσιάννα είχε γίνει η προστάτιδα του χωριού τους και ο μικρός Αναστάσης χαίρονταν τη ζωή του με τους φίλους του, ρούφαγε σαν σφουγγαράκι τις δεκάδες πληροφορίες από το δάσκαλό και χόρταινε παιχνίδια με τους συντρόφους του.Φτωχά τα παιχνίδια τους, κουρελόπανα τυλιγμένα ήταν η μπάλα που μοιράζονταν και ο δρόμος, το γήπεδο κάθε γειτονιάς, σακατεύονταν τα ποδάρια, γδέρνονταν απ τις πέτρες και τα ρούχα, γίνονταν λασπωμένα κουρέλια, έτσι και αλλιώς κουρέλια ήταν, το ένα μπάλωμα πάνω στο άλλο, ραμμένα απ τις μανάδες τους.
Τα καλοκαίρια ορμούσαν σαν σμήνος στην Σαλαμπριά (το ποτάμι του χωριού) εκεί ήταν το ορμητήριο  κάθε αγοριού, εκεί μάθαινε κάθε αγοράκι κολύμπι, ψάρεμα, σφεντόνα. Στο χωριό γυρνούσαν με έπαθλα, πότε μια πέστροφα, πότε μια πάπια που την έριχναν με σφεντόνα και με καμάρι την έφερναν στη μάνα τους. Τα ποιο προκομμένα έφερναν κλαδιά για προσάναμμα και σβουνιές απ τα αλώνια. Στο τέλος κάθε ημέρας οι μανάδες περίμεναν οι γιοι τους να φέρουν και λίγα προσανάμματα απ το ποτάμι. Πρώτος έδινε το παράδειγμα ο Αναστάσης, πάντα με ένα τσουβάλι δεμένο στο ζωνάρι,γεμιζε προσαναματα και σαν άρχιζε να σουρουπώνει, έπαιρνε το δρόμο της επιστροφής, ποτέ δε βγήκε στη ρούγα η Μαρουσιάννα να τον φωνάξει, γέμιζε το τσουβάλι προσανάμματα και γύριζε σπίτι, βρώμικος ιδρωμένος αλλά νικητής!! Όλο το καλοκαίρι η Κωστάντου ήξερε ότι το βράδυ θα τους φέρει ψάρια και καραβίδες, καμιά φορά και καμιά πάπια, αν και στη σφεντόνα δε ήταν και τόσο καλός εκείνο τον καιρό ακόμη.
Σπατάλες δε τους έπαιρνε να κάνουν μέχρι να έρθει η άλλη σοδειά,να ανασάνουν και  να δουν προκοπή, κρατούσαν τις κότες και τα άλλα ζωντανά  να τα σφάξουν το χειμώνα και έτσι το ψάρι ήταν ευλογημένο και ευπρόσδεκτο στο τραπέζι τους.
Όλα μετρημένα, ο πόλεμος καρτερούσε στην πόρτα και αυτές τρεις γυναίκες μόνες, είχαν τον Αναστάση  δέκα χρονών παλικαράκι αποκούμπι, περίμεναν να γεμίσει το τραπέζι τους με τροφή κάθε βραδύ και εκείνος είχε πάρει αυτό ο ρόλο στα σοβαρά, χωρίς ψάρι και καραβίδες δε γύριζε στο κονάκι.

Ο διχασμός έφερνε άσχημα χαμπέρια από την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος με το Βενιζέλο τρώγονταν σαν τα σκυλιά. Μαζί και οι δυο στον ίδιο τόπο δε χωρούσαν, ένας τράβηξε για την Κρήτη και έκαμε εκεί κυβέρνηση.
Ο πόλεμος μαίνονταν στα σύνορα, οι μεγάλες δύναμης μπήκαν και έκαναν τη Θεσσαλονίκη ερείπιο, και δε έφτανε τούτο το κακό, έπιασε φωτιά στην πολιτεία σε ένα χαμόσπιτο,οι γείτονες δε έδωσαν σημασία και η φωτιά έγινε πύρινο ποτάμι, κάηκαν σπίτια μέχρι στο Διοικητήριο,μα οι Γάλλοι δε βοηθούσαν με της δύναμής τους, μονάχα κάτι Άγγλοι έδωσαν ένα χέρι στην κατάσβεση τούτη. Η πόλη έγινε στάχτη !
Ο απλός κοσμάκης στα χωριά δε ήξερε ποιος έχει το δίκιο με το μέρος του, αυτοί ξέραν ότι ο πόλεμος τους στερούσε τη ζωή, ότι τα τρόφιμα ακρίβυναν,ότι οι άντρες ήταν στα βουνά,τα λεφτά έχαναν κάθε μέρα την αξία τους! Έφτασαν στο σημείο να κόβουν το μεγαλύτερο χαρτονόμισμα σε δυο κομμάτια για να μην εκδώσουν νέα χαρτονομίσματα με τη μικρότερη αξία!
Μια στάλα κράτος και οι άνθρωποι μετρημένοι στα δάκτυλα, τι θελαν και άνοιγαν πληγές;
Ο κόσμος είχε βαρεθεί τους σκοτωμούς, ήθελε να φάει γλυκό ψωμί.Πάνω που τους άφησαν οι Τούρκοι και πίστεψαν πως θα δουν άσπρη μέρα, έφτασαν να λένε πάλι βοήθα Παναγιά με τις εσωτερικές τους φαγωμάρες και τα μεγαλοπιάσματα του Βενιζέλου που ήθελε την μεγάλη Ελλάδα.
Ο κοσμάκης ζούσε σε καλύβες στα χωριά, είχε για πάτωμα πατημένο χώμα και στρώμα από άχυρο, τα καλοκαίρια τους έτρωγε η ελονοσία, η ψείρα και οι ψύλλοι, τους θέριζαν οι αρρώστιες από την έλλειψη υγιεινής και οι πολιτικοί τρώγονταν για το ποιος θα κάνει κουμάντο και ποιος θα είναι αυτός που θα στείλει τους Έλληνες να σκοτωθούν στα σύνορα για να πάρουν αυτοί τα παράσημα.
Έτσι έριξαν το ανάθεμα στο Βενιζέλο και έβγαλαν εκεί όλα τα απωθημένα τους πετώντας πέτρες σε κάθε πλατεία κάνοντας σωρούς γύρω απ το ομοίωμα του Βενιζέλου, ακολουθώντας με κατάρες τον αφορισμό του Μητροπολίτη, γιατί στην Ελλάδα οι παπάδες είχαν πάντα λόγο και στην πολιτική παρέσερναν τον κοσμάκη σε πράξεις όπως τούτες.

Η Μαρουσιάννα κρατούσε με νύχια και με δόντια τις χρυσές που είχε βρει από τον Τσαούση,ήταν το μόνο που για το οποίο του ήταν ευγνώμων.Σκόπευε να κάνει πολλά με αυτές, να φτιάξει και σχολείο κάτω στην πλατεία στο μεγάλο πλατάνι,μα ας περνούσε πρώτα τούτου το κακό, για την ώρα καλή ήταν και η σάλα της για τα παιδιά.
Ενθουσιασμένη με τις νίκες στη Μακεδονία η Μαρουσιάννα όταν τύχαινε να περάσει στρατός απ τον πλατύ δρόμο που πήγαινε στην Καλαμπάκα, καρτερούσε με τα μουλάρια φορτωμένα αλεύρι για να έχουν ψωμάκι οι φαντάροι, τραχανά να τρώνε κάτι να ψυχοπιάνοντε μες το κρύο και τσίπουρο να βάζουν στις πληγές.Έκοψε όλες την άσπρες λινές της κουρτίνες και τις έκανε επιδέσμους με τη βοήθεια της Μυρτούς και Kωστάντους.
Μια μέρα έφτασε χαμπέρι στο χωριό ότι ένα κοπάδι πρόβατα ίσα με χίλια ζωντανά, γίδια,πρόβατα μα και μουλάρια φορτωμένα έρχονται κατά την Τσίαρα!Πρώτα είδε το σκύλο τους η Μαρουσιάννα,τον καραμπασάκι άσπρο με μαύρο κεφάλι! Ήταν γερασμένος μα σαν έφτασε κοντά στο αρχοντικό άρχισε να γαβγίζει σαν τρελό.
Βγήκε ο Αναστάσης και φοβήθηκε, μάνα ωω μανααάα ήρθε ένα μαύρου σκλι* στη ρούγα μας!
Η Μαρουσιάννα είδε τον καραμπασάκι και βγήκε στο δρόμο ξυπόλητη από χαρά και αγωνία.
Καραμπασάκι μου ποιος σε έφερε εδώ αγόρι μου; Το σκυλί γάβγιζε και τριβόταν πάνω στα σιγκούνια της,σήκωνε τα πόδια με χαρά και κούναγε σαν τρελό την ουρά του που βρήκε την κυρά του.
Ξωπίσω έφτασε πεζός ο πατέρας της,γερασμένος και ασπρομάλλης με την κάπα κρεμασμένη στον ένα ωμό και την κλούτσα να τον βαστά όρθιο να μην καμπουριάζει!
Άνοιξε τα χέρια ο γέρος και αγκάλιασε το παιδί του μετά από έντεκα  χρόνια. Βγήκε και ο Αναστάσης τρεχάτος και ξεθαρρεμένος μόλις είδε τη μάνα του να αγκαλιάσει το γέροντα.
Έλα πασά μου να σε χαρώ, έλα να γνωρίσεις τον παππού σου!
Κοριτσάκι την πάντρεψε ο γέροντας και της έδωκε παπά και τώρα τη βρήκε χήρα τσιφλικά μέσα σε αρχοντόσπιτο.
Έλα πατέρα,πάμε να κάτσεις να ξαποστάσεις και να με πεις τα χαμπέρια*, ο γέροντας κούνησε το κεφάλι και ζήτησε ένα ποτήρι νερό.
Η Κωστάντου έτρεξε να τον φιλέψει, έφερε αμέσως νερό, τσίπουρο και λουκούμι να τον γλυκάνει, έτσι ήταν το έθιμο εκείνη την εποχή.
Ύστερα άφησε την κυρά της με τον πατέρα της στη σάλα και χώθηκε στην κουζίνα με τη Μυρτώ για να ετοιμάσουν μεζέδες και πίτες για το βράδυ.
Μέρες ταξιδεύουμε με τα ζωντανά Μαρουσιάνναμ, ευτυχώς που έχω καλά σκλιά και τον μπιστικόμ του Μήτρου, αλλιώς τι θα έκαμα δε ξέρου, γέρασα κόρημ παν τα κουράιαμ*, η μάνας ήθελε να σι δει.
Θα έρθει η μάνα; ρώτησε η Μαρουσιάννα με τα μάτια διεσταλμένα από χαρά.
Αχά, έρχιτι σι κρένω, ειναι πείσω ακόμα με τα μπλάρια*, τη φέρν ο  Μίτσιους*

Έμαθα τα νέας στου παζάρ,* στη Λάρσα* απού ένα χουρουφύλακα,τουν λέω, ιγώ εχω δυχατέρα την παπαδιά απ την Τσιάρα και μι λέει αγιέμ* δε ξερς ισι τίπτας*;
Το και το μι λέει η άνθρουπους, χήρεψ δυο βολές η έρμη, τι ήταν να του μάθου με έζουσαν τα φίδια, λέω τς μάνας, κυρά τώρα ία κινάμε για τα Τρίκαλα και από κει στην Τσιάρα να βρούμε του κουρίτς, να όπως στα λέω γίνκαν κι ήρθα!
Αργά το βράδυ έφτασε και η μάνα της Μαρουσιάννας,η χαρά και οι στιγμές της αντάμωσης  των γυναικών δε περιγράφετε, Η γρια βλάχα έκατσε στο σκαμνί ενώ η κόρη της πρότεινε να καθίσει στην πολυθρόνα του Τζακιού όπως πρώτο έκατσε και εκείνη, τη βραδιά που χήρεψε το 1910, μα η γριούλα ήταν τόσο σεμνή και άμαθη σε μεγαλεία που προτίμησε το σκαμνί στο αρχοντικό της κόρης της.Σε τέτοιο σπίτι δε είχε ματαμπεί* σε ούλη της ζήση, ζούσε στα βουνά από μωρό παιδί τα καλοκαίρια και το χειμώνα σε κάμπους για να ξεχειμωνιάζουν τα πρόβατα σε χαμηλό υψόμετρο,αυτή ήταν η ζωή της, νομάδας είχε γεννηθεί και ετσι γέρασε.Το σπίτι της ήταν πάντα μια καλή σκηνή από υφαντό σκουτί και βέργες στη σκεπή από τα γύρω δέντρα και για πάτωμα καλό πατημένο χώμα παλαμισμένο, σαν στέγνωνε ο πηλός καλά το έστρωνε με τις βελέντζες της και τα χοντρά χράμια.Ντουλάπια δε είχε δει ποτέ και καναπέδες! Αυτή είχε τα σεντούκια της με τα απαραίτητα μαγειρικά σκεύη,τα καρδάρια της για το άρμεγμα και γκιούμια για να συλλέγουν το γάλα. Αυτά ήταν όλα και όλα το νοικοκυριό της, κατάχαμα κοιμήθηκε σε όλη τη ζωή, οκλαδόν έτρωγαν μέσα στη σκηνή, χιλιάδες φορές άναψε τη φωτιά έξω από την σκηνή για να βάλει καζάνι και να μαγειρέψει το φαΐ για τον κύρη της και τους βοσκούς του καραβανιού τους.Ζύμωσε χιλιάδες καρβέλια,έπλασε δεκάδες χιλιάδες φύλλα για της πίτες της,σκυμμένη πάνω στον ξύλινο σοφρά της, ολημερίς βοσκούσε με τον κύρη της τα πρόβατα και σαν σουρούπωνε και οι άντρες άρχιζαν το άρμεγμα εκείνη έπαιρνε το δρόμο για το ποτάμι ,έπλενε τα χέρια της έπαιρνε νερό και τραβούσε έξω απ την καλύβα τους,έβαζε το φαΐ στον ταβά της πάνω στην πυροστιά και άρχιζε άλλες δουλειές μέχρι να σβήσει το φως της μέρας. έπιανε το λανάρι να ξάνει μαλλιά, τα άξενε, τα λανάριζε να αφρατέψουν, τα έκανε τλούπες , τα έγνεθε στη ρόκα και γύρναγε το αδράχτι και το σφοντύλι με τέχνη πέρυσι και ύστερα τα έκανε αλτσίδια, για να τα ρίξει στο καζάνι για βάψιμο και σαν τα τελείωνε ήταν έργα τέχνης,πάνω σε τέτοια στρωσίδια κοιμόταν αυτή και ο κύρης της, με τέτοια έργα τέχνης σκέπαζε τις ράχες των αλόγων της και τα βόδια σαν έπιαναν τα κρύα και δεν είχαν βρει σπηλιά να τα νυχτερέψουν.

Είπαν όλα τα νέα για τη ζωή και τα ζωντανά τους, για τους μπιστικούς των κοπαδιών για τον πόλεμο στα βουνά .Οι γριούλα έβγαλε μέσα απ τον κόρφο της δυο πουγκιά με παράδες.
Αυτά κόρημ ειναι για το γιο που έκανες!
Χρόνια τα μαζεύ η πατέρας, κάθε βολά* που πλάμε κατσίκια και πράτα και τα κάνουμι χρυσές,τον είπα προψές δυο κουβέντες ,Θύμιο τλέου γέρασαμαν αφού εμαθάμαν για του κουρίτσ τι κακό του βρίκει να πάμε να τ σταθούμε, σαν βρούμε κόρημ άνθρουπου θα πλίσουμε κι τα γίδια!θέλω να θα κάτσου δω νας, σμια* γουνίτσα, μπιζέρσα* στα βνα και τς κάμποι να γκιζιράω* απόστασα! Μια μπουκουσιά* ψουμάκι θέλω και ένα ποτήρ νιρό, αρκεί νας βλέπου, άλλου απου σένα δε εχω κανέναν.
Τι λες βρε μάνα που θα πουλήσουμε σε τέτοιους καιρούς! Εδώ όλοι μαζί θα ζήσουμε, το σπιτικό ειναι μεγάλο και εγώ άλλους από εσάς δε εχω, όσο για τα γίδια θα δούμε, αν θέλει ο Μήτρος να κάτσει εδώ θα του δώκουμε μεράδι απ το γάλα, να πήζει τυριά και να πουλάει στο παζάρι να ζήσει άιντε να του βρούμε και κορίτς να παντρευτεί καιρός του ειναι!Όσο για τους τσιουμπαναρέους δε ξέρω αν μπορώ να πληρώνω τόσο κόσμο, εχω και τους ντόπιους, βλέπεις εχω και εγώ πρόβατα και γελάδες ίσα με 60 κομμάτια και χώρια στα βουνά.Έχει ο θεός άντε πάμε να φάμε και ύστερα να γείρουμε να ξαποστάσετε.Σαν έφαγαν και χόρτασαν κουβέντα,έσβησαν την λάμπα και τα κεριά και πήγαν στις κάμαρες.

Η γριούλα έκανε εκατό φορές το σταυρό της, ξάπλωσε στα λευκά απαλά σεντόνια και ρίγησε από το κρύο σε τέτοιο πράμα δε είχε ξαναγύρει ποτές,δόξασε το θεό και έκλεισε τα μάτια, μέχρι το πρωί ξεψύχησε.
Γρήγορα όμως ξεπεράστηκε το πένθος γιατί η ζωή τραβάει εμπρός,ο γέροντας είχε τώρα τον εγγονό του και η Μαρουσιάννα ίσα με χίλια πεντακόσια ζωντανά στα λιβάδια και άλλα 60 στους στάβλους του αρχοντικού.
Έπηζαν τυρί πρωί και βράδυ, δέκα νομάτοι άρμεγαν από εκατό πρόβατα ο καθένας δυο φορές τη μέρα,χώρια ο Ζήσης τις γελάδες στους στάβλους του αρχοντικού.
Η Μαρουσιάννα αναγκάστηκε να αγοράσει απ την Καρδίτσα ξύλινα βαρέλια για το τυρί. Μα δε υπήρχε χώρος να τα αποθηκεύουν για να ζυμωθεί το τυρί μέσα στα βαρέλια και έτσι πήραν απόφαση για να κάνουν μια αίθουσα ζύμωσης για τα τυριά τους.
Όλες οι γυναίκες του χωριού πήγαν στο ποτάμι και έβαλαν στα καλούπια πηλό και έφτιαξαν ίσα με δεκαέξι χιλιάδες πλήθους.Έσκαψαν τη γη την πότισαν καλά με νερό ποταμίσιο και μετά ανακάτεψαν το υγρό χώμα με άχυρο,μέρες ολόκληρες πατούσαν το χώμα μέχρι το γόνατο μες τη λάσπη και με τα χέρια γέμιζαν τα καλούπια ένα ένα πλίθο. Είκοσι μέρες χρειάστηκαν οι γυναίκες για τα δεκαέξι χιλιάδες πλιθιά και άλλες τόσες για να στεγνώσουν και να γίνουν στέρεα έτοιμα για χτίσιμο.
Τα άφησαν να στεγνώσουν πρώτα στο ήλιο κοντά στο ποτάμι και μετά τα μετέφεραν στο χωρίο με αραμπάδες, για χτίσουν το πρώτο χώρο που θα ήταν ο χώρος φυλάξεις για τα τυριά που έφτιαχναν.
Οι άντρες έφτιαξαν μια μεγάλη αποθήκη δώδεκα μέτρα μάκρος και πέντε φάρδος με ένα χώρισμα στην μέση.Η μια πλευρά είχε ράφια και τσιγκέλια κρεμασμένα για τα σκληρά τυριά να φυλάσσονταν εκεί μέχρι να ωριμάσουν και να πουληθούν και η άλλη πλευρά φιλοξενούσε τα βαρέλια με τη φέτα.Παραθύρια είχε μόνο ψηλά για να μπαίνει αέρας και φως χωρίς να βρίσκει τα βαρέλια να μην τα θερμαίνει,η πόρτα του έγινε από ξύλο κερασιάς και σιδερένια πιρόνια.Έτσι χτίστηκε το πρώτο τυροκομείο στη Θεσσαλία.
Εκεί έβαζαν τα βαρέλια στη σειρά,πάνω σε μαδέρια από έλατο και δυο φορές τη μέρα τα κυλούσαν για να αλλάξει θέση το γάλα μέσα στο βαρέλι.Απ το γάλα έφτιαχναν το βούτυρο,το έβαζαν μέσα σε ένα πήλινο δοχείο που το έλεγαν φτύνα, εκεί ξίνιζε μέσα σε τρεις ήμερες, κατόπιν το έριχναν στο μπουτινέλο, ένα ψηλό ξύλινο δοχείο, το χτυπούσαν με ένα μεγάλο κοντάρι μέχρι να ανέβει το βούτυρο επάνω στην επιφάνεια και κατόπιν το μάζευαν προσεκτικά και το έριχναν σε νερό πλάθοντας το μπαλάκια,μόλις κρύωνε το αλάτιζαν και είχαν ένα τέλειο και φρέσκο βούτυρο!!!!
Το γίδινο γάλα το έκαναν κασέρια και λαδωτήρια, τις μυτζήθρες τις κρέμαγαν ψηλά στα μαδέρια της σκεπής τη νύχτα μα τη μέρα τα έβγαζαν στον ήλιο να γίνουν*.
Ο κάμπος του χωρίου ότι έβγαζε το κατανάλωνε με μιας το ίδιο το χωρίο, τα πρόβατα το χειμώνα θέλουν τάισμα στο παχνί όπως και τα γελάδια,οπότε η παραγωγή από τα καλαμπόκια και τα τριφύλλια τους πήγαιναν όλα στο αρχοντικό σε μεγάλες αχυρώνες χτισμένες από πλιθιά. Η Μαρουσιάννα έκανε τον μεγαλύτερο άλμα της εποχής χωρίς να το γνωρίζει η ίδια, έβαλε το πρώτο λιθάρι για την ίδρυση ενός συνεταιρισμού με γερές βάσεις με τους χωριανούς της συντρόφους και συνεταίρους.
Χόρτασαν ψωμάκι από το στάρι των εύφορων χωραφιών τους, έγιναν νοικοκυραίοι και απολάμβαναν τους κόπους των χεριών τους.Αγάπησαν τη γη τους πλιότερο από πότε!
Κάθε σπίτι απόκτησε ζωντανά, κότες, κατσίκες και φυσικά γουρούνια.
Αυτά τα ζώα έγιναν πολύ αγαπημένα ζώα του Καραγκούνη και τις μέρες των Χριστουγέννων έκαναν την γουρνοχαρά, τα γουρούνια σφάζονταν, και ετοιμάζονταν από τις κυράδες με μεγάλη προσοχή κάθε κομμάτι κρέατος.
Γίνονταν από λουκάνικα και λαρδί,μέχρι τσιγαρίδες με λάχανα και λίπα για το μαγείρεμα.
Το τυροκομείο με τα πλίθινα τοιχία έφερε την ανάπτυξη στο χωριό και την οικονομική ευμάρεια της Μαρουσιάννας,χωρίς να έχει ανάγκη τις χρυσές του Τσαούση, ένοιωσε δυνατή και έμαθε να διαχειρίζεται την περιουσία της, μπήκε δυναμικά στην αγορά και πουλούσε το τυρί της χωρίς μεσάζοντες στα μαγαζιά την πόλης των Τρικάλων,στη Λάρισα και στην Αθήνα,στην πρωτεύουσα το τυρί της το έτρωγαν τα καλύτερα σπίτια, μέχρι και υπουργοί της χώρας!!! Αυτό ήταν το πρώτο επαγγελματικό άλμα της κυράς του κάμπου.
Η Ανθή ήταν εκεινη που το πρωτόβαλε στο τραπέζι της και το πρόσφερε στους φίλους του άντρα της, έκτοτε όλοι οι φίλοι του ζευγαριού παράγγελναν τυρί στην Μαρουσιάννα.
Ο Αιμίλιος και η Ανθή βοήθησαν στο θέμα των πωλήσεων την Μαρουσιάννα όσο κανείς, πήγαιναν το τυρί σε όλα τα μπακάλικα της Αθήνας και έπαιρναν παραγγελίες για βαρέλια φέτας αλλά και μυτζήθρα.
Τα Χριστούγεννα η Μαρουσιάννα έστειλε με το τρένο δεκαπέντε βαρέλια τυρί, βούτυρο και μυτζήθρες. Ο Αιμίλιος και η Ανθή πήγαν για να γιορτάσουν τα Χριστουγεννα στο χωριό.
Η Ανθή ήταν πολύ ενθουσιασμένη με την έκβαση των πωλήσεων και παρότρυνε την φιλενάδα της εκτός από το τυρί να αρχίζουν να πουλάνε και τα τομάρια των προβάτων που σφάζανε. Η τρέλα των πλουσίων Αθηναίων ήταν τα αυτοκίνητα ,αν επεξεργαζόταν τα τομάρια θα γινόταν τα καθίσματα ποιο ζεστά για το χειμώνα. Η Μαρουσιάννα άρπαξε την ιδέα και μπήκε στην εφαρμογή της.
Κάθε τομάρι από τα ζώα που σφαζόταν πλενόταν καθαριζόταν και καρφωνόταν σε τελάρα για να μείνουν τεντωμένα, έτσι οι μικρές λευκές γουνίτσες γινόταν χαλάκια για καθίσματα αυτοκινήτων για να ζεσταίνουν τα κρύα αυτοκίνητα της πρωτεύουσας αλλά και πολλές άμαξες.